| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33897 | νεφοσκεπής | , ής, ές νε-φο-σκε-πής επίθ. (λόγ.): νεφελώδης. Βλ. -σκεπής. [< γερμ. wolkenbedeckt] | |
| 33898 | νεφρά | νε-φρά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. νεφρό (λαϊκό) νεφρί} & (επίσ.) νεφροί (οι): ΑΝΑΤ. τα δύο όργανα δεξιά και αριστερά της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, τα οποία φιλτράρουν το αίμα, απεκκρίνοντας μέσω των ούρων τα απόβλητα του μεταβολισμού, καθορίζουν τα επίπεδα υδρογόνου, νατρίου, καλίου, φωσφορικών και άλλων ιόντων στο εξωκυττάριο υγρό και ρυθμίζουν τον όγκο του κυκλοφορούντος αίματος και τη μυϊκή σύσπαση των αγγείων: ασθένειες των ~ών (βλ. νεφρίτιδα). Έχει πέτρες στα ~ά (βλ. νεφρο-, ουρο-λιθίαση). Βλ. επινεφρίδια, νεφρώνας.|| Αφαίρεση/καρκίνος/πτώση ~ού.|| (με αναφορά στη νεφρική ανεπάρκεια:) Δότης/μεταμόσχευση ~ού. Δώρισε/έδωσε/πρόσφερε το ένα του ~ό. ● ΣΥΜΠΛ.: κολικός (του) νεφρού/(των) νεφρών: ΙΑΤΡ. οξύτατος πόνος που σχετίζεται με την ύπαρξη πέτρας στα νεφρά ή στον ουρητήρα., τεχνητός νεφρός: ΙΑΤΡ. συσκευή αιμοκάθαρσης για ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια: μονάδα ~ού ~ού. [< γαλλ. rein artificiel] ● ΦΡ.: μου έπεσαν τα νεφρά (προφ.): κουράστηκα υπερβολικά ή έχω πόνους στη μέση, κυρ. επειδή έχω σηκώσει μεγάλο βάρος. [< μεσν. νεφρόν, αρχ. νεφρός] | |
| 33899 | νεφραγγειακός | , ή, ό νε-φραγ-γει-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα αιμοφόρα αγγεία των νεφρών: ~ή: νόσος. ● ΣΥΜΠΛ.: νεφραγγειακή υπέρταση βλ. υπέρταση [< αγγλ. renovascular, 1961] | |
| 33900 | νεφραμιά | νε-φρα-μιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. κομμάτι από σφάγιο, που περιέχει τα νεφρά: αρνίσια/χοιρινή ~. 2. (κυρ. στο ανθρώπινο σώμα) η περιοχή των νεφρών. | |
| 33901 | νεφρεκτομή | νε-φρε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική αφαίρεση ολόκληρου του νεφρού ή τμήματός του για την αντιμετώπιση κυρ. κακοήθους ή καλοήθους όγκου: λαπαροσκοπική ~. Βλ. -εκτομή. [< γαλλ. néphrectomie , αγγλ. nephrectomy] | |
| 33902 | νεφρί | βλ. νεφρά | |
| 33903 | νεφρικός | , ή, ό νε-φρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα νεφρά: ~ή: απέκκριση/αρτηρία/βλάβη/λειτουργία. ~ό: μόσχευμα/σύνδρομο. ~ές: κύστεις. ~ά: προβλήματα/σωληνάρια. Πβ. νεφρολογικός. Βλ. εξω~. ● ΣΥΜΠΛ.: νεφρική ανεπάρκεια: ΙΑΤΡ. μείωση της νεφρικής λειτουργίας, η οποία στα τελικά της στάδια καθιστά απαραίτητη την αιμοκάθαρση ή τη μεταμόσχευση νεφρού: οξεία/χρόνια ~ ~. Βλ. τεχνητός νεφρός., νεφρική πύελος: ΑΝΑΤ. κοιλότητα του νεφρού σε σχήμα χωνιού, της οποίας η κορυφή συνδέεται με τον ουρητήρα., νεφρικοί κάλυκες βλ. κάλυκας [< μτγν. νεφρικός, γαλλ. rénal, néphrétique] | |
