| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33854 | νευροπροστασία | νευ-ρο-προ-στα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. το σύνολο των θεραπευτικών χειρισμών που στοχεύουν στην προστασία των νευρώνων από εκφυλιστικές διαδικασίες και στην καθυστέρηση του κυτταρικού θανάτου. Βλ. νευροεκφυλισμός. [< αγγλ. neuroprotection] | |
| 33855 | νευροπροστατευτικός | , ή, ό νευ-ρο-προ-στα-τευ-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη νευροπροστασία: ~ή: δράση (των οιστρογόνων). ~ό: πεπτίδιο. ~οί: παράγοντες. ~ές: ιδιότητες. ~ά: φάρμακα. [< αγγλ. neuroproctetive, 1919] | |
| 33856 | νευρόσπασμα | νευ-ρό-σπα-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): νευρόσπαστο. [< μτγν. νευρόσπασμα] | |
| 33857 | νευρόσπαστο | νευ-ρό-σπα-στο ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-μειωτ.) εξαιρετικά νευρικό άτομο. ΣΥΝ. νευρόσπασμα 2. (μτφ.-μειωτ.) υποχείριο: καταναλωτικά ~α. Άγεται και φέρεται σαν ~. Πβ. αυτόματο, ενεργούμενο, ρομπότ. ΣΥΝ. ανδρείκελο (1), μαριονέτα (2), πιόνι (2) 3. (κυρ. στην αρχαιότητα) κούκλα, συνήθ. πήλινη, με κινητά μέλη. [< 3: αρχ. νευρόσπαστα] | |
| 33858 | νευρόσπαστος | , η, ο νευ-ρό-σπα-στος επίθ. 1. (μτφ.) πολύ νευρικός: (για πρόσ., μειωτ.) Είναι ~. Πβ. νευρασθεν-, σπαστ-, υστερ-ικός.|| ~η: αντίδραση. ~ες: κινήσεις. 2. που είναι μαριονέτα ή μοιάζει με αυτή: ~ες: κούκλες (= πλαγγόνες). [< 2: αρχ. νευρόσπαστος 'που κινείται με σχοινάκια'] | |
| 33859 | νευροτεχνολογία | νευ-ρο-τε-χνο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): το σύνολο των τεχνικών μέσων και εφαρμογών των νευροεπιστημών. Βλ. -λογία. [< αγγλ. neurotechnology, γερμ. Neurotechnologie] | |
| 33860 | νευροτοξικός | , ή, ό νευ-ρο-το-ξι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη νευροτοξικότητα ή/και τις νευροτοξίνες: ~ή: δράση/ουσία/πρωτεΐνη. ~ό: δηλητήριο. ~ά: αέρια. [< αγγλ. neurotoxic, 1902, γαλλ. neurotoxique, 1983] | |
| 33861 | νευροτοξικότητα | νευ-ρο-το-ξι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση κατά την οποία προκαλούνται ανεπιθύμητες παρενέργειες στο νευρικό σύστημα, κυρ. από χημική ουσία. [< αγγλ. neurotoxicity, 1949, γαλλ. neurotoxicité] | |
| 33862 | νευροτοξίνη | νευ-ρο-το-ξί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. τοξίνη που προκαλεί βλάβες στον νευρικό ιστό: επικίνδυνη/θανατηφόρα/ισχυρή ~. Η ~ του τετάνου. Η ~ του δηλητηρίου των φιδιών. Βλ. μπότοξ. [< γαλλ. neurotoxine, 1909, αγγλ. neurotoxin, 1902] | |
| 33863 | νευροτροφικός | , ή, ό νευ-ρο-τρο-φι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη συμβολή του νευρικού ιστού στην κυτταρική διατροφή: ~ή: άρθρωση/δράση. ~ά: (διαβητικά) έλκη. ● ΣΥΜΠΛ.: νευροτροφικός παράγοντας: πρωτεΐνη που εκκρίνεται από τον νευρικό ιστό και διευκολύνει την ανάπτυξη, τη διαφοροποίηση ή την αποκατάσταση των νευρικών κυττάρων και κατ' επέκτ. την επιβίωση των νευρώνων: ~ ~ εγκεφάλου. [< αγγλ. neurotrophic, γαλλ. neurotrophique] | |
| 33864 | νευροϋπόφυση | νευ-ρο-ϋ-πό-φυ-ση ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. ο οπίσθιος λοβός της υπόφυσης, ο οποίος διοχετεύει τα νευροπεπτίδια του υποθαλάμου και στον οποίο αποθηκεύονται η αντιδιουρητική ορμόνη και η οξυτοκίνη. [< αγγλ. neurohypophysis, 1912, γαλλ. neurohypophyse] | |
| 33865 | νευροφυσιολογία | νευ-ρο-φυ-σι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ν): ΦΥΣΙΟΛ. -ΙΑΤΡ. φυσιολογία του νευρικού συστήματος: κλινική/πειραματική ~. ~ του εγκεφάλου/της όρασης. Βλ. νευροεπιστήμες, -λογία. [< αγγλ. neurophysiology, γαλλ. neurophysiologie] | |
| 33866 | νευροφυσιολογικός | , ή, ό νευ-ρο-φυ-σι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΦΥΣΙΟΛ. -ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη νευροφυσιολογία: ~ός: έλεγχος. ~ή: εξέταση/μελέτη. [< αγγλ. neurophysiological] | |
| 33867 | νευροφυτικός | , ή, ό νευ-ρο-φυ-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το νευροφυτικό σύστημα: ~ή: δυστονία. ~ές: διαταραχές. ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόνομο/φυτικό νευρικό σύστημα βλ. αυτόνομος [< γαλλ. neurovégétatif, 1920, αγγλ. neurovegetative] | |
| 33868 | νευροχειρουργική | νευ-ρο-χει-ρουρ-γι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος και ειδίκευση της χειρουργικής με αντικείμενο τις επεμβάσεις, κυρ. στο κεντρικό, αλλά και στο περιφερικό νευρικό σύστημα: ενδοαγγειακή/(ελάχιστα) επεμβατική/κλινική/λειτουργική ~. [< αγγλ. neurosurgery, 1904, γαλλ. neurochirurgie, 1932] | |
| 33869 | νευροχειρουργικός | , ή, ό νευ-ρο-χει-ρουρ-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη νευροχειρουργική: Ελληνική Νευροχειρουργική Εταιρεία. [< αγγλ. neurosurgical, 1932, γαλλ. neurochirurgical, 1946] | |
| 33870 | νευροχειρουργός | νευ-ρο-χει-ρουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (προφ.) νευροχειρούργος: χειρουργός ειδικευμένος στη νευροχειρουργική. [< αγγλ. neurosurgeon, 1925, γαλλ. neurochirurgien, 1951] | |
| 33871 | νευροχημεία | νευ-ρο-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος της νευρολογίας που μελετά τη χημεία του νευρικού συστήματος: ~ του εγκεφάλου. [< αγγλ. neurochemistry, 1955, γαλλ. neurochimie, πριν από το 1971] | |
| 33872 | νευροχημικός | , ή, ό νευ-ρο-χη-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη νευροχημεία: ~ές: αντιδράσεις/μεταβολές. [< αγγλ. neurochemical, 1949, γαλλ. neurochimique] | |
| 33873 | νευροψυχιατρική | νευ-ρο-ψυ-χι-α-τρι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος που περιλαμβάνει τη νευρολογία και την ψυχιατρική και διερευνά τις οργανικές και ψυχικές διαταραχές του νευρικού συστήματος. [< αγγλ. neuropsychiatry, 1918, γαλλ. neuropsychiatrie, 1910] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