| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33834 | νευροηθική | νευ-ρο-η-θι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ.-ΦΙΛΟΣ. κλάδος της βιοηθικής ο οποίος ασχολείται με τα ηθικά προβλήματα που προκύπτουν από τις ανακαλύψεις και εφαρμογές των νευροεπιστημών. [< αγγλ. neuroethics, γαλλ. neuroéthique] | |
| 33835 | νευροΐνωμα | βλ. νευρίνωμα | |
| 33836 | νευροϊνωμάτωση | βλ. νευρινωμάτωση | |
| 33837 | νευροκαβαλίκεμα | νευ-ρο-κα-βα-λί-κε-μα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) νευροκαβαλίκευμα (προφ.): έντονος πόνος που προκαλείται από μετατόπιση ή αναδίπλωση μυών ή τενόντων: Ο αθλητής έπαθε ~ στον αυχένα/στη γάμπα κατά την προπόνηση. Πβ. κράμπα. | |
| 33838 | νευροληπτικά | νευ-ρο-λη-πτι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. νευροληπτικό} (παλαιότ.): ΦΑΡΜΑΚ. αντιψυχωτικά φάρμακα: άτυπα/κλασικά ~. ~ βραχείας δράσης. ΣΥΝ. μείζονα ηρεμιστικά. [< αγγλ. neuroleptics, 1959, γαλλ. neuroleptiques, 1955] | |
| 33839 | νευροληπτικός | , ή, ό νευ-ρο-λη-πτι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προκαλεί νευρολογικές διαταραχές ή που σχετίζεται με τα νευροληπτικά: ~ή: αγωγή. ~ές: ουσίες. ● ΣΥΜΠΛ.: κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο: σοβαρή ιδιοσυγκρασιακή αντίδραση στα αντιψυχωτικά φάρμακα, που χαρακτηρίζεται από δυσκαμψία, πυρετό, υπόταση ή υπέρταση, ταχυκαρδία, ωχρότητα και εγκεφαλοπάθεια. [< αγγλ. Neuroleptic Malignant Syndrome (NMS)] [< αγγλ. neuroleptic, 1959, γαλλ. neuroleptique, 1955] | |
| 33840 | νευρολογία | νευ-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος με αντικείμενό του τη νευροφυσιολογία και τη νευροπαθολογία: κλινική/παιδιατρική/συμπεριφορική ~. ~-Ψυχιατρική. Βλ. -λογία, νευροεπιστήμες. [< γαλλ. neurologie, αγγλ. neurology] | |
| 33841 | νευρολογικός | , ή, ό νευ-ρο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη νευρολογία: ~ός: έλεγχος. ~ή: αποκατάσταση/(δυσ)λειτουργία/εξέταση. ~ό: σύνδρομο. ~ές: βλάβες. ~ά: προβλήματα/συμπτώματα. ~ές παθήσεις/~ά νοσήματα (βλ. διαβήτης, εγκεφαλικό, επιληψία, πάρκινσον, σκλήρυνση κατά πλάκας). ~ές και ψυχιατρικές/ψυχικές διαταραχές.|| (ως ουσ.) Νοσηλεύεται στη ~ή (ενν. κλινική)/στο ~ό (ενν. Τμήμα). ● επίρρ.: νευρολογικά [< γαλλ. neurologique, αγγλ. neurological] | |
| 33842 | νευρολόγος | νευ-ρο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ειδικευμένος στη νευρολογία: ~-ψυχίατρος. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. (παλαιότ.) neurologiste, neurologue, 1907, αγγλ. neurologist] | |
| 33843 | νευρομεταβίβαση | νευ-ρο-με-τα-βί-βα-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣΙΟΛ. νευροδιαβίβαση. | |
| 33844 | νευρομεταβιβαστής | νευ-ρο-με-τα-βι-βα-στής ουσ. (αρσ.): ΦΥΣΙΟΛ. νευροδιαβιβαστής. | |
