| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2493 | αμαρυλλίδα | [ἀμαρυλλίδα] α-μα-ρυλ-λί-δα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες διακοσμητικό φυτό (οικογ. Amaryllidaceae) με κωνικά, αρωματικά άνθη σε μεγάλη ποικιλία χρωμάτων: δίχρωμες/κόκκινες/λευκές ~ες. [< μτγν. Ἀμαρυλλίς, γαλλ.-αγγλ. amaryllis] | |
| 2494 | αμάσητος | , η, ο [ἀμάσητος] α-μά-ση-τος επίθ.: που δεν μασήθηκε: Κατάπιε/κατέβασε το φαγητό ~ο (ΑΝΤ. μασημένο).|| (μτφ.-προφ.) Το έχαψε ~ο. Δέχονται σαν ~η τροφή (: χωρίς κριτική επεξεργασία) ό,τι τους σερβίρουν. [< μτγν. ἀμάσητος] | |
| 2495 | αμασχάλη | βλ. μασχάλη | |
| 2496 | αμαυρώνω | [ἀμαυρώνω] α-μαυ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {αμαύρω-σε, αμαυρώ-θηκε, -μένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): θίγω την τιμή, το όνομα, κυρ. προσώπου: ~ το κύρος/τη μνήμη/τη φήμη (κάποιου). Η αξιοπιστία/η υστεροφημία του ~θηκε. Τα επεισόδια ~σαν τον εορτασμό της επετείου. ~μένη: εικόνα. Πβ. βρομίζω, λερώνω. ΣΥΝ. κηλιδώνω (1), σπιλώνω, στιγματίζω (1) [< αρχ. ἀμαυρῶ, μεσν. αμαυρώνω] | |
| 2497 | αμαύρωση | [ἀμαύρωση] α-μαύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. μείωση της καλής φήμης, της υπόληψης κυρ. προσώπου, δυσφήμηση: ~ της εικόνας/της επετείου/της ιστορίας/του ονόματος (κάποιου). Δημόσια ~ προσώπου. ΣΥΝ. κηλίδωση (2), σπίλωση, στιγματισμός (1) 2. (λόγ.) το να γίνεται κάτι θαμπό, σκοτεινό· ειδικότ. μείωση ή απώλεια της λάμψης ορισμένων μετάλλων ή ορυκτών λόγω οξείδωσης: ~ του φιλμ. Βαθμός ~ης.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ (ηλιακού) χείλους (: το να εμφανίζεται ο ηλιακός δίσκος σκοτεινότερος στην περιφέρεια από ό,τι στο κέντρο).|| (ΧΗΜ.) ~ επιφάνειας. 3. ΙΑΤΡ. ξαφνική, συνήθ. παροδική και σπανιότ. μόνιμη, απώλεια της όρασης, κυρ. λόγω βλάβης του οπτικού νεύρου ή του αμφιβληστροειδούς, χωρίς εμφανή αλλοίωση του οφθαλμού: ~ από γλαύκωμα/εγκεφαλική αιμορραγία. Εκ γενετής ~. Πβ. τυφλότητα. Βλ. αμβλυωπία. [< 1: μτγν. ἀμαύρωσις 2,3: αρχ. ἀμαύρωσις, γαλλ. amaurose, αγγλ. amaurosis] | |
| 2498 | αμάχη | [ἀμάχη] α-μά-χη ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): έχθρα, μίσος και κατ' επέκτ. τσακωμός, σύγκρουση: Ρήμαξαν σπίτια με την ~ τους (ΑΝΤ. αγάπη, φιλία).|| Ξέσπασε ~. Πβ. φιλονικία. [< μεσν. αμάχη] | |
| 2499 | αμαχητί | [ἀμαχητί] α-μα-χη-τί επίρρ. (λόγ.): χωρίς μάχη, αντίσταση ή αντίρρηση: Έπεσε/παραδόθηκε ~. Δεν εγκαταλείπω τη θέση μου ~. Υπέκυψε ~ στη γοητεία της. [< αρχ. ἀμαχητί] | |
