| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33814 | νευροακτινολογία | νευ-ρο-α-κτι-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος της ακτινολογίας που ασχολείται με το νευρικό σύστημα: επεμβατική ~. [< αγγλ. neuroradiology, 1938] | |
| 33815 | νευροανατομία | νευ-ρο-α-να-το-μί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. ανατομία του νευρικού συστήματος: ακτινογραφική/κλινική ~. [< αγγλ. neuroanatomy, περ. 1961, γαλλ. neuroanatomie] | |
| 33816 | νευροβιολογία | νευ-ρο-βι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. βιολογία του νευρικού συστήματος: αναπτυξιακή/κλινική/κυτταρική/μοριακή ~. ~ της δυσλεξίας/της μνήμης και της μάθησης. [< αγγλ. neurobiology, 1906, γαλλ. neurobiologie, 1913] | |
| 33817 | νευροβιολογικός | , ή, ό νευ-ρο-βι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη νευροβιολογία: ~οί: μηχανισμοί (της συμπεριφοράς). ~ές: διαταραχές. [< αγγλ. neurobiological, 1959, γαλλ. neurobiologique] | |
| 33818 | νευροβιολόγος | νευ-ρο-βι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): βιολόγος ή γιατρός ειδικευμένος στη νευροβιολογία: αναπτυξιακός/θεωρητικός ~. Βλ. νευροεπιστήμονας. [< αγγλ. neurobiologist, 1957, γαλλ. neurobiologiste] | |
| 33819 | νευροβλάστωμα | νευ-ρο-βλά-στω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. σάρκωμα που αποτελείται από εμβρυϊκά νευρικά κύτταρα, προσβάλλει κυρ. βρέφη και παιδιά και αναπτύσσεται συνήθ. στην περιοχή των επινεφριδίων ή στην υπόλοιπη κοιλιακή χώρα. Βλ. -ωμα2. [< αγγλ. neuroblastoma, 1910] | |
| 33820 | νευρογενής | , ής, ές νευ-ρο-γε-νής επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που προέρχεται από το νευρικό σύστημα ή από κάποια βλάβη του: ~ής: κύστη/φλεγμονή. ~ές: σοκ. ~είς: διαταραχές λόγου. Βλ. -γενής. ● ΣΥΜΠΛ.: νευρική ανορεξία βλ. ανορεξία, νευρική βουλιμία βλ. βουλιμία [< αγγλ. neurogenic, 1901, γαλλ. neurogène] | |
| 33821 | νευρογλοία | νευ-ρο-γλοί-α ουσ. (θηλ.) & γλοία: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. υποστηρικτική δομή του νευρικού ιστού που βρίσκεται ανάμεσα στα νευρικά κύτταρα και εμφανίζεται με τη μορφή διαφόρων κυτταρικών τύπων στο νευρικό σύστημα (π.χ. αστροκύτταρα). [< γαλλ. névroglie, αγγλ. neuroglia] | |
| 33822 | νευρογλοιακός | , ή, ό νευ-ρο-γλοι-α-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη νευρογλοία: ~ός: ιστός. ~ή: κοιλία. ~ό: δίκτυο. ~ές: ίνες. ~ά: κύτταρα (βλ. νευρώνες). [< γαλλ. névroglique, αγγλ. neurogliac] | |
| 33823 | νευρογλωσσολογία | νευ-ρο-γλωσ-σο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τον τρόπο λειτουργίας του εγκεφάλου ως προς την κατάκτηση, παραγωγή και κατανόηση της γλώσσας· ειδικότ. διερευνά τις γλωσσικές διαταραχές. [< αγγλ. neurolinguistics, 1961, γαλλ. neurolinguistique, περ. 1965] | |
| 33824 | νευροδερματίτιδα | νευ-ρο-δερ-μα-τί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δερματοπάθεια που οφείλεται σε ψυχοσωματικούς ή νευρογενείς παράγοντες. Βλ. έκζεμα, -ίτιδα. ΣΥΝ. ατοπική δερματίτιδα [< γαλλ. névrodermite, αγγλ. neurodermatitis, neurodermatosis, 1909] | |
