Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [34540-34560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
33874νευροψυχιατρικός, ή, ό νευ-ρο-ψυ-χι-α-τρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη νευροψυχιατρική: ~ή: κλινική/νόσος. ~ές: παθήσεις. [< αγγλ. neuropsychiatric, 1918, γαλλ. neuropsychiatrique]
33875νευροψυχίατροςνευ-ρο-ψυ-χί-α-τρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός με ειδίκευση στη νευροψυχιατρική. [< αγγλ. neuropsychiatrist, 1922, γαλλ. neuropsychiatre, 1913]
33876νευροψυχικός, ή, ό νευ-ρο-ψυ-χι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στη σχέση αλληλεπίδρασης ανάμεσα στο νευρικό σύστημα και τις ψυχικές διαταραχές: ~ή: κατάσταση. ~ές: ασθένειες. Βλ. νευρολογ-, ψυχ-ικός. [< αγγλ. neuropsychic, γαλλ. neuropsychique]
33877νευροψυχολογίανευ-ρο-ψυ-χο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος που μελετά τις σχέσεις των ανώτερων εγκεφαλικών λειτουργιών, δηλ. του κεντρικού νευρικού συστήματος, με την ανθρώπινη συμπεριφορά, συνδυάζοντας τα πορίσματα της νευροφυσιολογίας και της γνωστικής ψυχολογίας: αναπτυξιακή/γνωστική/εξελικτική/κλινική/παιδική ~. ~ της νοητικής (καθ)υστέρησης/της σκέψης. [< αγγλ. neuropsychology, γαλλ. neuropsychologie, 1951]
33878νευροψυχολογικός, ή, ό νευ-ρο-ψυ-χο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη νευροψυχολογία: ~ή: προσέγγιση (της γλώσσας). ~ές: διαταραχές. ~ά: τεστ. [< αγγλ. neuropsychological, γαλλ. neuropsychologique]
33879νευροψυχολόγοςνευ-ρο-ψυ-χο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας, συνήθ. νευρολόγος ή ψυχολόγος, ειδικευμένος στη νευροψυχολογία. [< αγγλ. neuropsychologist, γαλλ. neuropsychologue]
33880νευρώδης, ης, ες νευ-ρώ-δης επίθ. {νευρώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (λόγ.) 1. (μτφ.) που είναι όλο νεύρο· δυναμικός, ενεργητικός, ζωντανός: ~ης: λόγος (πβ. παραστατικός)/ρυθμός. ~ης: γραφή. ~ες: παίξιμο μουσικού.|| ~ες: κρασί (: με έντονη οξύτητα). Πβ. νευρικός. ΑΝΤ. άνευρος (1) 2. που διαγράφονται οι φλέβες του· μυώδης: γυμνασμένος και ~.|| ~ες: σώμα. ~η: χέρια. Πβ. ρωμαλέος. Βλ. -ώδης. ΑΝΤ. πλαδαρός [< αρχ. νευρώδης]
33881νεύρωμανεύ-ρω-μα ουσ. (ουδ.) {νευρώμ-ατα}: ΙΑΤΡ. επώδυνος καλοήθης όγκος, ο οποίος αναπτύσσεται πάνω σε νεύρο και αποτελείται από νευρικά κύτταρα και ίνες: ακουστικό ~. ~ατα στα πόδια. Βλ. -ωμα2. [< μτγν. *νεύρωµα 'νεύρο', γαλλ. névrome, αγγλ. neuroma]
33882νευρώνεινευ-ρώ-νει ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ.}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. (για νεύρο) εκτείνεται, διακλαδίζεται ή καταλήγει σε κάποιο όργανο ή κάποια περιοχή του σώματος: Το αυτόνομο νευρικό σύστημα ~ τις λείες μυϊκές ίνες, τις καρδιακές ίνες και τους αδένες. Ο πρόσθιος χιαστός σύνδεσμος ~εται από το κνημιαίο νεύρο. [< πβ. μεσν. νευρώνω 'προσαρμόζω χορδή σε τόξο']
33883νευρώνες[νευρῶνες] νευ-ρώ-νες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. νευρώνας} 1. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. νευρικά κύτταρα τα οποία αποτελούν τις θεμελιώδεις μονάδες μετάδοσης σημάτων του νευρικού συστήματος: αισθητικοί, κινητικοί και διάμεσοι ~ (: τα κύρια είδη ~ων). ~ και νευρογλοιακά κύτταρα (: οι δύο κατηγορίες νευρικών κυττάρων). Βλ. δενδρίτης, νευράξονας, σύναψη. 2. ΠΛΗΡΟΦ. τα δομικά στοιχεία ενός νευρωνικού δικτύου: υπολογιστικοί ~. ~ εισόδου/εξόδου. ● ΣΥΜΠΛ.: κατοπτρικοί νευρώνες & νευρώνες-κάτοπτρα: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. νευρώνες που καθιστούν τον οργανισμό ικανό να προσομοιώνει νοητικά τις συμπεριφορές που παρατηρεί και οι οποίοι θεωρείται ότι παίζουν καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη λειτουργιών όπως η ενσυναίσθηση, η ομιλία και η αυτοσυνείδηση. [< αγγλ. mirror neurons] [< γαλλ. neurones, αγγλ. neurons]
