| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33954 | νηπενθής | , ής, ές νη-πεν-θής επίθ. {νηπενθ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (αρχαιοπρ.): που δεν πενθεί (πια). ● Ουσ.: νηπενθές (το) ΒΟΤ. 1. εντομοφάγο τροπικό φυτό (οικογ. Nepenthaceae) με ελικοειδείς μίσχους. 2. (στην αρχαιότητα) φυτό με καταπραϋντική, ηρεμιστική δράση, πιθανότατα η υπνοφόρος παπαρούνα. [< 1: γαλλ. népenthѐs, ιταλ. nepente 2: αρχ. νηπενθὲς (φάρμακον) ‘που διώχνει τη λύπη’, αγγλ. nepenthe] | |
| 33955 | νηπιαγωγείο | [νηπιαγωγεῖο] νη-πι-α-γω-γεί-ο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Ν): διετής σχολική βαθμίδα που αντιστοιχεί στην προσχολική εκπαίδευση (για παιδιά ηλικίας 5-6 ετών)· συνεκδ. το σχετικό ίδρυμα ή/και το κτίριο: μονοθέσιο/πειραματικό ~. Κοινά, ολοήμερα, ειδικά ~α. Παιδικοί σταθμοί και ~α. Βλ. (προ)νήπιο. [< γερμ. Kindergarten] | |
| 33956 | νηπιαγωγός | νη-πι-α-γω-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): εκπαιδευτικός, υπεύθυνος για την εκπαίδευση και αγωγή παιδιών προσχολικής ηλικίας που φοιτούν στο νηπιαγωγείο (ή σε παιδικό σταθμό): Παιδαγωγικό Τμήμα ~ών. Βλ. -αγωγός, βρεφο(νηπιο)κόμος. [< γερμ. Kindergärtnerin] | |
| 33957 | νηπιακός | , ή, ό νη-πι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα νήπια: ~ός: αυτισμός. ~ή: αγωγή/εκπαίδευση. Η ~ή ηλικία. Πβ. προσχολικός. Βλ. βρεφικός, βρεφο~, μωρουδιακός, παιδικός, προ~.|| (μτφ.) Προσπάθεια που βρίσκεται ακόμη σε ~ό στάδιο (= στην αρχή). [< μεσν. νηπιακός] | |
| 33958 | νήπιο | νή-πι-ο ουσ. (ουδ.) {νηπί-ου | -ων} (επίσ.) 1. παιδί προσχολικής ή πρώτης σχολικής ηλικίας (από ενός έως έξι ετών): η συναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξη του ~ου. Η γλώσσα των ~ων. Βλ. βρέφος, μωρό, νεογέννητο.|| (μτφ.) Συμπεριφέρεται σαν ~ (= ανώριμα, παιδαριωδώς). 2. {κυρ. στον πληθ.} (κατ' επέκτ.-προφ.) νηπιαγωγείο. Βλ. προ~. [< 1: αρχ. νήπιον] | |
| 33959 | νηπιοβαπτισμός | νη-πι-ο-βα-πτι-σμός ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. βάπτισμα στη βρεφική ή νηπιακή ηλικία. Βλ. -ισμός. | |
| 33960 | νηπτικός | , ή, ό νη-πτι-κός επίθ.: ΘΕΟΛ. που σχετίζεται με τη νήψη ή τη νηπτική θεολογία: ~ή: διδασκαλία/ζωή/θεωρία/παράδοση. ~ά: κείμενα. Οι ~οί Πατέρες της Εκκλησίας. Βλ. ασκητ-, ησυχαστ-ικός. ● ΣΥΜΠΛ.: νηπτική θεολογία (κ. με κεφαλ. Ν, Θ): μέθοδος της ορθόδοξης Εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία η γνώση του Θεού επιτυγχάνεται μέσω της νήψης και της ησυχίας, που θα οδηγήσουν στην κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη. Βλ. ησυχασμός, μυστικισμός. [< μτγν. νηπτικός ‘νηφάλιος’] | |
