| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 33994 | νικάμπ | νι-κάμπ ουσ. (ουδ.): πέπλο που καλύπτει τα μαλλιά και το πρόσωπο, εκτός από τα μάτια, των μουσουλμάνων γυναικών. Βλ. μπούρκα, τσαντόρ, φερετζές. [< αγγλ. niqab, 1936, γαλλ. ~, 1982] | |
| 33995 | νικάω | βλ. νικώ | |
| 33996 | νίκελ | νί-κελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: νικέλιο: επίστρωση από ~.|| (ως επίθ.) ~: βάση/επένδυση. ~: φινίρισμα/χρώμα (= ασημί). | |
| 33997 | νικέλινος | , η, ο νι-κέ-λι-νος επίθ.: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. που έχει κατασκευαστεί από νικέλιο: ~ο: τιμόνι. [< γαλλ. nickelé] | |
| 33998 | νικέλιο | νι-κέ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {νικελί-ου} (κ. με κεφαλ. Ν): ΧΗΜ. μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Ni, Ζ 28), αργυρόλευκο, σκληρό, ελατό, με μαγνητικές ιδιότητες και ανθεκτικό στην οξείδωση: καταλύτες/κράματα ~ου. Μπαταρίες καδμίου-~ου. Κέρματα από ~. Βλ. αλπακάς, επινικέλωση, σιδηρο~. ΣΥΝ. νίκελ [< γαλλ. nickel < γερμ. Kupfernickel] | |
| 33999 | νίκη | νί-κη ουσ. (θηλ.): επικράτηση, υπερίσχυση σε μια αναμέτρηση και κατ' επέκτ. επιτυχία σε μια προσπάθεια: ένδοξη/θριαμβευτική/πολεμική/στρατιωτική ~. ~ εναντίον των εχθρών.|| Ανέλπιστη/άνετη/δίκαιη/δύσκολη/εντυπωσιακή/εύκολη/ιστορική/καθαρή (: με μεγάλη διαφορά, αδιαμφισβήτητη)/καθοριστική/λαμπρή/ολοκληρωτική/σαρωτική/σίγουρη/σπουδαία/συμβολική/συνεχόμενη/συντριπτική ~. Δικαστική/διπλωματική/εκλογική/ηθική (= δικαίωση)/πολιτική ~. ~ της αντιπολίτευσης (στις εκλογές). ~ χωρίς αντίκρισμα. (ΑΘΛ.) Επαγγελματική ~. ~ της Εθνικής απέναντι στην .../επί της ... ~ες εκτός/εντός έδρας. Είχε/κέρδισε/σημείωσε πολλές ~ες. Βλ. τρόπαιο.|| ~ της αλήθειας (έναντι του ψεύδους)/της δημοκρατίας. ~ κατά των διακρίσεων/της φτώχειας. ΑΝΤ. ήττα ● Νίκη (η): ΑΡΧ. αρχαία ελληνική Θεά, προσωποποίηση της Νίκης: η Άπτερος ~. ● ΣΥΜΠΛ.: καδμεία νίκη βλ. καδμείος, παράσταση νίκης βλ. παράσταση, πύρρειος νίκη βλ. πύρρειος ● ΦΡ.: (στο καλό και) με τη νίκη!: ευχή για επιτυχία σε κάποιο εγχείρημα., νίκη στα σημεία 1. (μτφ.) σε περιπτώσεις που η τελική επικράτηση κρίνεται στις λεπτομέρειες. 2. ΑΘΛ. (στην πάλη και την πυγμαχία) η οποία κρίνεται με βάση τη βαθμολογική υπεροχή: Ο αγώνας για τους δύο παλαιστές τελείωσε με ~ ~ (: δηλ. όχι με πτώση ή νοκ άουτ)., κατήγαγε νίκη/θρίαμβο βλ. κατάγω, το σήμα της νίκης βλ. σήμα [< αρχ. νίκη, γαλλ. victoire, πβ. αγγλ. Nike] | |
