| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33933 | νεωτεριστής | νε-ω-τε-ρι-στής ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) νεοτεριστής (λόγ.): αυτός που εισάγει καινοτόμες, προοδευτικές ιδέες σε κάποιον χώρο, θεσμό, τομέα: αντιθέσεις ~ών και παραδοσιακών/συντηρητικών. Πβ. ανανεωτής, μοντερνιστής, πρωτοπόρος.|| (ως επίθ.) ~ές: δηµιουργοί/καλλιτέχνες. ΣΥΝ. καινοτόμος [< μτγν. νεωτεριστής] | |
| 33935 | νεώτερος | , η, ο βλ. νεότερος | |
| 33936 | νη | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. ο έβδομος φθόγγος της βυζαντινής μουσικής κλίμακας, αντίστοιχος με το ντο της ευρωπαϊκής. Βλ. πα2. | |
| 33937 | νηκτικός | , ή, ό νη-κτι-κός επίθ.: ΖΩΟΛ. που διευκολύνει την κολύμβηση ή σχετίζεται με αυτή. ● ΣΥΜΠΛ.: νηκτικά πουλιά/πτηνά & (προφ.) νηκτικά (τα): υδρόβια πτηνά που φέρουν νηκτική μεμβράνη (π.χ. πάπιες, χήνες, κύκνοι)., νηκτική κύστη: όργανο αρκετών ψαριών, το οποίο μοιάζει με μικρό σάκο, περιέχει αέρα και τους επιτρέπει να αυξομειώνουν το ειδικό βάρος τους, ώστε να ισορροπούν στα διάφορα βάθη, χωρίς να βυθίζονται ή να επιπλέουν. [< γαλλ. vessie natatoire] , νηκτική μεμβράνη: μεμβράνη ανάμεσα στα δάκτυλα των ποδιών υδρόβιων πτηνών και θηλαστικών, η οποία τα βοηθά στο κολύμπι. [< γαλλ. membrane nictitante] [< μτγν. νηκτικός, γαλλ. natatoire] | |
| 33938 | νηκτόν | νη-κτόν ουσ. (ουδ.) & νηκτό (περιληπτ.): ΖΩΟΛ. το σύνολο των ζωικών οργανισμών που κολυμπούν, χωρίς να επηρεάζονται ή να παρασύρονται από τα υδάτινα ρεύματα. Βλ. βένθος, πλαγκτόν. [< αρχ. νηκτόν 'η ικανότητα κολύμβησης', γερμ. Nekton, αγγλ.-γαλλ. necton] | |
| 33939 | νήμα | [νῆμα] νή-μα ουσ. (ουδ.) {νήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. κλωστή: ακρυλικό/βαμβακερό/μάλλινο ~. ~ από μετάξι. ~ πλεξίματος. Υφαντικά ~ατα. Βλ. στημόνι, υφάδι.|| (μτφ.) Τους δένει/ενώνει/συνδέει ένα αόρατο ~. ΣΥΝ. μίτος (2) 2. (κατ' επέκτ.) δέσμη ινών από ποικίλα υλικά: ελαστικό/μακρύ/χοντρό ~. ~ κοπής. Το (διάφανο/συνθετικό) ~ της πετονιάς. Το (μεταλλικό) ~ του λαμπτήρα (πυρακτώσεως). ~ατα μεγάλης αντοχής. Βλ. ανθρακόνημα. 3. {συνήθ. στον εν.} (μτφ.) ειρμός, ακολουθία, αλληλουχία: το ~ της ομιλίας/της σκέψης (κάποιου). Ξεδιπλώνω το ~ της αφήγησης/των γεγονότων/της μνήμης. (Ξανα)πιάνει το ~ από την αρχή/από εκεί που το άφησε. Πβ. σύνδεση, συνέχεια.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~ μηνυμάτων. Πβ. θρεντ. Βλ. ουρά. 4. ΒΟΤ. το άγονο τμήμα του στήμονα: ~ και ανθήρας. ● Υποκ.: νηματάκι (το): Πβ. νημάτιο. ● ΣΥΜΠΛ.: νήμα της στάθμης: όργανο για τον έλεγχο της καθετότητας μιας επιφάνειας, το οποίο αποτελείται από κλωστή με βαρίδι δεμένο στην άκρη της. Βλ. αλφάδι. [< γαλλ. fil à plomb] , οδοντικό νήμα: δέσμη λεπτών νάιλον ινών για την απομάκρυνση των τροφών και της οδοντικής πλάκας ανάμεσα στα δόντια. [< αγγλ. dental floss, 1910] ● ΦΡ.: (κόβω) το νήμα (του τερματισμού): ΑΘΛ. (σε αγώνα δρόμου) (περνώ την) ταινία ή τη γραμμή που δηλώνει το τέλος αγωνιστικής διαδρομής· τερματίζω πρώτος και κατ' επέκτ. αναδεικνύομαι νικητής: Κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο, κόβοντας ~.