33884νευρωνικός, ή, ό νευ-ρω-νι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με τους νευρώνες ή τα νευρωνικά δίκτυα: (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) ~ός: θάνατος. ~ή: απώλεια/δραστηριότητα/(δυσ)λειτουργία. ~ό: κύκλωμα/σύστημα/υπόστρωμα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: έλεγχος. ● ΣΥΜΠΛ.: νευρωνικά δίκτυα: ΠΛΗΡΟΦ. μοντέλα υπολογιστή παράλληλης επεξεργασίας που προσομοιάζουν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος: τεχνητά ~ ~. ~ ~ και ευφυή υπολογιστικά συστήματα. Χρήση (αλγορίθµων) ~ών ~ων. Βλ. τεχνητή νοημοσύνη. [< αγγλ. neural net(work), 1947] [< αγγλ. neuronal, 1901, γαλλ. ~, 1955]
33885νεύρωσηνεύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. διαταραχή ήπιας μορφής που εκδηλώνεται με αδικαιολόγητο άγχος, φοβίες, εμμονές, χωρίς όμως να διαταράσσεται η αντίληψη της εξωτερικής πραγματικότητας και χωρίς να παρατηρείται αποδιοργάνωση της προσωπικότητας του ατόμου (σε αντίθεση με την ψύχωση): αγχώδης/καταθλιπτική/τραυματική/υστερική ~. Είδη ~ώσεων (: παθητικότητα, ανυποταξία, καχυποψία, ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, νευρασθένεια, υποχονδρία, υστερία).|| (κατ' επέκτ.) Αστικές/σύγχρονες ~ώσεις. Η ~ των εορτών/της καθαριότητας. Πβ. μανία, μούρλια, τρέλα, ψυχο~. 2. (επιστ.) διάταξη νεύρων ή γενικότ. άλλων παρόμοιων σχηματισμών: (ΑΝΑΤ.) αισθητική/κινητική ~. ~ του μυοκαρδίου/του στόματος και της μύτης.|| (ΒΟΤ.) Φύλλα με έντονη ~ (πβ. φλέβα). Αφανείς/διογκωμένες ~ώσεις (= ίνες).|| Πλάκες με ~ώσεις. [< μεσν. νεύρωσις 'ενίσχυση' 1: γαλλ. névrose, αγγλ. neurosis 2: γαλλ. nervure]
33886νευρωτικός, ή, ό νευ-ρω-τι-κός επίθ. & νευρωσικός 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. (για πρόσ.) που πάσχει από νεύρωση· που σχετίζεται με αυτή τη διαταραχή: ~ή: προσωπικότητα. ~ά: άτομα. Βλ. ψυχωτικός.|| ~ή: κατάθλιψη/συμπεριφορά. ~ό: άγχος. ~ά: συμπτώματα. Πβ. ψυχο~. 2. (κατ' επέκτ.-προφ.) νευρικός, ευερέθιστος. ● επίρρ.: νευρωτικά [< γαλλ. névrotique, αγγλ. neurotic]
33887νεύσηνεύ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) νεύμα. 2. ΒΟΤ. ελικοειδής κίνηση του αναπτυσσόμενου τμήματος ενός φυτού: ~εις του βλαστού. 3. ΑΣΤΡΟΝ. ελαφρά ταλάντωση του άξονα ενός περιστρεφόμενου ουράνιου σώματος, όπως η Γη. [< μτγν. νεῦσις ‘κλίση, ροπή’ 2,3: γαλλ. nutation]
33888νεύωνεύ-ω ρ. (μτβ.) {ένευ-σα, νεύ-σει, -οντας} (λόγ.): γνέφω. Βλ. (συγ)κατα~. [< αρχ. νεύω]
33889νεφέληνε-φέ-λη ουσ. (θηλ.) {νεφελών} (λόγ.-λογοτ.): σύννεφο. ΣΥΝ. νέφος (2) [< αρχ. νεφέλη]
33890νεφελοειδής, ής, ές νε-φε-λο-ει-δής επίθ.: ΑΣΤΡΟΝ. νεφελώδης. Βλ. -ειδής. ● ΣΥΜΠΛ.: νεφελοειδής (αστέρας): νεφέλωμα. [< μτγν. νεφελοειδής, γαλλ. nébuleux]
33891νεφελοποίησηνε-φε-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. -ΙΑΤΡ. μετατροπή υγρού σε σπρέι· κατ' επέκτ. θεραπεία ασθενειών (π.χ. άσθμα) με φαρμακευτικό ψεκασμό. Πβ. εκ-, υδρο-νέφωση. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. nébulisation, 1965]
33892νεφελοποιητήςνε-φε-λο-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή μετατροπής υγρού σε σπρέι, ιδ. για ιατρικούς σκοπούς: φορητός ~. Το διάλυμα/εισπνεόμενο φάρμακο χορηγείται με ~ή. Βλ. αεροζόλ. [< γαλλ. nébuliseur, περ. 1960]
33893νεφελώδης, ης, ες νε-φε-λώ-δης επίθ. {νεφελώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} 1. ΜΕΤΕΩΡ. συννεφιασμένος: ~ης: ουρανός. Ο καιρός θα είναι ελαφρώς ~. ΣΥΝ. νεφοσκεπής ΑΝΤ. ανέφελος (1) 2. (μτφ.-λόγ.) ασαφής, αόριστος, συγκεχυμένος: ~ης: εικόνα/υπόθεση. ~ες: (πολιτικό) τοπίο. ~εις: διατυπώσεις/θέσεις (ΑΝΤ. ξεκάθαρες, συγκεκριμένες)/σκέψεις. Πβ. θολός, σκοτεινός. 3. ΑΣΤΡΟΝ. όμοιος με σύννεφο: ~ης: σχηματισμός. ~ες: ουράνιο αντικείμενο. Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. νεφελοειδής [< 1,3: αρχ. νεφελώδης 2: γαλλ. nébuleux]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.