| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33914 | νεφρολόγος | νε-φρο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ειδικευμένος στη νεφρολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. néphrologue, αγγλ. nephrologist] | |
| 33915 | νεφροπάθεια | νε-φρο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. νόσος των νεφρών: διαβητική/διάμεση/ισχαιμική/ουρική/υπερτασική ~. Κληρονομικές ~ες. ~ από αναλγητικά/μόλυβδο. Πβ. νεφρίτιδα. Βλ. -πάθεια. [< γαλλ. néphropathie, αγγλ. nephropathy, περ. 1900] | |
| 33916 | νεφροπαθής | νε-φρο-πα-θής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που πάσχει από νεφροπάθεια και ιδ. από νεφρική ανεπάρκεια: ~είς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση. Πανελλήνιος Σύνδεσμος ~ών. Βλ. -παθής. | |
| 33917 | νεφροσκλήρυνση | νε-φρο-σκλή-ρυν-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σκλήρυνση των νεφρών λόγω νεφραγγειακής νόσου: καλοήθης/υπερτασική ~. Βλ. νεφρική ανεπάρκεια. [< γαλλ. néphrosclérose, αγγλ. nephrosclerosis] | |
| 33918 | νεφροστομία | νε-φρο-στο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. τοποθέτηση σωλήνα στα νεφρά για την παροχέτευση των ούρων προς την ουροδόχο κύστη λόγω απόφραξης ή στένωσης. [< αγγλ. nephrostomy, 1900, γαλλ. néphrostomie] | |
| 33919 | νεφροτοξικός | , ή, ό νε-φρο-το-ξι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη νεφροτοξικότητα. [< αγγλ. nephrotoxic, 1902, γαλλ. néphrotoxique] | |
| 33920 | νεφροτοξικότητα | νε-φρο-το-ξι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση κατά την οποία προκαλούνται ανεπιθύμητες παρενέργειες στα νεφρικά κύτταρα, κυρ. από τοξική ουσία. [< αγγλ. nephrotoxicity, 1961, γαλλ. néphrotoxicité] | |
| 33921 | νεφρώνας | νε-φρώ-νας ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. καθεμία από τις λειτουργικές μονάδες του νεφρού όπου διηθείται το αίμα και σχηματίζονται τα ούρα. [< αγγλ. nephron, 1922, γαλλ. néphron, 1954] | |
| 33922 | νεφρωσικός | , ή, ό νε-φρω-σι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: νεφρωσικό σύνδρομο: ΙΑΤΡ. σπάνια πάθηση κατά την οποία πρωτεΐνες διαρρέουν από το αίμα στα ούρα· προσβάλλει συνήθ. παιδιά ηλικίας ενός έως έξι ετών και χαρακτηρίζεται κυρ. από εμφάνιση οιδημάτων. Βλ. αιματ-, πρωτεϊν-ουρία. [< αγγλ. nephrotic syndrome, 1931] [< αγγλ. nephrotic, 1928, γαλλ. néphrotique] | |
| 33923 | νέφτι | νέ-φτι ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. άχρωμο υγρό με έντονη οσμή, πτητικό προϊόν της απόσταξης της ρητίνης, που χρησιμοποιείται κυρ. ως διαλυτικό, αλλά και στην αρωματοποιία, τη φαρμακοποιία και την παρασκευή λιπαντικών: ~ ζωγραφικής. Αραίωσε το βερνίκι/έτριψε τον λεκέ/καθάρισε τα πινέλα με ~. Βλ. βενζίνη, κολοφώνιο. ΣΥΝ. τερεβινθέλαιο ● ΦΡ.: του έβαλαν/του έχουν βάλει νέφτι (στον κώλο/πισινό/ποπό) (προφ.): για κάποιον που χαρακτηρίζεται από υπερκινητικότητα, νευρικότητα: Κάνει λες και/σαν να του ~ ~. [< τουρκ. neft] | |