|| (μτφ.) Κανείς δεν ξέρει ποιος θα κόψει πρώτος το ~ (του διαγωνισμού).|| Φτάνουμε στο ~ ~ (= στο τέλος) της εκλογικής μάχης., έκοψε/κόπηκε το νήμα της ζωής (κάποιου): τον σκότωσε ή σκοτώθηκε, πέθανε: Έκοψε ο ίδιος ~ ~ του (= αυτοκτόνησε). Κόπηκε αναπάντεχα/πρόωρα το ~ ~ του., η άκρη του νήματος (μτφ.): η αιτία, εξήγηση, λύση: Η Αστυνομία αναζητά την ~ ~ στην υπόθεση (πβ. ο μίτος της Αριάδνης). Νέα στοιχεία οδηγούν στην ~ ~., η αρχή του νήματος (μτφ.): αφετηρία μιας σειράς εξελίξεων, συνήθ. για την εξιχνίαση υπόθεσης: Τυχαίο συμβάν που υπήρξε ~ ~ για τη διαλεύκανση του εγκλήματος., κινεί τα νήματα/τα γρανάζια & κρατά τα νήματα (μτφ.): ελέγχει, κατευθύνει μια κατάσταση: ~ ~ της δράσης/εξουσίας (από το παρασκήνιο). [< αγγλ. pull the strings/wires] , στο νήμα (μτφ.): την τελευταία (και κρίσιμη) στιγμή: ήττα/νίκη ~ ~. ΣΥΝ. (στο) παρά πέντε, στο τσακ/στο τσαφ, ξετυλίγω το κουβάρι/το νήμα βλ. ξετυλίγω [< αρχ. νῆμα, γαλλ. fil, αγγλ. thread] | |
| 33940 | νημάτιο | νη-μά-τι-ο ουσ. (ουδ.) {νηματί-ου | -ων} 1. ΒΙΟΛ. νηματοειδής δομή: το τελικό ~ του νωτιαίου μυελού (: η απόληξή του). Το δίκτυο των πρωτεϊνικών ~ων του κυτταροπλάσματος (= ο κυτταρικός σκελετός). 2. (λόγ.) λεπτό και εύκαμπτο νήμα. Βλ. ίνα. [< γαλλ. filament] | |
| 33941 | νηματοειδής | , ής, ές νη-μα-το-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει μορφή νήματος: ~ής: σχηματισμός.|| (ΒΙΟΛ.) ~είς: κεραίες. ~ή: βακτήρια. Βλ. -ειδής.|| (ΙΑΤΡ.) ~ής: σφυγμός (= πολύ αδύναμος). ΣΥΝ. νηματώδης [< γαλλ. filiforme] | |
| 33942 | νηματοποίηση | νη-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το σύνολο των βιομηχανικών διεργασιών που μετατρέπουν τις υφαντικές ύλες σε νήματα: ~ βαμβακιού. ~ από τεχνητές ή συνθετικές ίνες. Βλ. κλώση, -ποίηση. ΣΥΝ. νηματουργία [< γαλλ. filature, filage] | |
| 33943 | νηματουργείο | [νηματουργεῖο] νη-μα-τουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.): εργοστάσιο παραγωγής νημάτων. Πβ. κλωστήριο. Βλ. εκκοκκισ-, υφαν-τήριο. ΣΥΝ. νηματουργία [< γαλλ. filature] | |
| 33944 | νηματουργία | νη-μα-τουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): νηματοποίηση· κατ' επέκτ. ο σχετικός κλάδος της κλωστοϋφαντουργίας ή οργανωμένη μονάδα παραγωγής νήματος. Πβ. εριουργία. Βλ. -ουργία. [< μεσν. νηματουργία] | |
| 33945 | νηματώδεις | νη-μα-τώ-δεις ουσ. (αρσ.) (οι) & νηματώδη (τα): ΖΩΟΛ. τάξη (Nematoda ή Nemata) σκουληκιών, πολλά από τα οποία είναι παράσιτα. Βλ. ασκαρίδα. [< μτγν. νηματώδης 'που αποτελείται από νήματα', γαλλ. nématodes, αγγλ. nematodes] | |
| 33946 | νηματώδης | , ης, ες νη-μα-τώ-δης επίθ. {νηματώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (επιστ.): που μοιάζει με νήμα ή αποτελείται από νήματα: ~ης: μορφή. ~ες: παράσιτο.|| Ινώδη ή ~η υλικά. Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. νηματοειδής [< μτγν. νηματώδης] | |