| 33961 | νησί | νη-σί ουσ. (ουδ.) {νησ-ιού | -ιών} : ΓΕΩΜΟΡΦ. χερσαία έκταση, μικρότερη από την ήπειρο, η οποία περιβάλλεται εξ ολοκλήρου κυρ. από θάλασσα ή λίμνη: ακατοίκητο/ακριτικό/απομακρυσμένο/έρημο/ιδιωτικό/(κατα)πράσινο/κοσμοπολίτικο ~. Το ~ της Αποκάλυψης (= Πάτμος)/της Αφροδίτης (= Κύπρος)/των Ιπποτών (= Ρόδος)/των σφουγγαράδων (= Κάλυμνος)/των Φαιάκων (= Κέρκυρα). Οι ακτές/η Χώρα του ~ιού. Αιγαιοπελαγίτικα/εξωτικά/τροπικά ~ιά. Τα ελληνικά/Ιόνια ~ιά. Τα ~ιά του Αργοσαρωνικού/του Ειρηνικού/της Καραϊβικής/των Κυκλάδων. Σύμπλεγμα ~ιών (= αρχιπέλαγος). Βλ. χερσόνησος.|| (σπάν.) ~ σε ποταμό. ΣΥΝ. νήσος ● Υποκ.: νησάκι (το) [< μεσν. νησί(ν)] | |
| 33962 | νησίδα | νη-σί-δα ουσ. (θηλ.) 1. τμήμα οδοστρώματος, συνήθ. υπερυψωμένο, το οποίο χωρίζει τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας των οχημάτων: διαχωριστική ~. ~ ασφαλείας. ~ες της εθνικής οδού/λεωφόρου. Βλ. πεζοδρόμιο. 2. (μτφ.) για κάτι ελπιδοφόρο, αισιόδοξο, σε σχέση με το ευρύτερο περιβάλλον του: ~ες αριστείας. Το Πανεπιστήμιο αποτελεί ~ (= θύλακα) ελευθερίας και πολιτισμού. Πάρκο που λειτουργεί σαν μια ~ (= όαση) πρασίνου στην πόλη.|| ~ υπολογιστών (: σε τμήμα ΑΕΙ/ΤΕΙ). Γλωσσική ~ (: περιοχή με κατοίκους που μιλούν διαφορετική γλώσσα από αυτή που μιλιέται στη γύρω περιοχή). 3. ΓΕΩΜΟΡΦ. νησάκι μεγαλύτερο από τη βραχονησίδα. ΣΥΝ. νησίδιο ● ΣΥΜΠΛ.: θερμική νησίδα & αστική θερμική νησίδα: το φαινόμενο της αύξησης της θερμοκρασίας, το οποίο παρουσιάζεται σε πυκνοδομημένη αστική περιοχή, σε σχέση με τα απομακρυσμένα προάστιά της, και οφείλεται στη μεγάλη παρουσία υλικών, όπως το τσιμέντο και η άσφαλτος, που απορροφούν την ηλιακή ενέργεια και την εκλύουν ως θερμότητα στο περιβάλλον. Βλ. αστικό κλίμα. [< αγγλ. (urban) heat island] [< 1,2: γαλλ. îlot 3: αρχ. νησίς] | |
| 33963 | νησίδιο | νη-σί-δι-ο ουσ. (ουδ.) (υποκ.-λόγ.): νησάκι. Βλ. -ίδιο. ΣΥΝ. νησίδα (3) ● ΣΥΜΠΛ.: νησίδια του Λάνγκερχανς/νησίδια του παγκρέατος/(παγκρεατικά) νησίδια: ΙΑΤΡ. αθροίσεις ενδοκρινικών κυττάρων στο πάγκρεας, τα οποία παράγουν γλυκαγόνη, ινσουλίνη και σωματοστατίνη. [< αγγλ. islets of Langerhans, pancreatic islets] [< αρχ. νησίδιον] | |
| 33964 | νησιδοποίηση | νη-σι-δο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΗΛΕΚΤΡ. ανωμαλία συγχρονισμού σε παράλληλες πηγές ηλεκτρισμού, στην οποία ένα κύκλωμα εξακολουθεί να έχει ρεύμα, παρόλο που το ηλεκτρικό δίκτυο έχει πάψει να το τροφοδοτεί: προστασία έναντι ~ης. [< αγγλ. islanding] | |
| 33965 | νησιώτης, νησιώτισσα | νη-σιώ-της ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής κάποιο νησί. Πβ. θαλασσινός. Βλ. βουν-, καμπ-ίσιος. ΑΝΤ. στεριανός, στεριανή [< αρχ. νησιώτης] | |
