Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [34560-34580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
33894νεφέλωμανε-φέ-λω-μα ουσ. (ουδ.) {νεφελώμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΑΣΤΡΟΝ. νέφος αερίων και σκόνης στον διαστρικό χώρο: σκοτεινό/σπειροειδές/φωτεινό ~. ~ ανάκλασης/εκπομπής. Το ~ του Καρκίνου/του Ωρίωνα. Σχηματισμός ~άτων. Βλ. αστρικό σμήνος. ΣΥΝ. νεφελοειδής (αστέρας) 2. (μτφ.) κατάσταση ασάφειας, αοριστίας, αβεβαιότητας: ιδεολογικό ~. Συναισθηματικά/φραστικά ~ατα. Πβ. ομίχλη. ● ΣΥΜΠΛ.: πλανητικό νεφέλωμα: ΑΣΤΡΟΝ. συμπαγές φωτεινό νεφέλωμα σε σχήμα δακτυλίου, που αποτελείται από ύλη, η οποία έχει εκτιναχθεί από θερμό αστέρα στο κέντρο του. [< αγγλ. planetary nebula] [< μεσν. νεφέλωμα 'σύννεφο', γαλλ. nébuleuse]
33895νεφοκάλυψηνε-φο-κά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ. το µέρος του ουρανού που καλύπτεται από νέφη: πλήρης ~. Ποσοστό/χάρτες ~ης. Πβ. νεφώσεις.
33896νέφοςνέ-φος ουσ. (ουδ.) {νέφ-ους | -η, -ών} 1. ΟΙΚΟΛ. φαινόμενο ατμοσφαιρικής ρύπανσης που δημιουργείται σε αστικές και βιομηχανικές περιοχές, λόγω της υψηλής συγκέντρωσης ρύπων, σε συνδυασμό είτε με χαμηλή θερμοκρασία και υψηλή υγρασία (αιθαλομίχλη) είτε με υψηλές θερμοκρασίες, μεγάλη ηλιοφάνεια και μικρή υγρασία (φωτοχημικό νέφος). Βλ. καυσαέρια, όξινη βροχή, φαινόμενο του θερμοκηπίου. 2. ΜΕΤΕΩΡ. {συνήθ. στον πληθ.} σύννεφο: κατώτερα (: στρώματα, στρωματοσωρείτες, σωρείτες, σωρειτομελανίες)/μεσαία (: υψιστρώματα, υψισωρείτες)/ορεογραφικά/ανώτερα ή υψηλά (: θύσανοι, θυσανοστρώματα) ~η. Πβ. ομίχλη. ΣΥΝ. νεφέλη 3. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε μοιάζει με σύννεφο: τοξικά ~η. Ένα ~ αερίων/καπνού/σκόνης κάλυψε τον ουρανό/υψώθηκε πάνω από την πόλη.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) (Μεσο)αστρικά ~η (βλ. γαλαξίας, νεφέλωμα). 4. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) ό,τι προκαλεί φόβο και ανησυχία, προμηνύει κάτι κακό: απειλητικά ~η. Πυκνώνουν τα ~η στις σχέσεις των δύο κρατών. Η κατάθεση του μάρτυρα διέλυσε όλα τα ~η (= τις υποψίες). ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρομαγνητικό νέφος: ρύπανση από την ακτινοβολία ασύρματων συσκευών και από τις κεραίες ραδιοφωνίας και τηλεφωνίας., ηλεκτρονικό νέφος & νέφος ηλεκτρονίων: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. ο χώρος του ατόμου που εκτείνεται πέρα από τον πυρήνα και όπου, θεωρητικά, κινούνται τα ηλεκτρόνια. [< αγγλ. electron cloud, 1926] , Νέφη του Μαγγελάνου: ΑΣΤΡΟΝ. δύο γαλαξίες, δορυφορικοί του δικού μας, που έχουν ακανόνιστο σχήμα και είναι ορατοί από το Νότιο Ημισφαίριο, χωρίς τη βοήθεια τηλεσκοπίου: Μεγάλο/Μικρό Νέφος του Μαγγελάνου., ραδιενεργό νέφος: σκόνη και ραδιενεργά στοιχεία που συγκεντρώνονται στην ατμόσφαιρα, συνήθ. μετά από πυρηνική έκρηξη ή διαρροή. [< αγγλ. radioactive dust/cloud] , υδρογονοσωματιδιακό νέφος βλ. υδρογονοσωματιδιακός, υπολογιστικό νέφος βλ. υπολογιστικός, φωτοχημικό νέφος βλ. φωτοχημικός ● ΦΡ.: (εν) μέσω νεφών (μτφ.-λόγ.): για καταστάσεις ασάφειας, αδιαφάνειας ή έντασης: Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε ~ ~. [< αρχ. νέφος, αγγλ. cloud, smog]
33897νεφοσκεπής, ής, ές νε-φο-σκε-πής επίθ. (λόγ.): νεφελώδης. Βλ. -σκεπής. [< γερμ. wolkenbedeckt]
33898νεφράνε-φρά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. νεφρό (λαϊκό) νεφρί} & (επίσ.) νεφροί (οι): ΑΝΑΤ. τα δύο όργανα δεξιά και αριστερά της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, τα οποία φιλτράρουν το αίμα, απεκκρίνοντας μέσω των ούρων τα απόβλητα του μεταβολισμού, καθορίζουν τα επίπεδα υδρογόνου, νατρίου, καλίου, φωσφορικών και άλλων ιόντων στο εξωκυττάριο υγρό και ρυθμίζουν τον όγκο του κυκλοφορούντος αίματος και τη μυϊκή σύσπαση των αγγείων: ασθένειες των ~ών (βλ. νεφρίτιδα). Έχει πέτρες στα ~ά (βλ. νεφρο-, ουρο-λιθίαση). Βλ. επινεφρίδια, νεφρώνας.|| Αφαίρεση/καρκίνος/πτώση ~ού.|| (με αναφορά στη νεφρική ανεπάρκεια:) Δότης/μεταμόσχευση ~ού. Δώρισε/έδωσε/πρόσφερε το ένα του ~ό. ● ΣΥΜΠΛ.: κολικός (του) νεφρού/(των) νεφρών: ΙΑΤΡ. οξύτατος πόνος που σχετίζεται με την ύπαρξη πέτρας στα νεφρά ή στον ουρητήρα., τεχνητός νεφρός: ΙΑΤΡ. συσκευή αιμοκάθαρσης για ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια: μονάδα ~ού ~ού. [< γαλλ. rein artificiel] ● ΦΡ.: μου έπεσαν τα νεφρά (προφ.): κουράστηκα υπερβολικά ή έχω πόνους στη μέση, κυρ. επειδή έχω σηκώσει μεγάλο βάρος. [< μεσν. νεφρόν, αρχ. νεφρός]
33899νεφραγγειακός, ή, ό νε-φραγ-γει-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα αιμοφόρα αγγεία των νεφρών: ~ή: νόσος. ● ΣΥΜΠΛ.: νεφραγγειακή υπέρταση βλ. υπέρταση [< αγγλ. renovascular, 1961]
33900νεφραμιάνε-φρα-μιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. κομμάτι από σφάγιο, που περιέχει τα νεφρά: αρνίσια/χοιρινή ~. 2. (κυρ. στο ανθρώπινο σώμα) η περιοχή των νεφρών.