| 34001 | νικητήριος | , α, ο νι-κη-τή-ρι-ος επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τη νίκη: ~α: ομάδα/συμμετοχή. ~ο: γκολ/τραγούδι.|| ~ος: αριθμός/συνδυασμός (: που κερδίζει).|| (ΑΡΧ.) ~ος: παιάνας. Πβ. νικητής. Βλ. -τήριος. ● Ουσ.: νικητήρια (τα): επινίκια. [< αρχ. νικητήριος] | |
| 34002 | νικητής, νικήτρια | νι-κη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {νικητών, νικητριών}: πρόσωπο που υπερίσχυσε σε μάχη, αναμέτρηση ή άλλη προσπάθεια: αδιαμφισβήτητος/τελικός ~. Ο ~ του αγώνα/των εκλογών. Με τη νοοτροπία/την ψυχολογία του ~ή. Με αέρα ~ή. Αναδείχθηκε/βγήκε ~. ~ές και χαμένοι. Το βάθρο/η βράβευση/τα ονόματα/η υποδοχή των ~ών. Πβ. κερδισμένος.|| Πρώτος (= πρωταθλητής)/δεύτερος (= δευτεραθλητής)/τρίτος (= τριταθλητής) ~.|| Οι ~ές της ζωής/της Ιστορίας.|| (ως επίθ.) Η ~α ομάδα/στήλη του ΠΡΟ-ΠΟ. Πβ. νικητήριος. ΑΝΤ. ηττημένος, νικημένος ● ΦΡ.: ο μεγάλος νικητής: που πέτυχε σημαντική ή θριαμβευτική νίκη. [< μτγν. νικητής] | |
| 34003 | νικηφόρος | , α/ος, ο νι-κη-φό-ρος επίθ. (λόγ.): που έχει ως αποτέλεσμα τη νίκη: ~ος: αγώνας/πόλεμος. ~α: εκστρατεία/μάχη/πορεία/στρατηγική. Πβ. θριαμβευτικός, νικητήριος. Βλ. -φόρος. [< αρχ. νικηφόρος] | |
| 34004 | νικοτιναμίδιο | νι-κο-τι-να-μί-δι-ο ουσ. (ουδ.) & νικοτιναμίδη (η): ΒΙΟΧ. νιασίνη. Βλ. -ίδιο. [< αγγλ. nicotinamide] | |
| 34005 | νικοτίνη | νι-κο-τί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. δηλητηριώδες αλκαλοειδές (σύμβ. C10H14N2) συστατικό των φύλλων του καπνού και, επομένως, του τσιγάρου: (για διακοπή του καπνίσματος) αυτοκόλλητα/υποκατάστατα ~ης. Εθισμός στη ~. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. nicotine, γαλλ. ανθρ. Jean Nicot] | |
| 34006 | νικοτινικός | , ή, ό νι-κο-τι-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη νικοτίνη: (ΒΙΟΧ.) ~ός: υποδοχέας.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: αμβλυωπία/στοματίτιδα. ● ΣΥΜΠΛ.: νικοτινικό οξύ: ΒΙΟΧ. νιασίνη. [< γαλλ. nicotinique] | |
| 34007 | νικώ | [νικῶ] νι-κώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {νικ-άς ..., -ούν (προφ.) -άνε, -ώντας | νίκ-ησα, -ήσει, -ιέται, -ήθηκα, -ηθεί, -ημένος} & νικάω ΑΝΤ. ηττώμαι 1. σημειώνω νίκη (σε αναμέτρηση)· κερδίζω, υπερισχύω, επικρατώ: (σε μάχη) ~ησαν κατά κράτος. ~ήθηκαν (= κατατροπώθηκαν) στη θάλασσα/στη στεριά.|| ~ησε στον διαγωνισμό/στις εκλογές/στο τρέξιμο. Η ομάδα ~ησε την αντίπαλό της με 3-0.