| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33974 | νηστήσιμος | βλ. νηστίσιμος | |
| 33975 | νήστιδα | νή-στι-δα ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. το τμήμα του λεπτού εντέρου ανάμεσα στο δωδεκαδάκτυλο και τον ειλεό: έλικες της ~ας. [< αρχ. νῆστις ‘το έντερο που δεν έχει δεχτεί τροφή’] | |
| 33976 | νηστικός | , ή, ό νη-στι-κός επίθ.: που δεν έχει φάει και κατ' επέκτ. δεν έχει χορτάσει: ~ και διψασμένος. Έμεινε ~ όλη μέρα/μέχρι το βράδυ. Πβ. αφάγωτος, πεινασμένος. ΑΝΤ. φαγωμένος (1), χορτάτος (1) ● ΦΡ.: νηστικό αρκούδι δεν χορεύει βλ. αρκούδι, ο πεινασμένος/ο νηστικός/όποιος πεινάει καρβέλια ονειρεύεται βλ. ονειρεύομαι [< μεσν. νηστικός] | |
| 33977 | νηστίσιμος | , η, ο νη-στί-σι-μος επίθ. & νηστήσιμος: (για φαγητό ή γλυκό) που μπορεί να καταναλωθεί σε περίοδο νηστείας: ~ος: χαλβάς. ~η: πίτα. ~ο: τυρί. ~α: βουτήματα/προϊόντα.|| ~η: συνταγή. ~ο: γεύμα/μενού. ΑΝΤ. αρτύσιμος ● Ουσ.: νηστίσιμα (τα): ενν. φαγητά ή τρόφιμα: παραδοσιακά ~. Πβ. σαρακοστιανά. Βλ. ταραμοσαλάτα. [< μεσν. νηστήσιμος] | |
| 33978 | νηφάλιος | , α, ο νη-φά-λι-ος επίθ. 1. ήρεμος, ατάραχος, ψύχραιμος: ~ος: παρατηρητής (βλ. αντικειμενικός)/πολιτικός.|| ~ος: διάλογος. ~α: αντιμετώπιση/αποτίμηση (της κατάστασης)/κρίση/προσέγγιση/σκέψη. Τήρησε ~α στάση. Πβ. διαυγής. Βλ. θολωμένος. 2. (λόγ.) ξεμέθυστος: ~ος: οδηγός. ● επίρρ.: νηφάλια [< μτγν. νηφάλιος] | |
| 33979 | νηφαλιότητα | νη-φα-λι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του νηφάλιου: Απάντησε με σύνεση και ~. Βλ. -ότητα. [< μτγν. νηφαλιότης] | |
| 33980 | νήψη | νή-ψη ουσ. (θηλ.): ΘΕΟΛ. πνευματική επαγρύπνηση και νηφαλιότητα: ~ και προσευχή. [< μτγν. νῆψις] | |
| 33981 | ΝΘΕ | (οι): Νέες Θέσεις Εργασίας. | |
| 33982 | νι | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. το δέκατο τρίτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου: κεφαλαίο/μικρό ~. Πβ. ν. 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε μοιάζει με μικρό νι (ν): δύο ξύλα σε σχήμα ~. ● ΦΡ.: με το νι και με το σίγμα (προφ.): λεπτομερέστατα, αναλυτικότατα: Αφηγούμαι τα γεγονότα ~ ~. Μας είπε τι συνέβη ~ ~. [< αρχ. νῦ] | |
| 33983 | νιαβέντ | νια-βέντ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.} & νιχαβέντ: ΜΟΥΣ. (κυρ. για έγχορδα όργανα) ονομασία κλίμακας της ανατολικής μουσικής. Βλ. μακάμ. [< τουρκ. nihavent] | |
| 33984 | νιάμερα | βλ. εννιάμερα | |