33901νεφρεκτομήνε-φρε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική αφαίρεση ολόκληρου του νεφρού ή τμήματός του για την αντιμετώπιση κυρ. κακοήθους ή καλοήθους όγκου: λαπαροσκοπική ~. Βλ. -εκτομή. [< γαλλ. néphrectomie , αγγλ. nephrectomy]
33902νεφρίβλ. νεφρά
33903νεφρικός, ή, ό νε-φρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα νεφρά: ~ή: απέκκριση/αρτηρία/βλάβη/λειτουργία. ~ό: μόσχευμα/σύνδρομο. ~ές: κύστεις. ~ά: προβλήματα/σωληνάρια. Πβ. νεφρολογικός. Βλ. εξω~. ● ΣΥΜΠΛ.: νεφρική ανεπάρκεια: ΙΑΤΡ. μείωση της νεφρικής λειτουργίας, η οποία στα τελικά της στάδια καθιστά απαραίτητη την αιμοκάθαρση ή τη μεταμόσχευση νεφρού: οξεία/χρόνια ~ ~. Βλ. τεχνητός νεφρός., νεφρική πύελος: ΑΝΑΤ. κοιλότητα του νεφρού σε σχήμα χωνιού, της οποίας η κορυφή συνδέεται με τον ουρητήρα., νεφρικοί κάλυκες βλ. κάλυκας [< μτγν. νεφρικός, γαλλ. rénal, néphrétique]
33904νεφρίτηςνε-φρί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ημιπολύτιμος λίθος, ποικιλία του ζαντ, με χρώμα που ποικίλλει από λευκό ως σκούρο πράσινο, αποτελείται από ασβέστιο, μαγνήσιο και σίδηρο και ανήκει στην ομάδα των αμφιβόλων: γλυπτά/κοσμήματα από ~η. Βλ. -ίτης2. [< μτγν. νεφρίτης 'ο πρώτος σπόνδυλος του κόκκυγα', γαλλ. néphrite , γερμ. Nephrit, αγγλ. nephrite]
33905νεφρίτιδανε-φρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του νεφρού: οξεία διάμεση ~. Πβ. νεφροπάθεια. Βλ. -ίτιδα, πυελο~, σπειραματο~. [< αρχ. νεφρῖτις ΄ασθένεια των νεφρών', γαλλ. néphrite , αγγλ. nephritis]
33906νεφρο- & νεφρ-: ΙΑΤΡ. α' συνθετικό όρων με αναφορά στα νεφρά ή σε πάθησή τους: νεφρ-αγγειακός.|| Νεφρο-λόγος.|| Νεφρο-πάθεια. Nεφρ-ίτιδα.
33907νεφροβλάστωμανε-φρο-βλά-στω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κακοήθης νεφρικός όγκος που σχετίζεται με ορισμένες γενετικές ανωμαλίες και εκδηλώνεται συνήθ. στην παιδική ηλικία. Βλ. -ωμα2. [< αγγλ. nephroblastoma, γαλλ. néphroblastome]
33908νεφρογενής, ής, ές νε-φρο-γε-νής επίθ.: ΙΑΤΡ. που προέρχεται από τα νεφρά: ~ άποιος διαβήτης. Βλ. -γενής. [< αγγλ. nephrogenous, γαλλ. néphrogène]
33909νεφροειδής, ής, ές νε-φρο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει σχήμα νεφρού ή μοιάζει με αυτό: ~ής: καμπύλη. ~ή: φύλλα. Βλ. -ειδής. [< αρχ. νεφροειδής]
33910νεφροκυτταρικός, ή, ό νε-φρο-κυτ-τα-ρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα νεφρικά κύτταρα: ~ό: καρκίνωμα/νεόπλασμα. [< αγγλ. renal cell]
33911νεφρολιθίασηνε-φρο-λι-θί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λιθίαση νεφρού. Βλ. κολικός (του) νεφρού/(των) νεφρών. [< γαλλ. lithiase rénale, αγγλ. renal lithiasis]
33912νεφρολογίανε-φρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ν): ΙΑΤΡ. κλάδος που ασχολείται με την ανατομία, τη φυσιολογία και την παθολογία των νεφρών: κλινική/παιδιατρική ~. Βλ. -λογία. [< γαλλ. néphrologie, αγγλ. nephrology]
33913νεφρολογικός, ή, ό νε-φρο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη νεφρολογία· καταχρ. νεφρικός: ~ή: Εταιρεία.|| ~ή: βλάβη. Ασθενείς με ~ά προβλήματα. [< γαλλ. néphrologique]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.