| 33845 | νευρομυϊκός | , ή, ό νευ-ρο-μυ-ϊ-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα νεύρα και τους μυς: ~ός: συντονισμός. ~ή: διαταραχή/διευκόλυνση/μεταβίβαση. ~ό: σύστημα. ~ές: παθήσεις. ~ά: νοσήματα. ● ΣΥΜΠΛ.: νευρομυϊκή σύναψη: ΑΝΑΤ. το σημείο επαφής μεταξύ του νευράξονα ενός κινητικού νεύρου και μιας μυϊκής ίνας. Βλ. τελική κινητική πλάκα., μυϊκή άτρακτος βλ. άτρακτος [< γαλλ. neuromusculaire , αγγλ. neuromyic, neuromuscular] | |
| 33846 | νευροοικονομία | νευ-ρο-οι-κο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. διεπιστημονικός κλάδος που μελετά, βάσει της νευροβιολογίας, τη διαδικασία με την οποία το άτομο παίρνει αποφάσεις σε οικονομικά θέματα, με σκοπό τη βελτίωση των οικονομικών μοντέλων. [< αγγλ. neuroeconomics, 2002] | |
| 33847 | νευροπάθεια | νευ-ρο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. κάθε πάθηση του περιφερικού νευρικού συστήματος: αισθητική/αυτόνομη/διαβητική/κινητική/οπτική ~. Επίκτητες (π.χ. ακρομεγαλία, ουραιμία, ρευματοειδής αρθρίτιδα, σακχαρώδης διαβήτης, υποθυρεοειδισμός, νεοπλασματικές και ηπατικές ασθένειες)/κληρονομικές/παγιδευτικές/στερητικές (π.χ. έλλειψη βιταμίνης Β12)/τοξικές ~ες. Βλ. -πάθεια, πολυ~. 2. (κατ΄επέκτ.-καταχρ.) ψυχοπάθεια. Βλ. νευρασθένεια, νεύρωση. [< μεσν. νευροπάθεια 'τενοντίτιδα', γαλλ. névropathie, neuropathie, 1905, αγγλ. neuropathy] | |
| 33848 | νευροπαθής | , ής, ές νευ-ρο-πα-θής επίθ. ΙΑΤΡ. 1. που πάσχει από νευροπάθεια· (κατ' επέκτ.-καταχρ.) ψυχοπαθής: (συνήθ. ως ουσ.) χρόνιος ~.|| Πβ. νευρ-ασθενικός, -ωτικός. 2. νευροπαθητικός. Βλ. -παθής. [< γαλλ. névropathe, αγγλ. neuropath] | |
| 33849 | νευροπαθητικός | , ή, ό νευ-ρο-πα-θη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη νευροπάθεια: ~ός: πόνος. ~ή: αρθροπάθεια. ~ό: έλκος. Βλ. -παθητικός. ΣΥΝ. νευροπαθής (2) [< γαλλ. névropathique, αγγλ. neuropathic] | |
| 33850 | νευροπαθολογία | νευ-ρο-πα-θο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογία του νευρικού συστήματος: κλινική ~. Βλ. νευρολογία. [< γαλλ. néuropathologie, αγγλ. neuropathology] | |
| 33851 | νευροπαθολογικός | , ή, ό νευ-ρο-πα-θο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη νευροπαθολογία: ~ή: εξέταση (του εγκεφάλου). ~ές: βλάβες/διαταραχές. [< γαλλ. néuropathologique, αγγλ. neuropathological] | |
| 33852 | νευροπεπτίδιο | νευ-ρο-πε-πτί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. καθένα από τα μόρια της ομάδας των πεπτιδίων που συντίθενται από τους νευρώνες και εμπλέκονται σε ποικίλες λειτουργίες στον υποθάλαμο και την επίφυση. Βλ. ενδορφίνες, εγκεφαλίνη, σεροτονίνη, σωματοστατίνη. [< γαλλ. neuropeptide, περ. 1973, αγγλ. ~, 1973] | |
| 33853 | νευρόπονος | νευ-ρό-πο-νος ουσ. (αρσ.) (προφ.): πόνος των νεύρων: ~ στο πόδι/στήθος. Πβ. νευραλγία. Βλ. -πονος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