| 33924 | νεφώσεις | νε-φώ-σεις ουσ. (θηλ.) (οι) {-ώσεων | σπανιότ. στον εν. νέφωση}: ΜΕΤΕΩΡ. σύννεφα· (στον εν.) συννεφιά: αραιές/αυξημένες/μερικές ~. Μείωση των ~ώσεων. Καιρός αίθριος, με κατά τόπους/πρόσκαιρες τοπικές ~. ~ με διαστήματα ηλιοφάνειας. Πβ. νεφοκάλυψη.|| (Επικρατεί) πυκνή/χαμηλή ~η. [< μτγν. νέφωσις ‘συννέφιασμα’] | |
| 58772 | νέφωση | βλ. νεφώσεις | |
| 33925 | νεωκόρος | νε-ω-κό-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {(σπάν.) θηλ. νεωκόρισσα}: πρόσωπο επιφορτισμένο με την καθαριότητα και την ομαλή λειτουργία του ναού. ΣΥΝ. καντηλανάφτης [< αρχ. νεωκόρος ‘φύλακας του ναού’] | |
| 33926 | νεώριο | νε-ώ-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {νεωρί-ου | -ων} (λόγ.): ναυπηγείο. Πβ. καρνάγιο, ναύσταθμος. [< αρχ. νεώριον] | |
| 33927 | νεώσοικος | νε-ώ-σοι-κος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -οίκου}: ΑΡΧΑΙΟΛ. παράκτιος στεγασμένος χώρος ή κτίσμα για τη φύλαξη και προστασία των πολεμικών πλοίων, κατά τους χειμερινούς κυρ. μήνες. Βλ. ναύσταθμος. [< αρχ. νεώσοικος] | |
| 33928 | νεωστί | νε-ω-στί επίρρ. (αρχαιοπρ.): πρόσφατα, προ ολίγου, μόλις. ΣΥΝ. άρτι ΑΝΤ. πάλαι [< αρχ. νεωστί] | |
| 33929 | νεωτερίζω | νε-ω-τε-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {σπάν. νεωτέρισε} (λόγ.): καινοτομώ. Πβ. πρωτοτυπώ. [< αρχ. νεωτερίζω] | |
| 33930 | νεωτερικός | , ή, ό νε-ω-τε-ρι-κός επίθ. & (σπάν.) νεοτερικός (λόγ.): που σχετίζεται με τη νεωτερικότητα· μοντέρνος, καινοτόμος, πρωτοποριακός: ~ή: εποχή/ποίηση/σκέψη. ~ό: πνεύμα. ~ές: αντιλήψεις/ιδέες (= προωθημένες, ριζοσπαστικές). ~ά: έργα/στοιχεία. Το πέρασμα από τις προβιομηχανικές στις ~ές κοινωνίες. Πβ. νεωτεριστικός, σύγχρονος.|| ~ός: συγγραφέας (= προοδευτικός). Βλ. µετα~, προ~. ● επίρρ.: νεωτερικά [< μτγν. νεωτερικός ‘νεανικός, που έχει νέα τεχνοτροπία’, γαλλ. moderne] | |
| 33931 | νεωτερικότητα | νε-ω-τε-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) νεοτερικότητα (λόγ.) 1. κάθε θεωρία, διδασκαλία, ύφος, ρεύμα ή τάση που διατυπώθηκε ή εκδηλώθηκε κατά τη νεότερη εποχή (17ος-20ός αι.), κυρ. με τον Διαφωτισμό και τη Βιομηχανική Επανάσταση, και χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια χειραφέτησης του ανθρώπου από τις προκαταλήψεις του παρελθόντος, μέσω της δύναμης του ορθού λόγου και της ανάπτυξης της επιστήμης: ελληνική/ευρωπαϊκή/πρώιμη/ύστερη ~. Η ~ στις εικαστικές τέχνες. Βλ. μετα~, -ότητα. ΣΥΝ. μοντερνικότητα, μοντερνισμός (1) 2. (κατ' επέκτ.-λόγ.) τάση για καινοτομίες: παράδοση και ~. Πβ. καινοτομικότητα. [< γαλλ. modernité] | |
| 33932 | νεωτερισμός | νε-ω-τε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) νεοτερισμός (λόγ.): αποδοχή ή/και εφαρμογή νέων ιδεών ή μεθόδων· καινοτομία: εκπαιδευτικοί/καλλιτεχνικοί ~οί. ~οί στην τεχνολογία. Είναι ανοιχτός σε κάθε ~ό. Πβ. μοντερνισμός. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. αναχρονισμός (1) ● νεωτερισμοί (οι) (συνήθ. με κεφαλ. Ν, παρωχ.): είδη μόδας, κυρ. ρουχισμού· κατ' επέκτ. το κατάστημα που τα πουλά: Ένδυση-Υπόδηση-~. [< γαλλ. nouveautés] [< αρχ. νεωτερισμός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