| 33825 | νευροδιαβίβαση | νευ-ρο-δι-α-βί-βα-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣΙΟΛ. διαδικασία με την οποία απελευθερώνονται νευροδιαβιβαστές μέσω των συνάψεων· γενικότ. μεταφορά νευρικών σημάτων μεταξύ των νευρώνων: χολινεργική ~. ΣΥΝ. νευρομεταβίβαση, συναπτική διαβίβαση [< αγγλ. neurotransmission, 1961, γαλλ. ~] | |
| 33826 | νευροδιαβιβαστής | νευ-ρο-δι-α-βι-βα-στής ουσ. (αρσ.): ΦΥΣΙΟΛ. χημική ουσία που μεταφέρει τις νευρικές ώσεις κατά μήκος του νευράξονα: ανασταλτικός/βασικός ~. Ορμόνη-~. Απελευθέρωση/δράση/επίπεδα/σύνθεση/υποδοχείς ~ών. Βλ. κατεχολαμίνες, σεροτονίνη. ΣΥΝ. διαβιβαστής (2), νευρομεταβιβαστής [< αγγλ. neurotransmitter, 1961, γαλλ. neurotransmetteur, περ. 1960] | |
| 33827 | νευροδιαβιβαστικός | , ή, ό νευ-ρο-δι-α-βι-βα-στι-κός επίθ.: ΦΥΣΙΟΛ. που σχετίζεται με τους νευροδιαβιβαστές ή/και τη νευροδιαβίβαση: ~ές: ουσίες (: εγκεφαλίνη, ενδορφίνες, σεροτονίνη). | |
| 33828 | νευροεκφυλισμός | νευ-ρο-εκ-φυ-λι-σμός ουσ. (αρσ.) & νευροεκφύλιση (η): ΙΑΤΡ. προοδευτική καταστροφή των νευρώνων ή θάνατος των νευρικών κυττάρων: μηχανισμοί ~ού. Βλ. νευροπροστασία. [< αγγλ. neurodegeneration, γαλλ. neurodégénérescence] | |
| 33829 | νευροεκφυλιστικός | , ή, ό νευ-ρο-εκ-φυ-λι-στι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον νευροεκφυλισμό: ~ές: ασθένειες/παθήσεις (βλ. Αλτσχάιμερ, πάρκινσον). [< αγγλ. neurodegenerative, 1907, γαλλ. neurodégénératif, 1990] | |
| 33830 | νευροενδοκρινικός | , ή, ό νευ-ρο-εν-δο-κρι-νι-κός επίθ. & νευροενδοκρινής, ής, ές: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το νευρικό σύστημα και τους ενδοκρινείς αδένες: ~ή: διαφοροποίηση/λειτουργία/ρύθμιση. ~ό: καρκίνωμα/σύστημα. ~οί: όγκοι. ~ές: διαταραχές. ~ά: κύτταρα. [< αγγλ. neuroendocrine, 1922, γαλλ. ~, neuroendocrinien, 1952] | |
| 33831 | νευροενδοκρινολογία | νευ-ρο-εν-δο-κρι-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη των αλληλεπιδράσεων μεταξύ νευρικού και ενδοκρινικού συστήματος: κλινική ~. [< αγγλ. neuroendocrinology, 1922, γαλλ. neuroendocrinologie, 1946] | |
| 33832 | νευροεπιστήμες | [νευροεπιστῆμες] νευ-ρο-ε-πι-στή-μες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. νευροεπιστήμη}: ΙΑΤΡ. το σύνολο των επιστημονικών κλάδων που εξετάζουν την ανατομία, τη φυσιολογία, τη βιοχημεία ή τη μοριακή βιολογία του νευρικού συστήματος, ιδ. σε σχέση με τη συμπεριφορά και τη μάθηση: βασικές/κλινικές ~. Γνωστική/εκπαιδευτική/κοινωνική/υπολογιστική ~η. ~η της γλώσσας. Βλ. νευροβιο-, νευροενδοκρινο-, νευροπαθο-, νευροφυσιο-λογία. [< αγγλ. neurosciences, 1963, γαλλ. ~, πριν από το 1982] | |
| 33833 | νευροεπιστήμονας | νευ-ρο-ε-πι-στή-μο-νας ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει ειδικευτεί στις νευροεπιστήμες: γνωστικός ~. Βλ. νευρολόγος. [< αγγλ. neuroscientist, 1967, γαλλ. neuroscientiste] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