| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 34035 | νιτρικός | , ή, ό νι-τρι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με το νίτρο: ~ός: άργυρος. ~ή: αµµωνία/ρίζα. ~ό: ασβέστιο/κάλιο (= νίτρο)/νάτριο/οξείδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: νιτρικό οξύ: ανόργανη οξυγονούχος ένωση του αζώτου, που αποτελεί ισχυρό οξειδωτικό μέσο. ΣΥΝ. ακουαφόρτε (1) [< μτγν. νιτρικός, γαλλ. nitrique, αγγλ. nitric] | |
| 34036 | νιτρίλιο | νι-τρί-λι-ο ουσ. (ουδ.) {νιτριλί-ου}: ΧΗΜ. κάθε οργανικό κυανίδιο που περιέχει μια ρίζα CN: υδρόλυση ~ου.|| Καουτσούκ ~ου. Γάντια από ~. [< αγγλ.-γαλλ. nitrile] | |
| 34037 | νίτρο | νί-τρο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. -ΟΡΥΚΤ. κοινή ονομασία του νιτρικού καλίου που απαντάται στη φύση ως καθαρός κρύσταλλος και χρησιμοποιείται ως λίπασμα, καθώς και για την παρασκευή μπαρουτιού: ~ της Χιλής (: νιτρικό νάτριο). [< αρχ. νίτρον, γαλλ. nitre] | |
| 34038 | νιτρογλυκερίνη | νι-τρο-γλυ-κε-ρί-νη ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. υποκίτρινο, ελαιώδες υγρό (σύμβ. C3H5N3O9), που παράγεται από την επίδραση νιτρικού και θειικού οξέος σε γλυκερίνη και χρησιμοποιείται ως εκρηκτική ύλη. Βλ. δυναμίτης, τρινιτροτολουόλη. 2. ΙΑΤΡ. αγγειοδιασταλτικό που χρησιμοποιείται κυρ. για τη θεραπεία της στηθάγχης και τη μείωση της αρτηριακής πίεσης, προκαλώντας παρενέργειες, όπως πονοκεφάλους. [< γαλλ. nitroglycérine, αγγλ. nitroglycerin] | |
| 34039 | νιτροκυτταρίνη | νι-τρο-κυτ-τα-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. νιτρικός εστέρας της κυτταρίνης, που χρησιμοποιείται κυρ. ως εκρηκτική ύλη. Βλ. σελιλόιντ. [< γαλλ.-αγγλ. nitrocellulose] | |
| 34040 | νιτροποίηση | νι-τρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. χημική διεργασία που συνίσταται στη μετατροπή, χάρη στη δράση μικροοργανισμών, της αμμωνίας σε αζωτούχες ενώσεις (π.χ. νιτρικά άλατα), απαραίτητες για τη διατροφή των φυτών και έμμεσα όλων των ζωντανών οργανισμών: βιολογική ~. Βακτήρια ~ης. Βλ. αζωτοδέσμευση, κύκλος (του) αζώτου, -ποίηση. ΣΥΝ. αζωτοποίηση, νίτρωση ΑΝΤ. απονιτροποίηση [< γαλλ.-αγγλ. nitrification] | |
| 34041 | νιτρορύπανση | νι-τρο-ρύ-παν-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. ρύπανση εξαιτίας των νιτρικών (αζωτούχων) ουσιών που περιέχονται στα φυτοφάρμακα και στα χημικά λιπάσματα, τα οποία χρησιμοποιούνται στις καλλιέργειες: ~ του εδάφους/των υδάτων. ~ γεωργικής προέλευσης. [παλαιότ. ορθογρ. νιτρορρύπανση] | |
| 34042 | νιτρώδης | , ης, ες νι-τρώ-δης επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με το άζωτο: ~ες: οξείδιο (βλ. υποξείδιο). ~εις: ουσίες. ~η: αέρια. Πβ. αζωτούχος. Βλ. -ώδης. ● Ουσ.: νιτρώδη (τα): άλατα του νιτρώδους οξέος: Τα ~ χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της στηθάγχης (βλ. νιτρογλυκερίνη). [< γαλλ.-αγγλ. nitrite] ● ΣΥΜΠΛ.: νιτρώδες οξύ: ασταθές, ασθενές οξύ, το οποίο υπάρχει σε ελεύθερη κατάσταση μόνο σε διάλυμα ή με τη μορφή των αλάτων του (νιτρώδες νάτριο και νιτρώδες κάλιο). [< μτγν. νιτρώδης, γαλλ. nitreux, αγγλ. nitrous] | |
| 34043 | νίτρωση | νί-τρω-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. νιτροποίηση. [< γαλλ. nitration] | |
| 34044 | νιτσεϊκός | , ή, ό νι-τσε-ϊ-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τον Νίτσε ή τη φιλοσοφία του: ~ή: σκέψη. [< γαλλ. nietzschéen] | |
| 34045 | νιτσεϊσμός | νι-τσε-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. η φιλοσοφία του Νίτσε που δίνει έμφαση στη θέληση για δύναμη, η οποία αποτελεί τον κινητήριο μοχλό για το άτομο και την κοινωνία. Βλ. βουλησιαρχία. | |
| 34046 | νιτσεράδα | νι-τσε-ρά-δα ουσ. (θηλ.): αδιάβροχο από μουσαμά, συνήθ. κίτρινου χρώματος: ολόσωμη ~. ~ αποτελούμενη από δύο κομμάτια (σακάκι, παντελόνι). ~ες για ιστιοπλόους/ψαράδες. [< ιταλ. incerata ‘κηρωτό’ < ρ. incerare] | |
| 34047 | νιφάδα | νι-φά-δα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. καθένας από τους μικρούς παγοκρυστάλλους που δημιουργούν το χιόνι: αραιές/λευκές/πυκνές/χοντρές ~ες. ΣΥΝ. χιονονιφάδα 2. (μτφ.) οτιδήποτε θυμίζει νιφάδα χιονιού: τραγανές ~ες ρυζιού. ~ες βρόμης (= κουάκερ)/δημητριακών/καλαμποκιού/πατάτας (= πουρές)/σιταριού/σοκολάτας. Βλ. κορν φλέικς.|| Σαπούνι σε ~ες. Λευκές ~ες στα μαλλιά (= πιτυρίδα). Πβ. φολίδα. [< αρχ. νιφάς] | |
| 34048 | νιχαβέντ | βλ. νιαβέντ | |
| 34049 | νιχιλισμός | νι-χι-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. μηδενισμός. Βλ. -ισμός. | |
| 34050 | νιχιλιστής | νι-χι-λι-στής ουσ. (αρσ.): μηδενιστής. | |
| 34051 | νιχόνιο | νι-χό-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό στοιχείο (σύμβ. Nh, Ζ 113) με μικρή διάρκεια ζωής. [< αγγλ.-γαλλ. nihonium, 2016 < ιαπων. Nihon ‘Ιαπωνία’] | |
| 34052 | νίψη | νί-ψη ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. νίψιμο: εξαγνιστικές/θρησκευτικές ~εις. [< μτγν. νίψις] | |
| 34053 | νίψιμο | νί-ψι-μο ουσ. (ουδ.) {νιψίμ-ατος} (λόγ.): η ενέργεια του νίβω: ~ χεριών. Πβ. πλύσιμο.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η τελετή του ~ατος των ποδιών (ΣΥΝ. νίψη). [< μεσν. νίψιμον] | |
| 34054 | νίψον | βλ. νίπτω |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