| 2500 | αμάχητος | , η, ο [ἀμάχητος] α-μά-χη-τος επίθ. 1. ΝΟΜ. που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ή να προσβληθεί, αδιάσειστος, αδιαμφισβήτητος: ~η: απόδειξη. ~ο: κριτήριο. ~α: στοιχεία. ΑΝΤ. μαχητός 2. (σπάν.) ακαταμάχητος, αήττητος. ● επίρρ.: αμάχητα & (λόγ.) αμαχήτως: στη σημ. 1: Αποδεικνύεται/τεκμαίρεται ~ ότι ... ● ΣΥΜΠΛ.: αμάχητο τεκμήριο: ΝΟΜ. αποδεικτικό στοιχείο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση: Η συμπλήρωση της αίτησης εγγραφής αποτελεί ~ ~ ότι έχετε αποδεχθεί τους όρους μας. ΑΝΤ. μαχητό τεκμήριο [< αρχ. ἀμάχητος] | |
| 2501 | άμαχος | , η, ο [ἄμαχος] ά-μα-χος επίθ.: που δεν συμμετέχει ενεργά σε πόλεμο: ~α: θύματα. Βλ. -μαχος. ΑΝΤ. μάχιμος (2) ● Ουσ.: άμαχοι (οι) {αμάχ-ων, -ους}: άμαχος πληθυσμός: αθώοι ~. Απώλειες/προστασία/σφαγή ~ων. Χιλιάδες ~ σκοτώθηκαν/έχουν εκδιωχθεί από τα σπίτια τους. Επιθέσεις/πυρά εναντίον ~ων. Βοήθεια στους ~ους. ● ΣΥΜΠΛ.: άμαχος πληθυσμός: ΝΟΜ. το σύνολο των κατοίκων μιας περιοχής που δεν λαμβάνει ενεργό μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις και προστατεύεται από διεθνείς συμβάσεις, κυρ. γυναικόπαιδα. [< αρχ. ἄμαχος] | |
| 2502 | αμβλυγώνιος | , α, ο [ἀμβλυγώνιος] αμ-βλυ-γώ-νι-ος επίθ.: ΓΕΩΜ. που έχει ή σχηματίζει αμβλεία γωνία: ~α: προβλήτα. Βλ. -γώνιος. ΑΝΤ. οξυγώνιος ● ΣΥΜΠΛ.: αμβλυγώνιο τρίγωνο: ΓΕΩΜ. που έχει μία γωνία μεγαλύτερη των 90 μοιρών. Βλ. οξυ-, ορθο-γώνιο τρίγωνο. [< γαλλ. triangle curriligne] [< μτγν. ἀμβλυγώνιος] | |
| 2503 | αμβλύνοια | [ἀμβλύνοια] αμ-βλύ-νοι-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): χαμηλή νοημοσύνη, μειωμένη αντιληπτική ικανότητα: ~ και αποχαύνωση. ΣΥΝ. ανοησία (1), βλακεία (1), βραδύνοια ΑΝΤ. αγχίνοια, εξυπνάδα (1), ευστροφία (1), οξύνοια | |
| 2504 | άμβλυνση | [ἄμβλυνση] άμ-βλυν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μείωση, μετριασμός, εξασθένηση: ~ (κοινωνικο-οικονομικών) ανισοτήτων/αντιθέσεων/διαφορών/της κρίσης/της μνήμης/του προβλήματος/του χάσματος. ΣΥΝ. απάμβλυνση ΑΝΤ. όξυνση (1) [< μτγν. ἂμβλυνσις] | |
| 2505 | αμβλύνω | [ἀμβλύνω] αμ-βλύ-νω ρ. (μτβ.) {άμβλυ-νε, -νθηκε, -(μ)μένος} (λόγ.) 1. (μτφ.) καθιστώ κάτι λιγότερο έντονο, οξύ ή δυσάρεστο: ~ τις αντιθέσεις/διαφορές (πβ. μειώνω)/εντυπώσεις. Μέτρα που ~ουν τις επιπτώσεις. Ο χρόνος θα ~ει (= απαλύνει) τον πόνο. ~εται η ένταση (= αποκλιμακώνεται, ΑΝΤ. κλιμακώνεται)/το πρόβλημα (ΑΝΤ. εντείνεται)/το χάσμα. Πβ. μετριάζω. ΣΥΝ. απαμβλύνω ΑΝΤ. επιτείνω (1), οξύνω (1) 2. για κάποια αίσθηση ή πνευματική λειτουργία που εξασθενεί προοδευτικά: Η μνήμη/όρασή του έχουν ~νθεί (= μειωθεί) αισθητά. ~(μ)μένη αντίληψη/κρίση/συνείδηση. 3. (σπάν.) κάνω κάτι αμβλύ, ελαττώνω την αιχμηρότητα, την οξύτητα κάποιου εργαλείου, οργάνου. ΑΝΤ. ακονίζω (1), τροχίζω (1) [< αρχ. ἀμβλύνω] | |
