Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [34720-34740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
34055νιώθωνιώ-θω ρ. (μτβ.) {ένιω-σα, νιώ-σει, νιώθ-οντας} 1. αισθάνομαι: ~ έναν πόνο στην κοιλιά. ~ ζέστη/πείνα. Δεν ~ καθόλου το χέρι μου, έχει μουδιάσει. ~ κουρασμένος/λυπημένος/πληγωμένος. ~ γέρος/νέος. ~ θλίψη/φόβο (= φοβάμαι)/χαρά. ~ άβολα/άνετα/άσχημα/ευχάριστα/καλύτερα (τώρα που ...)/όμορφα.|| ~σε να σφίγγεται το στομάχι του. 2. συναισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι: ~ την ανάγκη/υποχρέωση να ... ~ει ότι βρίσκεται σε μειονεκτική θέση/έκανε λάθος. 3. προαισθάνομαι, διαισθάνομαι: ~ ότι κάτι δεν πάει καλά. Ένιωθε τον κίνδυνο να πλησιάζει. 4. συμμερίζομαι, καταλαβαίνω: Μόνο εσύ με ~εις! Δεν μπορείς να με ~σεις. 5. γνωρίζω, ξέρω: Δεν έχει ~σει ποτέ στη ζωή του τη φτώχεια. ● ΦΡ.: γνώρισα/ένιωσα/αισθάνθηκα στο πετσί μου βλ. πετσί, δεν ξέρω πού (μου) πάν' τα τέσσερα βλ. τέσσερις, νιώθω/αισθάνομαι/είμαι κάπως βλ. κάπως [< μεσν. νιώθω]
34056ΝΜ(το): Νομισματικό Μουσείο.
34057νόβανό-βα ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ΑΣΤΡΟΝ. πολύ απομακρυσμένος αστέρας που παρουσιάζει ξαφνική αύξηση της λαμπρότητάς του, με αποτέλεσμα να γίνεται ορατός στην ουράνια σφαίρα σε σημείο που δεν φαινόταν προηγουμένως άλλο αστέρι. Βλ. σουπερ~. ΣΥΝ. καινοφανής (αστέρας) [< γαλλ. nova, αγγλ. ~, 1927]
34058νοβελίσταςνο-βε-λί-στας ουσ. (αρσ.) {θηλ. νοβελίστρια}: αυτός που γράφει νουβέλες. Πβ. διηγηματογράφος. Βλ. -ίστας. [< γαλλ. nouvelliste]
34059νοβοκαΐνηνο-βο-κα-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. προκαΐνη. [< γερμ. εμπορ. ονομασ. Novocain]
34060νοβοπάννο-βο-πάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΔ. είδος μοριοσανίδας: πλάκες/φύλλα ~. Πλαστικοποιημένο ~. Βλ. ελενίτ. [< ελβετική εμπορ. ονομασ. Novopan, 1945 < novo- (novus) + pan]
34061νογώ[νογῶ] νο-γώ ρ. (μτβ.) {-άς ...· κυρ. στο ενεστ. θ.} & νογάω (λαϊκό): καταλαβαίνω, γνωρίζω, νιώθω: Δεν ~άει τίποτε από μαγειρική. Πβ. αντιλαμβάνομαι. Βλ. νοώ. [< μεσν. νογώ]
34062νοεμβριανός, ή, ό νο-εμ-βρι-α-νός επίθ.: (συνήθ. για ιστορικά γεγονότα) που τοποθετείται χρονικά τον μήνα Νοέμβριο: ~ή: εξέγερση.