| 33985 | νιανιά | νια-νιά ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} (προφ.): πολτοποιημένη ή λιωμένη τροφή· κατ' επέκτ. για φαγητό ή γλυκό που δεν πέτυχε. || Οι πατάτες έγιναν ~. Βλ. λαπάς, πολτός, πουρές, χυλός. ● ΦΡ.: κάνω (κάτι) νιανιά (μτφ.-προφ.): εξηγώ ή αναλύω κάτι με λεπτομέρεια και σαφήνεια: Είναι απλό αυτό που σου λέω, δεν χρειάζεται να στο ~ ~. Βλ. μασημένη τροφή. [< λ. ηχομιμητ., νηπιακή] | |
| 33986 | νιάνιαρο | νιά-νια-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.-μειωτ.) 1. μικρό παιδί. Βλ. κουτσούβελο, μυξιάρικο. 2. νεαρό ανώριμο άτομο. Πβ. βυζανιάρικο. [< βεν. gnagnara] | |
| 33987 | νιάου | νιά-ου επιφών. {άκλ.} & μιάου: το νιαούρισμα της γάτας. || (ως ουσ.) Ακούστηκε ένα ~. Βλ. γαβ. ● ΦΡ.: τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια; (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάτι είναι προφανές ή ευνόητο. [< λ. ηχομιμητ.· πβ. γαλλ. miaou] | |
| 33988 | νιαουρίζει | νια-ου-ρί-ζει ρ. (αμτβ.) {νιαούρι-σε, νιαουρίζ-οντας}: (για γάτα) βγάζει τη χαρακτηριστική της φωνή (νιάου). Βλ. γαβγ-, γουργουρ-ίζει. ● νιαουρίζω (μτφ.-μειωτ.): μιλώ με ψιλή και συρτή φωνή: Σταμάτα να ~εις (= κλαψουρίζεις) και πες τι ακριβώς έγινε. | |
| 33989 | νιαούρισμα | νια-ού-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {νιαουρίσμ-ατος | -ατα} 1. η χαρακτηριστική φωνή της γάτας. Βλ. γάβγισμα. ΣΥΝ. νιάου 2. (μτφ.-μειωτ.-προφ.) για ομιλία που μιμείται τη φωνή της γάτας ή μοιάζει με αυτή: Άρχισε τα ~ατα και τα νάζια. Πβ. κλαψούρισμα. | |
| 33990 | νιασίνη | νι-α-σί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. η βιταμίνη Β3 (σύμβ. C6H5NO2): έλλειψη ~ης (βλ. πελάγρα). Βλ. υδατοδιαλυτός, -ίνη. ΣΥΝ. νικοτιναμίδιο, νικοτινικό οξύ [< αγγλ. niacin, 1942 < ni(cotinic) ac(id) + -in] | |
| 33991 | νιάτα | νιά-τα ουσ. (ουδ.) (τα) 1. η νεανική ηλικία και το σύνολο των θετικών της χαρακτηριστικών (ζωντάνια, ακμαιότητα, σφρίγος, ομορφιά, αισιοδοξία): Αναπολούν τα ~ τους. Στα ~ της ήταν πολύ όμορφη. Nά 'χα τα ~ σου!|| Nα χαρείς τα ~ σου (και την ομορφιά σου), άσε με ήσυχο! ΣΥΝ. νεότητα (1), νιότη ΑΝΤ. γεράματα, γηρατειά (1) 2. (περιληπτ.) νεολαία, νέοι: ανέμελα/επαναστατημένα/εργαζόμενα/περήφανα/χαρούμενα ~. Πλημμύρισε από ~ η πλατεία. ● ΦΡ.: τόπο στα νιάτα βλ. τόπος [< μεσν. νεάτα, νιάτα] | |
| 33992 | νιάτο | νιά-το ουσ. (ουδ.) (νεαν. αργκό): νέος: ανήσυχο/ατίθασο/έξαλλο ~. | |
| 33993 | νίβω | νί-βω ρ. (μτβ.) {ένι-ψε, νί-ψει, νίφ-τηκε, -τεί, νίβ-οντας} (λόγ.): πλένω με νερό, συνήθ. το πρόσωπο ή τα χέρια. Βλ. νίπτω. Κυρ. στη ● ΦΡ.: το 'να χέρι νίβει τ' άλλο και τα δυο το πρόσωπο: για να δηλωθεί ότι είναι απαραίτητη η συνεργασία για την επίτευξη κοινών στόχων. Πβ. κράτα με να σε κρατώ (ν' ανεβούμε στο βουνό). [< μτγν. νίβω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