|| Κανένας δεν μπορεί να ~ήσει τον θάνατο. ΑΝΤ. χάνω (5) 2. ξεπερνώ με επιτυχία μια δύσκολη κατάσταση και γενικότ. κάτι αρνητικό, δυσάρεστο: ~ τις αδυναμίες/τα ελαττώματά/τους ενδοιασμούς/τους φόβους μου. ~ησαν όλα τα εμπόδια. Τον ~ησε (= κατέβαλε) το άγχος/η κούραση. Υπάρχουν ελπίδες να ~ηθεί (οριστικά) η ασθένεια/ο ιός του ... ΣΥΝ. κατανικώ (1), υπερνικώ ● Μτχ.: νικημένος , η, ο: ηττημένος: (ως ουσ.) οι ~οι του πολέμου. Δεν υπάρχουν νικητές και ~οι. ΣΥΝ. χαμένος.|| (μτφ.) ~ από την επάρατη νόσο. (ως ουσ.) Οι ~οι της ζωής (: αποτυχημένοι). ΑΝΤ. αήττητος, ανίκητος (1) ● ΦΡ.: νικώ στα σημεία: (στην πυγμαχία) πετυχαίνω νίκη όχι με νοκ άουτ, αλλά με διαφορά βαθμών. [< γαλλ. vaincre aux points] , Ιησούς Χριστός νικά (κι όλα τα κακά σκορπά)! βλ. Ιησούς, ο επιμένων νικά βλ. επιμένων, ο τολμών νικά βλ. τολμώ [< αρχ. νικῶ, γαλλ. vaincre] | |
| 34008 | νίλα | νί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. μεγάλη ζημιά, καταστροφή: Τέτοια ~ (= ήττα) δεν την περίμεναν οι οπαδοί της ομάδας. Πβ. τράκο. ΣΥΝ. κάζο, πανωλεθρία, στραπάτσο (2), συμφορά ΑΝΤ. επιτυχία (1), θρίαμβος (1) 2. (παρωχ.) καψόνι, πείραγμα. | |
| 34009 | ΝΙΜΤΣ | (το): Νοσηλευτικό Ίδρυμα Μετοχικού Ταμείου Στρατού. | |
| 34010 | νινί | νι-νί ουσ. (ουδ.) (χαϊδευτ.): μωρό. ● Υποκ.: νινάκι (το) ● ΦΡ.: το νινί/το μουνί σέρνει καράβι βλ. καράβι [< πβ. μεσν. νινίτσιν, νινάκι < μτγν. νιννίον ‘μωρό’] | |
| 34011 | νίντζα | νί-ντζα ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: (στη φεουδαρχική Ιαπωνία) πρόσωπο εκπαιδευμένο στις πολεμικές τέχνες, το οποίο αναλάμβανε υποθέσεις κατασκοπείας ή δολοφονίας. Βλ. σαμουράι. [< αγγλ. ninja, 1964, γαλλ. ~, 1981] | |
| 34012 | νιο- & νιό- | βλ. νεο- | |
| 34013 | νιόβγαλτος | , η, ο νιό-βγαλ-τος επίθ. (λαϊκό) 1. που δεν έχει πείρα, είναι στο ξεκίνημα μιας προσπάθειας ή της καριέρας του: ~η: ηθοποιός/κοπέλα. ~ο: παιδί.|| (ως ουσ.) Έχει τις ανασφάλειες του ~ου. Πβ. άπειρος, αρχάριος, πρωτάρης. Βλ. έμπειρος, ξεβγαλμένος. ΣΥΝ. πρωτόβγαλτος 2. (σπάν.) που βλάστησε, γεννήθηκε πρόσφατα: ~ο: βλαστάρι/πουλί. | |
| 34014 | νιόβιο | νι-ό-βι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. χημικό στοιχείο (σύμβ. Nb, Ζ 41), αργυρόλευκο μέταλλο, ανθεκτικό στην οξείδωση, που συνυπάρχει με το ταντάλιο και χρησιμοποιείται κυρ. στην κατασκευή κραμάτων και χαλύβων. Βλ. κασσίτερος. [< γαλλ.-αγγλ. niobium < λατ. Niobe < Νιόβη, κόρη του Ταντάλου] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