34063ΝοέμβριοςΝο-έμ-βρι-ος ουσ. (αρσ.) {Νοεμβρί-ου} & (προφ.) Νοέμβρης: ο ενδέκατος μήνας του χρόνου και ο τρίτος του φθινοπώρου. Πβ. Σποριάς. [< μτγν. Νοέμβριος]
34064νοερός, ή, ό νο-ε-ρός επίθ. (λόγ.): που γίνεται ή δημιουργείται από τον νου, τη φαντασία: ~ός: διάλογος/κόσμος. ~ή: αναπαράσταση/επικοινωνία. (ΘΕΟΛ.) ~ή: προσευχή. Πβ. νοητός, φανταστικός. Βλ. -ερός. ΑΝΤ. πραγματικός (1), υπαρκτός ● επίρρ.: νοερά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. νοερός]
34065νόημανό-η-μα ουσ. (ουδ.) {νοήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. περιεχόμενο, σημασία: το ιστορικό/κοινωνικό/πολιτικό ~ ενός γεγονότος. Το ~ μιας εικόνας/ενός όρου. Το βαθύτερο/κρυφό/ουσιαστικό/πραγματικό/συμβολικό ~ του κειμένου (βλ. αλληγορία). Το ακριβές ~ της λέξης. Αλλοιώνω/αναζητώ/ανακαλύπτω/αντιλαμβάνομαι/διαστρεβλώνω/εξηγώ/κατανοώ/παρερμηνεύω το ~ μιας πρότασης. Παραποίησαν και παρεξήγησαν το ~ των δηλώσεών του. Προσπάθησε να αποδώσει/εκφράσει/συλλάβει το ~ του έργου.|| Η συζήτηση έχει αρχίσει να χάνει το ~ά της (= την ουσία της). Βλ. υπο~. 2. λόγος, σκοπός, αξία: το ~ της ανθρώπινης ύπαρξης. Η σχέση τους έχασε το ~ά της (= το ενδιαφέρον της). Δεν βρίσκω κανένα ~ σε ό,τι λες (= τα θεωρώ ανούσια)! Τι ~ έχουν όλα αυτά; Το έχει πιάσει το ~ της ζωής (= απολαμβάνει τις χαρές της, χωρίς να τον νοιάζει τίποτα άλλο). 3. νεύμα, γνέψιμο· (κατ' επέκτ.-συνήθ. στον πληθ.) καθεμία από τις βασικές μονάδες λόγου στη νοηματική γλώσσα: ~ με το κεφάλι/τα μάτια/το χέρι. Συνεννοούνται με ~ατα. Τους έκανε ~ να μη μιλήσουν/να μπουν μέσα/να σταματήσουν. Βλ. χειρομορφή. 4. ιδέα, ιδεώδες: Έργο που διαπνέεται/είναι γεμάτο από υψηλά ~ατα. ● ΦΡ.: (δεν) βγάζω/βγαίνει νόημα: για κάτι που (δεν) είναι κατανοητό: Δεν βγάζω ~ από αυτά που λέει. Να ξαναγράψεις την πρόταση, έτσι ώστε να βγαίνει ~., δεν έχει νόημα: είναι άσκοπο, δεν υπάρχει λόγος, δεν αξίζει: ~ ~ να συνεχίσουμε την αντιπαράθεση. Μην επιμένεις, ~ ~., με νόημα/σημασία & όλο νόημα/σημασία: εκφράζοντας ή υπονοώντας κάτι: απάντηση/δηλώσεις/πράξη ~ ~. Γέλασε/τον κοίταξε ~ ~., μπαίνω στο νόημα/πιάνω το νόημα/βάζω κάποιον στο νόημα (προφ.): αρχίζω να καταλαβαίνω κάτι ή κάνω κάποιον να κατανοήσει κάτι: Άργησες να μπεις ~, αλλά τα κατάφερες! (αργκό) Μπήκες/το 'πιασες (= με πιάνεις, κατάλαβες); Πβ. μπαίνω στο πνεύμα.|| Προσπαθώ να σε βάλω ~ τού τι θέλω να πω., κενός περιεχομένου βλ. κενός [< 1: αρχ. νόημα, γερμ. Noema, γαλλ. noème, αγγλ. noema, 1931 2: γαλλ. sens 3: γαλλ. signe, γερμ. Wink 4: γαλλ. idée]
34066νοηματικός, ή, ό νο-η-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το νόημα: ~ός: άξονας/πυρήνας. ~ή: αλληλουχία/απόδοση/αυτάρκεια/ενότητα/συνέχεια ενός κειμένου. ~ό: περιεχόμενο/πλαίσιο. Πβ. εννοιο-, σημασιο-λογικός. ● επίρρ.: νοηματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: νοηματική γλώσσα & νοηματική (η): που χρησιμοποιεί σύστημα χειρονομιών, μορφασμών και άλλων κινήσεων του σώματος ως μέσο επικοινωνίας, κυρ. μεταξύ των κωφών: Ελληνική ~ ~ (ακρ. ΕΝΓ). Μεταφρασμένη/μητρική ~ ~. Διδασκαλία/λεξικογράφηση της ~ής ~ας. Ειδήσεις στη ~ ~. Βλ. δακτυλικό αλφάβητο, χειλεανάγνωση. [< αγγλ. sign language] [< μτγν. νοηματικός ‘κατανοητός’, γερμ. noematisch, γαλλ. noématique, αγγλ. noematic]
34067νοηματιστήςνο-η-μα-τι-στής ουσ. (αρσ.): ομιλητής της νοηματικής γλώσσας: ακούοντες/Έλληνες/κωφοί/φυσικοί ~ές. Οι ~ές της ΕΝΓ.
34068νοηματοδότησηνο-η-μα-το-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του νοηματοδοτώ: διαφορετική ~ ενός όρου. Η ~ της ζωής. Κοινωνικές ~ήσεις. Βλ. -δότηση.
34069νοηματοδοτώ[νοηματοδοτῶ] νο-η-μα-το-δο-τώ ρ. (μτβ.) {νοηματοδοτ-είς ..., -ώντας | νοηματοδότ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: προσδίδω νόημα σε κάποιον/κάτι: H λεζάντα ~εί (= επεξηγεί) την είδηση. Βλ. -δοτώ.
