Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [3440-3460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2502αμβλυγώνιος, α, ο [ἀμβλυγώνιος] αμ-βλυ-γώ-νι-ος επίθ.: ΓΕΩΜ. που έχει ή σχηματίζει αμβλεία γωνία: ~α: προβλήτα. Βλ. -γώνιος. ΑΝΤ. οξυγώνιος ● ΣΥΜΠΛ.: αμβλυγώνιο τρίγωνο: ΓΕΩΜ. που έχει μία γωνία μεγαλύτερη των 90 μοιρών. Βλ. οξυ-, ορθο-γώνιο τρίγωνο. [< γαλλ. triangle curriligne] [< μτγν. ἀμβλυγώνιος]
2503αμβλύνοια[ἀμβλύνοια] αμ-βλύ-νοι-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): χαμηλή νοημοσύνη, μειωμένη αντιληπτική ικανότητα: ~ και αποχαύνωση. ΣΥΝ. ανοησία (1), βλακεία (1), βραδύνοια ΑΝΤ. αγχίνοια, εξυπνάδα (1), ευστροφία (1), οξύνοια
2504άμβλυνση[ἄμβλυνση] άμ-βλυν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μείωση, μετριασμός, εξασθένηση: ~ (κοινωνικο-οικονομικών) ανισοτήτων/αντιθέσεων/διαφορών/της κρίσης/της μνήμης/του προβλήματος/του χάσματος. ΣΥΝ. απάμβλυνση ΑΝΤ. όξυνση (1) [< μτγν. ἂμβλυνσις]
2505αμβλύνω[ἀμβλύνω] αμ-βλύ-νω ρ. (μτβ.) {άμβλυ-νε, -νθηκε, -(μ)μένος} (λόγ.) 1. (μτφ.) καθιστώ κάτι λιγότερο έντονο, οξύ ή δυσάρεστο: ~ τις αντιθέσεις/διαφορές (πβ. μειώνω)/εντυπώσεις. Μέτρα που ~ουν τις επιπτώσεις. Ο χρόνος θα ~ει (= απαλύνει) τον πόνο. ~εται η ένταση (= αποκλιμακώνεται, ΑΝΤ. κλιμακώνεται)/το πρόβλημα (ΑΝΤ. εντείνεται)/το χάσμα. Πβ. μετριάζω. ΣΥΝ. απαμβλύνω ΑΝΤ. επιτείνω (1), οξύνω (1) 2. για κάποια αίσθηση ή πνευματική λειτουργία που εξασθενεί προοδευτικά: Η μνήμη/όρασή του έχουν ~νθεί (= μειωθεί) αισθητά. ~(μ)μένη αντίληψη/κρίση/συνείδηση. 3. (σπάν.) κάνω κάτι αμβλύ, ελαττώνω την αιχμηρότητα, την οξύτητα κάποιου εργαλείου, οργάνου. ΑΝΤ. ακονίζω (1), τροχίζω (1) [< αρχ. ἀμβλύνω]
33348ΑΜΒΛΥΣ

, ή, ό μυ-τε-ρός επίθ.: που αποτελείται από ή καταλήγει σε αιχμή, μύτη: ~ός: βράχος. ~ή: άκρη/βελόνα/βέργα/κορυφή (βουνού)/λόγχη/μπότα/πέτρα/προεξοχή. ~ό: αγκάθι/εργαλείο/καρφί/μαχαίρι/μολύβι/ξύλο/πιγούνι/ράμφος/ρύγχος. ~ές: απολήξεις. ~ά: φύλλα. Βλ. -ερός. ΣΥΝ. αιχμηρός (2), σουβλερός (1) ΑΝΤ. αμβλύς (2) [< μεσν. μυτερός]

2506αμβλύς, εία, ύ [ἀμβλύς] αμ-βλύς επίθ. {-είς (ουδ. -έα), -έων (θηλ. -ειών)} (λόγ.) 1. (μτφ.) αδύναμος, άτονος ή εξασθενημένος: ~ύς: πόνος (ΣΥΝ. ήπιος, ΑΝΤ. οξύς). ~εία: όραση (ΑΝΤ. δυνατή). ~ύ: τραύμα. 2. που δεν είναι αιχμηρός, κοφτερός: ~εία: άκρη. ~ύ: εργαλείο (= στομωμένο). ΑΝΤ. μυτερός, οξύς (5) ● ΣΥΜΠΛ.: αμβλεία γωνία: ΓΕΩΜ. που είναι μεγαλύτερη από 90° και μικρότερη από 180°. Βλ. οξεία, ορθή γωνία. [< γαλλ. angle curriligne] [< αρχ. ἀμβλύς]
2507αμβλύτητα[ἀμβλύτητα] αμ-βλύ-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) εξασθένηση, έλλειψη οξύτητας, έντασης: πνευματική/(ΨΥΧΙΑΤΡ.) συναισθηματική ~. ~ της μνήμης. Πβ. άμβλυνση. 2. ΙΑΤΡ. αμβλύς ήχος που παράγεται κατά την επίκρουση τμήματος ή οργάνου του ανθρώπινου σώματος για διαγνωστικούς λόγους. 3. (σπάν.) το να μην είναι κάτι οξύ, αιχμηρό, μυτερό. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αιχμηρότητα, οξύτητα (1) [< αρχ. ἀμβλύτης]