| 33966 | νησιωτικός | , ή, ό νη-σιω-τι-κός επίθ. & (προφ.) νησιώτικος, η, ο: που σχετίζεται με νησί ή νησιώτες: ~ός: τουρισμός/χαρακτήρας της χώρας (= νησιωτικότητα)/χώρος. ~ή: ανάπτυξη/αρχιτεκτονική/παράδοση/πολιτική. Η ~ή Ελλάδα (ΑΝΤ. ηπειρωτική). ~ά: συμπλέγματα. || ~η: κουζίνα. ~οι: χοροί. ~α: σπίτια. Μεζονέτα σε ~ο στιλ. (ως ουσ.) Τα ~α (ενν. τραγούδια). Βλ. αιγαιοπελαγ-, κυκλαδ-ίτικος, πολυ~. ΑΝΤ. στεριανός ● ΣΥΜΠΛ.: νησιώτικη πέρδικα βλ. πέρδικα, νησιωτικό τόξο βλ. τόξο [< αρχ. νησιωτικός, αγγλ. insular, γαλλ. insulaire] | |
| 33967 | νησιωτικότητα | νη-σιω-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & νησιωτισμός: νησιωτικός χαρακτήρας, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των νησιωτικών περιοχών· (ΠΟΛΙΤ.) ειδική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την οικονομική ανάπτυξή τους: ~ του Αιγαίου. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. insularity, insularism, γαλλ. insularité] | |
| 33968 | νησιωτοπούλα | νη-σιω-το-πού-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): νεαρή νησιώτισσα. Βλ. -οπούλα. | |
| 33969 | νήσος | [νῆσος] νή-σος ουσ. (θηλ.) (λόγ.): νησί. ● ΣΥΜΠΛ.: νήσος του Ρέιλ & του εγκεφάλου: ΑΝΑΤ. τριγωνικό τμήμα του εγκεφαλικού φλοιού. [< αγγλ. island of Reil] [< αρχ. νῆσος] | |
| 33970 | νήσσα | [νῆσσα] νήσ-σα ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. πάπια. ● ΦΡ.: ποιεί τη(ν) νήσσα(ν) & ποιείται τη(ν) νήσσα(ν) (αρχαιοπρ.): κάνει την πάπια. [< αρχ. νῆσσα] | |
| 33971 | νηστεία | νη-στεί-α ουσ. (θηλ.) {νηστειών} 1. αποχή από ορισμένα είδη τροφίμων (κρέας, ψάρι, γαλακτοκομικά, λάδι για τους Ορθόδοξους Χριστιανούς) και συνεκδ. το αντίστοιχο χρονικό διάστημα: (ΕΚΚΛΗΣ.) απόλυτη/αυστηρή/ευχαριστιακή (: που προηγείται της Θείας Κοινωνίας)/μερική ~. Η ~ του Δεκαπενταύγουστου/της Μεγάλης Εβδομάδας/της Σαρακοστής/της Τετάρτης και της Παρασκευής/των Χριστουγέννων (βλ. σαρανταήμερο). Περίοδος ~ας. Κάνω ~ (= νηστεύω). Αρχίζω/διακόπτω τη ~. Καταλύω τη ~ (= αρταίνομαι). Βλ. αφαγία, κατάλυση.|| Η ~ του Ραμαζανιού.|| Διαλειμματική ~. 2. (κατ' επέκτ.) συνειδητή αποχή από τις υλικές, σαρκικές απολαύσεις και απαλλαγή από κακόβουλες σκέψεις: πνευματική ~. Ασκητική ζωή με ~ και προσευχή. ● ΣΥΜΠΛ.: Κυριακή των Νηστειών: ΕΚΚΛΗΣ. καθεμία από τις Κυριακές της Σαρακοστής. [< αρχ. νηστεία, μτγν. ~] | |
| 33972 | νηστευτής | νη-στευ-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που νηστεύει ή κατ' επέκτ. ζει ασκητικά: (κυρ. ως προσωνυμία Αγίων ή οσίων) Άγιος Ιωάννης ο ~. [< μτγν. νηστευτής] | |
| 33973 | νηστεύω | νη-στεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {νήστ-εψα, -έψει, νηστεύ-οντας} 1. απέχω από συγκεκριμένες τροφές για θρησκευτικούς λόγους, κάνω νηστεία: ~εψα τη Μεγάλη Εβδομάδα/όλη τη Σαρακοστή.|| ~ το κρέας/λάδι/ψάρι. ΑΝΤ. αρταίνομαι 2. (σπάν.-κατ' επέκτ.) απέχω από υλικές απολαύσεις. [< αρχ. νηστεύω, μτγν. ~] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