| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 34015 | νιόκι | νιό-κι ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ζυμαρικά σε σχήμα βόλων, κυρ. από πατάτα. [< ιταλ. gnocco, πληθ. gnocchi] | |
| 34016 | νιονιό | νιο-νιό ουσ. (ουδ.) (προφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): μυαλό: Δεν έχεις καθόλου ~! ● ΦΡ.: βάζω μυαλό/νιονιό βλ. μυαλό [< πιθ. ιταλ. διαλεκτ. gnogno] | |
| 34017 | νιόπαντρος | , η, ο νιό-πα-ντρος επίθ.: που παντρεύτηκε πρόσφατα: (κ. ως ουσ.) Οι ~οι (= το ~ο ζευγάρι). ΣΥΝ. νεόνυμφος | |
| 34018 | νιος | , ια, ιο επίθ./ουσ. (λαϊκό-λογοτ.): νέος, νεαρός: νιοι και γέροι. Οι νιες και τα παλικάρια του χωριού. Βλ. ομορφονιός.|| (ως επίθ.) Νιο παιδί. Πβ. νιούτσικος. ● ΦΡ.: ήμουνα νιος/νια και γέρασα (συνήθ. ειρων.): για να δηλωθεί ότι κάτι αρνητικό παραμένει το ίδιο εδώ και πολύ καιρό, αν και υπάρχουν υποσχέσεις ότι θα διορθωθεί. [< μεσν. νιος] | |
| 34019 | νιοστός | , ή, ό νι-ο-στός επίθ. 1. (μτφ.) που γίνεται ή λέγεται πολλές φορές: ~ή: επανάληψη. Για ~ή φορά. ΣΥΝ. πολλοστός 2. ΜΑΘ. που αναφέρεται στον μη μηδενικό φυσικό αριθμό ν: ~ός: όρος ακολουθίας (: που βρίσκεται στη θέση ν). ~ή: ρίζα αριθμού (: ο αριθμός που όταν υψωθεί στη ~ή δύναμη μας δίνει τον αρχικό). Βλ. -οστός. [< ιταλ. ennesimo, γαλλ. ennième] | |
| 34020 | νιότη | νιό-τη ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): νιάτα. ● ΣΥΜΠΛ.: πρώτη νιότη/νεότητα (προφ.): μετεφηβεία: Δεν βρίσκεται πια στην πρώτη της νιότη. , δεύτερη νιότη/νεότητα/εφηβεία: (κυρ. για πρόσ. μέσης ηλικίας) κατάσταση ανανέωσης, αναζωογόνησης: Διανύει/ζει/περνά μια δεύτερη εφηβεία/τη δεύτερη νιότη του. Πβ. ξανάνιωμα. ● ΦΡ.: (πάνω) στο άνθος/στην ακμή/στον ανθό της ηλικίας/της νιότης (κάποιου) βλ. άνθος [< μεσν. νιότη] | |
| 34021 | νιου γουέιβ | νιου γου-έ-ιβ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. μουσικό κίνημα της ροκ που εμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 ως αντίδραση στο πανκ, με κύρια χαρακτηριστικά τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων και μουσικών εφέ και στίχους που εκφράζουν θυμό και κοινωνική δυσαρέσκεια· κατ' επέκτ. οτιδήποτε καινούργιο. Βλ. νέο κύμα. [< αμερικ. new wave, 1976, γαλλ. ~, 1979] | |
| 34022 | νιου έιτζ | νιου έ-ιτζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. είδος μουσικής, συνήθ. ορχηστρικής, επηρεασμένο από το ρεύμα της νέας εποχής, που έχει ως χαρακτηριστικά την αναπαραγωγή φυσικών ήχων, τις απαλές μελωδίες και τη χρήση μουσικών οργάνων, όπως πιάνο, άρπα, συνθεσάιζερ, με σκοπό την ηρεμία και τη χαλάρωση του ακροατή. Βλ. άμπιεντ. [< αμερικ. new age (music), 1985] | |
| 34023 | Νιου Ντιλ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΟΛΙΤ. πολιτική οικονομικού και κοινωνικού ανασχηματισμού που εφαρμόστηκε το 1933 στις ΗΠΑ από τον πρόεδρο Ρούζβελτ· (κυρ.-κατ' επέκτ.) εκ νέου συμφωνία πολιτικών φορέων με σκοπό την αναμόρφωση και τη βελτίωση μιας κατάστασης: πράσινο ~ ~ (: για την ανάπτυξη ήπιων μορφών ενέργειας). [< αμερικ. New Deal, 1932] | |