| 33348 | ΑΜΒΛΥΣ | , ή, ό μυ-τε-ρός επίθ.: που αποτελείται από ή καταλήγει σε αιχμή, μύτη: ~ός: βράχος. ~ή: άκρη/βελόνα/βέργα/κορυφή (βουνού)/λόγχη/μπότα/πέτρα/προεξοχή. ~ό: αγκάθι/εργαλείο/καρφί/μαχαίρι/μολύβι/ξύλο/πιγούνι/ράμφος/ρύγχος. ~ές: απολήξεις. ~ά: φύλλα. Βλ. -ερός. ΣΥΝ. αιχμηρός (2), σουβλερός (1) ΑΝΤ. αμβλύς (2) [< μεσν. μυτερός] | |
| 2506 | αμβλύς | , εία, ύ [ἀμβλύς] αμ-βλύς επίθ. {-είς (ουδ. -έα), -έων (θηλ. -ειών)} (λόγ.) 1. (μτφ.) αδύναμος, άτονος ή εξασθενημένος: ~ύς: πόνος (ΣΥΝ. ήπιος, ΑΝΤ. οξύς). ~εία: όραση (ΑΝΤ. δυνατή). ~ύ: τραύμα. 2. που δεν είναι αιχμηρός, κοφτερός: ~εία: άκρη. ~ύ: εργαλείο (= στομωμένο). ΑΝΤ. μυτερός, οξύς (5) ● ΣΥΜΠΛ.: αμβλεία γωνία: ΓΕΩΜ. που είναι μεγαλύτερη από 90° και μικρότερη από 180°. Βλ. οξεία, ορθή γωνία. [< γαλλ. angle curriligne] [< αρχ. ἀμβλύς] | |
| 2507 | αμβλύτητα | [ἀμβλύτητα] αμ-βλύ-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) εξασθένηση, έλλειψη οξύτητας, έντασης: πνευματική/(ΨΥΧΙΑΤΡ.) συναισθηματική ~. ~ της μνήμης. Πβ. άμβλυνση. 2. ΙΑΤΡ. αμβλύς ήχος που παράγεται κατά την επίκρουση τμήματος ή οργάνου του ανθρώπινου σώματος για διαγνωστικούς λόγους. 3. (σπάν.) το να μην είναι κάτι οξύ, αιχμηρό, μυτερό. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αιχμηρότητα, οξύτητα (1) [< αρχ. ἀμβλύτης] | |
| 2508 | αμβλύωπας | [ἀμβλύωπας] αμ-βλύ-ω-πας επίθ./ουσ. & (σπάν.-λόγ.) αμβλύωψ: ΙΑΤΡ. πρόσωπο που πάσχει από αμβλυωπία: Ανάγλυφες εικόνες για τυφλούς και ~ες. [< πβ. αρχ. ἀμβλυωπός] | |
| 2509 | αμβλυωπία | [ἀμβλυωπία] αμ-βλυ-ω-πί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. προσωρινή ή μόνιμη εξασθένηση της όρασης στον έναν ή σπανιότ. και στους δύο οφθαλμούς: στραβισμός, διαθλαστικές ανωμαλίες και ~. Πβ. τεμπέλικο μάτι. Βλ. αμαύρωση. [< αρχ. ἀμβλυωπία, αγγλ. amblyopia, γαλλ. amblyopie, γερμ. Amblyopie] | |
| 2510 | άμβλωση | [ἄμβλωση] άμ-βλω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. έκτρωση. [< αρχ. ἄμβλωσις] | |
| 2511 | αμβροσία | [ἀμβροσία] αμ-βρο-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΜΥΘ. η τροφή των θεών του Ολύμπου: νέκταρ και ~. 2. (σπάν.-μτφ.) πάρα πολύ νόστιμο ή ασυνήθιστο φαγητό: Ένα γλυκό σκέτη ~! 3. ΒΟΤ. ετήσιο φυτό, ζιζάνιο (επιστ. ονομασ. Ambrosia), με τριχωτούς βλαστούς και διαιρεμένα φύλλα, γνωστό για την αλλεργία που προκαλεί. Βλ. βρομούσα. [< αρχ. ἀμβροσία 1,3: γαλλ. ambroisie] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