34070νοημοσύνηνο-η-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΟΛ. -ΠΑΙΔΑΓ. ικανότητα του ατόμου να καταλαβαίνει και να διαχειρίζεται αφηρημένες έννοιες, να μαθαίνει, να αντιμετωπίζει νέες ή δύσκολες και πολύπλοκες καταστάσεις και να επιλύει προβλήματα, αξιοποιώντας προηγούμενες εμπειρίες: ανάπτυξη της ~ης. Αξιολόγηση/μέτρηση της ~ης (παιδιών και εφήβων) (βλ. τεστ ~ης). Άτομο με μειωμένη/μέση/φυσιολογική/χαμηλή/υψηλή ~. Πβ. ευφυΐα.|| (είδη ~ης:) Γλωσσική ή λεκτική/διαπροσωπική/ενδοπροσωπική/λογική-μαθηματική/μουσική/σωματική-κιναισθητική/χωρική ~ (: θεωρία της πολλαπλής ~ης). 2. (προφ.) εξυπνάδα: Δηλώσεις/εκπομπές/ενέργειες που προσβάλλουν/υποτιμούν τη ~ μας/των θεατών/των πολιτών. Αμφιβάλλω για τη ~ του. 3. ΠΛΗΡΟΦ. η ικανότητα μιας μηχανής να επιλύει προβλήματα και να εκτελεί γνωστικές λειτουργίες, αναπαράγοντας ανθρώπινες νοητικές δραστηριότητες (σκεπτόμενες μηχανές): υπολογιστική ~. Βλ. -οσύνη. ● ΣΥΜΠΛ.: δείκτης νοημοσύνης & δείκτης ευφυΐας: ΨΥΧΟΛ. ο οποίος δηλώνει τη νοητική ικανότητα ενός ατόμου σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό και προκύπτει από συγκεκριμένο τεστ ευφυΐας. ΣΥΝ. άι-κιου [< αγγλ. intelligence quotient, 1913, (IQ), 1920], συναισθηματική νοημοσύνη & συναισθηματική ευφυΐα: ΨΥΧΟΛ. η ικανότητα κάποιου να αναγνωρίζει, να κατανοεί και να χειρίζεται αποτελεσματικά τα συναισθήματα τόσο τα δικά του όσο και των άλλων. [< αγγλ. emotional intelligence, 1938], τεστ νοημοσύνης & τεστ ευφυΐας: ΨΥΧΟΛ. που γίνεται για τον προσδιορισμό του βαθμού νοητικής ανάπτυξης ενός ατόμου: βαθμολογία/επιδόσεις σε ~ ~. Υποβλήθηκε σε ~ ~. [< αγγλ. intelligence/ΙQ test, 1913], τεχνητή νοημοσύνη/(σπάν.) ευφυΐα: ΠΛΗΡΟΦ. η ικανότητα μηχανήματος να μιμείται τον άνθρωπο ως προς την ευφυΐα· κλάδος της Πληροφορικής ο οποίος έχει ως αντικείμενο την ενεργοποίηση τέτοιας συμπεριφοράς σε υπολογιστές: προηγμένη ~ ~. Εφαρμογές ~ής ~ης. ~ ~ και έμπειρα/ευφυή συστήματα. [< αγγλ. artificial intelligence, 1951] [< γαλλ.-αγγλ. intelligence]
34071νοήμων, ων, ον νο-ή-μων επίθ. {νοήμ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα)} (λόγ.): που έχει νοημοσύνη: ~ων: άνθρωπος/πολίτης. ~ον: κοινό/ον/πλάσμα.|| ~ων: ζωή.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ον: δίκτυο. ~ονες: υπολογιστές. ~ονες: μηχανές. ~ονα: συστήματα. Πβ. ευφυής. ΑΝΤ. ανόητος [< αρχ. νοήμων]
34072νόησηνό-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το σύνολο των γνωστικών λειτουργιών του εγκεφάλου: ανθρώπινη/κοινωνική ~. Ανάπτυξη της ~ης. ~ και Τεχνητή Νοημοσύνη. Πβ. δια~, σκέψη. Βλ. βούληση, κατα~, παρα~, συναίσθημα. ● ΣΥΜΠΛ.: αποκλίνουσα σκέψη/νόηση βλ. αποκλίνων, συγκλίνουσα σκέψη/νόηση βλ. συγκλίνων [< αρχ. νόησις]
34073νοησιαρχίανο-η-σι-αρ-χί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία σύμφωνα με την οποία πηγή της γνώσης και των ψυχικών λειτουργιών του ανθρώπου είναι η νόηση. Βλ. -αρχία. ΑΝΤ. αισθησιοκρατία, βολονταρισμός (2), εμπειρισμός (1) [< γαλλ. intellectualisme]
34074νοησιαρχικός, ή, ό νο-η-σι-αρ-χι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τη νοησιαρχία ή τους οπαδούς αυτής της θεωρίας: ~ή: αντίληψη. ΑΝΤ. αισθησιοκρατικός [< γαλλ. intellectualiste]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.