| 33947 | νηνεμία | νη-νε-μί-α ουσ. (θηλ.) {νηνεμι-ών} 1. ΜΕΤΕΩΡ. άπνοια: απόλυτη ~. Πβ. απανεμιά, μπουνάτσα. Βλ. θύελλα, μπουρίνι, τρικυμία, φουρτούνα.|| Ζώνη ισημερινών ~ών (: η περιοχή κοντά στον Ισημερινό). 2. (μτφ.) γαλήνη, ηρεμία: ~ μετά τη θύελλα/την καταιγίδα. ~ επικρατεί στο εσωτερικό του κόμματος.|| Η ~ της ψυχής. [< 1: αρχ. νηνεμία] | |
| 33948 | νηογνώμονας | νη-ο-γνώ-μο-νας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) νηογνώμων (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ν): ΝΑΥΤ. τεχνικός ναυτιλιακός οργανισμός που καταρτίζει κανονισμούς για τη ναυπήγηση των πλοίων, εποπτεύει την κατασκευή τους, επιθεωρεί τακτικά την αξιοπλοΐα τους και τα ταξινομεί σε κλάσεις· κατ' επέκτ. καθένα από τα όργανα-επιθεωρητές του συγκεκριμένου οργανισμού. Βλ. εμπειρογνώμονας. [γαλλ. société de classification, αγγλ. classification society] | |
| 33949 | νηολόγηση | νη-ο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του νηολογώ: κράτος/λιµένας/πιστοποιητικό ~ης. [< αγγλ. registry of a ship] | |
| 33950 | νηολόγιο | νη-ο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Ν): ΝΑΥΤ. μητρώο το οποίο τηρεί κάθε λιμενική Αρχή και στο οποίο καταχωρείται, μαζί με τα στοιχεία του, κάθε πλοίο που επιλέγει να έχει ως έδρα του τον συγκεκριμένο λιμένα και ως σημαία του τη χώρα στην οποία αυτός ανήκει· συνεκδ. το σύνολο των πλοίων συγκεκριμένης εθνικότητας: εγγραφή στο ~.|| Το Εθνικό/Ελληνικό ~. Βλ. ναυτολόγιο. [< γαλλ. registre maritime, αγγλ. register of ships, ship relistry] | |
| 33951 | νηολογώ | [νηολογῶ] νη-ο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {νηολογ-εί, -ώντας | νηολόγ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, (σπάν.) -ούμενο, -ημένο}: ΝΑΥΤ. εγγράφω σκάφος στο νηολόγιο: Το πλοίο ~ήθηκε/είναι ~ημένο σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης/υπό ελληνική σημαία. Βλ. -λογώ. [< γαλλ. enregistrer un bateau, πβ. αγγλ. register a ship] | |
| 33952 | νηοπομπή | νη-ο-πο-μπή ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. σύνολο εμπορικών ή μεταγωγικών πλοίων που ταξιδεύουν μαζί σε περίοδο πολέμου ή κρίσης, συνοδευόμενα από πολεμικά για την προστασία τους από εχθρικές ενέργειες: ~ για τη μεταφορά ανθρωπιστικής βοήθειας. Βλ. κονβόι. [< γαλλ. convoi de bateaux, αγγλ. (ship) convoy] | |
| 33953 | νηοψία | νη-ο-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. έλεγχος που διενεργείται σε καιρό πολέμου από πολεμικό πλοίο σε εμπορικό, για να εξακριβωθεί η προέλευσή του ή το ενδεχόμενο μεταφοράς πολεμικού υλικού στους αντιπάλους ή σε καιρό ειρήνης, για να εξεταστεί η πιθανότητα τέλεσης παράνομης πράξης (π.χ. λαθρεμπόριο). Βλ. αυτ-, νεκρ-οψία. [< γαλλ. arraisonnement] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