| 34024 | νιούτον | νιού-τον ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα για τη μέτρηση της δύναμης (σύμβ. Ν) στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων (S.I.), ίση με τη δύναμη που απαιτείται για να προκαλέσει σε σώμα με μάζα ενός κιλού επιτάχυνση ένα μέτρο ανά δευτερόλεπτο στο τετράγωνο. Βλ. δύνη, τζάουλ. [< αγγλ. newton, 1904, αγγλ. ανθρ. I. Newton, γαλλ. ~, περ. 1950] | |
| 34025 | νιούτσικος | , η, ο νιού-τσι-κος επίθ. (λαϊκό): νέος, νεαρός. Πβ. νιος. [< μεσν. νιούτσικος] | |
| 34026 | νιούφης | νιού-φης ουσ. (αρσ.) & νιούφι (στη στρατιωτική αργκό): νέοπας. [< αγγλ. new fish, πβ. αγγλ. newbie, 1950] | |
| 34027 | νιόφερτος | βλ. νεοφερμένος | |
| 34028 | νιπτήρας | νι-πτή-ρας ουσ. (αρσ.): λεκάνη σε μπάνιο, στερεωμένη σε τοίχο ή ενσωματωμένη σε έπιπλο, που συνδέεται με το σύστημα ύδρευσης και αποχέτευσης, για το πλύσιμο κυρ. των χεριών και του προσώπου: επιτραπέζιος ~. ~ από πορσελάνη. Βάση/μπαταρία ~α. Πβ. λαβομάνο. Βλ. είδη υγιεινής, νεροχύτης, -τήρας. ● ΣΥΜΠΛ.: Ακολουθία/Τελετή του Νιπτήρος: ΕΚΚΛΗΣ. που τελείται το βράδυ της Μεγάλης Τετάρτης ή το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης (σύμφωνα με το παλιό βυζαντινό τελετουργικό), σε ανάμνηση της πράξης του Ιησού που έπλυνε τα πόδια των μαθητών του πριν από τον Μυστικό Δείπνο. [< μεσν. νιπτήρας < μτγν. νιπτήρ ‘δοχείο για το πλύσιμο των ποδιών’] | |
| 34029 | νίπτω | νί-πτω ρ. (μτβ.) {ένιψα} (λόγ.): νίβω. Κυρ. στις ● ΦΡ.: νίπτω τας χείρας μου (ΚΔ) (μτφ.): για πρόσωπο ή φορέα που αρνείται κάθε ευθύνη ή ανάμειξη σε κάποιο ζήτημα: Η επιτροπή έσπευσε να νίψει τας χείρας της. Βλ. Πόντιος Πιλάτος., νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν (καρκινική επιγραφή): ξέπλυνε τα αμαρτήματά σου, όχι μόνο το πρόσωπό σου. [< μτγν. νίπτω] | |
| 34030 | νιρβάνα | νιρ-βά-να ουσ. (θηλ.) 1. αταραξία, απάθεια, αδιαφορία: Βρίσκεται/έχει πέσει σε (απόλυτη) ~ (: είναι στον κόσμο του). 2. ΘΡΗΣΚ. (στον βουδισμό) ψυχική γαλήνη, λύτρωση από τον πόνο και τον επώδυνο κύκλο των μετενσαρκώσεων, η οποία πραγματοποιείται με την άρνηση κάθε επιθυμίας και της συναίσθησης του εγώ. Βλ. κάρμα, σαμσάρα. [< γαλλ. nirvana, σανσκριτικό nirvāṇa] | |
| 34031 | νισάφι | νι-σά-φι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): έλεος, ευσπλαχνία· (κυρ. ως επιφών.) αρκετά, αμάν: ~ (πια) με τη φλυαρία του (= φτάνει, ως εδώ)! [< τουρκ. insaf] | |
| 34032 | νισεστές | νι-σε-στές ουσ. (αρσ.) (παρωχ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. άμυλο (άνθος) αραβοσίτου, κορν φλάουρ. Βλ. -ές. [< τουρκ. nişasta] | |
| 34033 | νισουάζ | νι-σου-άζ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} : ΜΑΓΕΙΡ. είδος σαλάτας που περιέχει ντομάτες, τόνο, φιλέτα αντσούγιας, κάππαρη, αβγά, ελιές, σκόρδο, ελαιόλαδο, ξίδι. [< γαλλ. niçoise] | |
| 34034 | νιτρίδιο | νι-τρί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {νιτριδί-ου}: ΧΗΜ. κάθε χημική ένωση που περιλαμβάνει άζωτο και κάποιο μέταλλο ή αμέταλλο στοιχείο: ~ του γαλλίου/του πυριτίου. Βλ. -ίδιο. [< αγγλ. nitride, γαλλ. nitrure] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