2508αμβλύωπας[ἀμβλύωπας] αμ-βλύ-ω-πας επίθ./ουσ. & (σπάν.-λόγ.) αμβλύωψ: ΙΑΤΡ. πρόσωπο που πάσχει από αμβλυωπία: Ανάγλυφες εικόνες για τυφλούς και ~ες. [< πβ. αρχ. ἀμβλυωπός]
2509αμβλυωπία[ἀμβλυωπία] αμ-βλυ-ω-πί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. προσωρινή ή μόνιμη εξασθένηση της όρασης στον έναν ή σπανιότ. και στους δύο οφθαλμούς: στραβισμός, διαθλαστικές ανωμαλίες και ~. Πβ. τεμπέλικο μάτι. Βλ. αμαύρωση. [< αρχ. ἀμβλυωπία, αγγλ. amblyopia, γαλλ. amblyopie, γερμ. Amblyopie]
2510άμβλωση[ἄμβλωση] άμ-βλω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. έκτρωση. [< αρχ. ἄμβλωσις]
2511αμβροσία[ἀμβροσία] αμ-βρο-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΜΥΘ. η τροφή των θεών του Ολύμπου: νέκταρ και ~. 2. (σπάν.-μτφ.) πάρα πολύ νόστιμο ή ασυνήθιστο φαγητό: Ένα γλυκό σκέτη ~! 3. ΒΟΤ. ετήσιο φυτό, ζιζάνιο (επιστ. ονομασ. Ambrosia), με τριχωτούς βλαστούς και διαιρεμένα φύλλα, γνωστό για την αλλεργία που προκαλεί. Βλ. βρομούσα. [< αρχ. ἀμβροσία 1,3: γαλλ. ambroisie]
2512άμβυκας[ἄμβυκας] άμ-βυ-κας ουσ. (αρσ.) (επίσ.): αποστακτικό καζάνι παρασκευής τσίπουρου, ρακής, ούζου και άλλων οινοπνευματωδών ποτών. [< αρχ. ἄμβυξ]
2513άμβωνας[ἄμβωνας] άμ-βω-νας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) άμβων: ΕΚΚΛΗΣ. ημικυκλικό ή πολυγωνικό βήμα στο εσωτερικό εκκλησίας που τοποθετείται ψηλά, συνήθ. σε κίονα της αριστερής κιονοστοιχίας με ελικοειδή σκάλα και προορίζεται για ανάγνωση του Ευαγγελίου ή για το κήρυγμα του θείου λόγου: ξύλινος/μαρμάρινος ~. ● ΦΡ.: από άμβωνος (λόγ.) 1. (μτφ.) με δογματικό, υπεροπτικό ή αλαζονικό τρόπο, αφ' υψηλού: ~ ~ παραινέσεις. Πβ. από καθέδρας. 2. (σπάν.) (για κήρυγμα, ομιλία) που γίνεται από τον άμβωνα: ~ ~ λόγοι. [< μτγν. ἄμβων]
2514άμε[ἄμε] ά-με επιφών. {άμετε κ. αμέτε} (διαλεκτ.): πήγαινε, φύγε: ~ να πεις του κύρη σου ... ~ στην ευχή του Θεού και της Παναγίας. Αμέτε, φίλοι, στο καλό. Πβ. άντε. [< μεσν. άμε < άγωμε < αρχ. ἄγωμεν]
2515αμέ[ἀμέ] α-μέ μόρ. & (διαλεκτ.) αμή (προφ.) 1. (εμφατ. σε καταφατική απάντηση, συχνά με το ναι) ασφαλώς, βέβαια, σίγουρα: Θα μείνεις για φαγητό; - (Ναι), ~! Πβ. αλλά; 2. (αντιθετ.) όμως, μα: - ~ τι νομίζατε; Ότι θα ξεμπερδεύατε έτσι εύκολα; Πβ. αμ. [< μεσν. αμέ < αμμέ < αμμή < αρχ. ἂν μή]
2516ΑμεΑ(τα) : Άτομα με Αναπηρία.
2517ΑΜΕΑ1(τα): Άτομα Με Ειδικές Ανάγκες.
2518αμέθοδος, η, ο [ἀμέθοδος] α-μέ-θο-δος επίθ. (λόγ.): που γίνεται χωρίς μέθοδο ή σύστημα: ~η: διδασκαλία. ΑΝΤ. μεθοδικός, συστηματικός (2) ● επίρρ.: αμέθοδα [< μτγν. ἀμέθοδος]
2519αμέθυστος, η, ο [ἀμέθυστος] α-μέ-θυ-στος επίθ.: που δεν έχει μεθύσει. Πβ. ξεμέθυστος. ΑΝΤ. μεθυσμένος (1) [< μτγν. ἀμέθυστος]
2520αμέθυστος[ἀμέθυστος] α-μέ-θυ-στος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύστου}: ΟΡΥΚΤ. ημιπολύτιμος λίθος, ημιδιαφανής παραλλαγή του χαλαζία σε βιολετί χρώμα: κρύσταλλοι ~ου. Κολιέ με μαργαριτάρια και ~ους. [< μτγν. ἀμέθυστος, γαλλ. améthyste, αγγλ. amethyst]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.