| 33904 | νεφρίτης | νε-φρί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ημιπολύτιμος λίθος, ποικιλία του ζαντ, με χρώμα που ποικίλλει από λευκό ως σκούρο πράσινο, αποτελείται από ασβέστιο, μαγνήσιο και σίδηρο και ανήκει στην ομάδα των αμφιβόλων: γλυπτά/κοσμήματα από ~η. Βλ. -ίτης2. [< μτγν. νεφρίτης 'ο πρώτος σπόνδυλος του κόκκυγα', γαλλ. néphrite , γερμ. Nephrit, αγγλ. nephrite] | |
| 33905 | νεφρίτιδα | νε-φρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του νεφρού: οξεία διάμεση ~. Πβ. νεφροπάθεια. Βλ. -ίτιδα, πυελο~, σπειραματο~. [< αρχ. νεφρῖτις ΄ασθένεια των νεφρών', γαλλ. néphrite , αγγλ. nephritis] | |
| 33906 | νεφρο- & νεφρ- | : ΙΑΤΡ. α' συνθετικό όρων με αναφορά στα νεφρά ή σε πάθησή τους: νεφρ-αγγειακός.|| Νεφρο-λόγος.|| Νεφρο-πάθεια. Nεφρ-ίτιδα. | |
| 33907 | νεφροβλάστωμα | νε-φρο-βλά-στω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κακοήθης νεφρικός όγκος που σχετίζεται με ορισμένες γενετικές ανωμαλίες και εκδηλώνεται συνήθ. στην παιδική ηλικία. Βλ. -ωμα2. [< αγγλ. nephroblastoma, γαλλ. néphroblastome] | |
| 33908 | νεφρογενής | , ής, ές νε-φρο-γε-νής επίθ.: ΙΑΤΡ. που προέρχεται από τα νεφρά: ~ άποιος διαβήτης. Βλ. -γενής. [< αγγλ. nephrogenous, γαλλ. néphrogène] | |
| 33909 | νεφροειδής | , ής, ές νε-φρο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει σχήμα νεφρού ή μοιάζει με αυτό: ~ής: καμπύλη. ~ή: φύλλα. Βλ. -ειδής. [< αρχ. νεφροειδής] | |
| 33910 | νεφροκυτταρικός | , ή, ό νε-φρο-κυτ-τα-ρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα νεφρικά κύτταρα: ~ό: καρκίνωμα/νεόπλασμα. [< αγγλ. renal cell] | |
| 33911 | νεφρολιθίαση | νε-φρο-λι-θί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λιθίαση νεφρού. Βλ. κολικός (του) νεφρού/(των) νεφρών. [< γαλλ. lithiase rénale, αγγλ. renal lithiasis] | |
| 33912 | νεφρολογία | νε-φρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ν): ΙΑΤΡ. κλάδος που ασχολείται με την ανατομία, τη φυσιολογία και την παθολογία των νεφρών: κλινική/παιδιατρική ~. Βλ. -λογία. [< γαλλ. néphrologie, αγγλ. nephrology] | |
| 33913 | νεφρολογικός | , ή, ό νε-φρο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη νεφρολογία· καταχρ. νεφρικός: ~ή: Εταιρεία.|| ~ή: βλάβη. Ασθενείς με ~ά προβλήματα. [< γαλλ. néphrologique] | |
| 33914 | νεφρολόγος | νε-φρο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ειδικευμένος στη νεφρολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. néphrologue, αγγλ. nephrologist] | |
| 33915 | νεφροπάθεια | νε-φρο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. νόσος των νεφρών: διαβητική/διάμεση/ισχαιμική/ουρική/υπερτασική ~. Κληρονομικές ~ες. ~ από αναλγητικά/μόλυβδο. Πβ. νεφρίτιδα. Βλ. -πάθεια. [< γαλλ. néphropathie, αγγλ. nephropathy, περ. 1900] | |
| 33916 | νεφροπαθής | νε-φρο-πα-θής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που πάσχει από νεφροπάθεια και ιδ. από νεφρική ανεπάρκεια: ~είς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση. Πανελλήνιος Σύνδεσμος ~ών. Βλ. -παθής. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