Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [34720-34740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
34038νιτρογλυκερίνηνι-τρο-γλυ-κε-ρί-νη ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. υποκίτρινο, ελαιώδες υγρό (σύμβ. C3H5N3O9), που παράγεται από την επίδραση νιτρικού και θειικού οξέος σε γλυκερίνη και χρησιμοποιείται ως εκρηκτική ύλη. Βλ. δυναμίτης, τρινιτροτολουόλη. 2. ΙΑΤΡ. αγγειοδιασταλτικό που χρησιμοποιείται κυρ. για τη θεραπεία της στηθάγχης και τη μείωση της αρτηριακής πίεσης, προκαλώντας παρενέργειες, όπως πονοκεφάλους. [< γαλλ. nitroglycérine, αγγλ. nitroglycerin]
34039νιτροκυτταρίνηνι-τρο-κυτ-τα-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. νιτρικός εστέρας της κυτταρίνης, που χρησιμοποιείται κυρ. ως εκρηκτική ύλη. Βλ. σελιλόιντ. [< γαλλ.-αγγλ. nitrocellulose]
34040νιτροποίησηνι-τρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. χημική διεργασία που συνίσταται στη μετατροπή, χάρη στη δράση μικροοργανισμών, της αμμωνίας σε αζωτούχες ενώσεις (π.χ. νιτρικά άλατα), απαραίτητες για τη διατροφή των φυτών και έμμεσα όλων των ζωντανών οργανισμών: βιολογική ~. Βακτήρια ~ης. Βλ. αζωτοδέσμευση, κύκλος (του) αζώτου, -ποίηση. ΣΥΝ. αζωτοποίηση, νίτρωση ΑΝΤ. απονιτροποίηση [< γαλλ.-αγγλ. nitrification]
34041νιτρορύπανσηνι-τρο-ρύ-παν-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. ρύπανση εξαιτίας των νιτρικών (αζωτούχων) ουσιών που περιέχονται στα φυτοφάρμακα και στα χημικά λιπάσματα, τα οποία χρησιμοποιούνται στις καλλιέργειες: ~ του εδάφους/των υδάτων. ~ γεωργικής προέλευσης. [παλαιότ. ορθογρ. νιτρορρύπανση]
34042νιτρώδης, ης, ες νι-τρώ-δης επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με το άζωτο: ~ες: οξείδιο (βλ. υποξείδιο). ~εις: ουσίες. ~η: αέρια. Πβ. αζωτούχος. Βλ. -ώδης. ● Ουσ.: νιτρώδη (τα): άλατα του νιτρώδους οξέος: Τα ~ χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της στηθάγχης (βλ. νιτρογλυκερίνη). [< γαλλ.-αγγλ. nitrite] ● ΣΥΜΠΛ.: νιτρώδες οξύ: ασταθές, ασθενές οξύ, το οποίο υπάρχει σε ελεύθερη κατάσταση μόνο σε διάλυμα ή με τη μορφή των αλάτων του (νιτρώδες νάτριο και νιτρώδες κάλιο). [< μτγν. νιτρώδης, γαλλ. nitreux, αγγλ. nitrous]
34043νίτρωσηνί-τρω-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. νιτροποίηση. [< γαλλ. nitration]
34044νιτσεϊκός, ή, ό νι-τσε-ϊ-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τον Νίτσε ή τη φιλοσοφία του: ~ή: σκέψη. [< γαλλ. nietzschéen]
34045νιτσεϊσμόςνι-τσε-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. η φιλοσοφία του Νίτσε που δίνει έμφαση στη θέληση για δύναμη, η οποία αποτελεί τον κινητήριο μοχλό για το άτομο και την κοινωνία. Βλ. βουλησιαρχία.
34046νιτσεράδανι-τσε-ρά-δα ουσ. (θηλ.): αδιάβροχο από μουσαμά, συνήθ. κίτρινου χρώματος: ολόσωμη ~. ~ αποτελούμενη από δύο κομμάτια (σακάκι, παντελόνι). ~ες για ιστιοπλόους/ψαράδες. [< ιταλ. incerata ‘κηρωτό’ < ρ. incerare]
34047νιφάδανι-φά-δα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. καθένας από τους μικρούς παγοκρυστάλλους που δημιουργούν το χιόνι: αραιές/λευκές/πυκνές/χοντρές ~ες. ΣΥΝ. χιονονιφάδα 2. (μτφ.) οτιδήποτε θυμίζει νιφάδα χιονιού: τραγανές ~ες ρυζιού. ~ες βρόμης (= κουάκερ)/δημητριακών/καλαμποκιού/πατάτας (= πουρές)/σιταριού/σοκολάτας. Βλ. κορν φλέικς.|| Σαπούνι σε ~ες. Λευκές ~ες στα μαλλιά (= πιτυρίδα). Πβ. φολίδα. [< αρχ. νιφάς]
34048νιχαβέντβλ. νιαβέντ
34049νιχιλισμόςνι-χι-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. μηδενισμός. Βλ. -ισμός.
34050νιχιλιστήςνι-χι-λι-στής ουσ. (αρσ.): μηδενιστής.
34051νιχόνιονι-χό-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό στοιχείο (σύμβ. Nh, Ζ 113) με μικρή διάρκεια ζωής. [< αγγλ.-γαλλ. nihonium, 2016 < ιαπων. Nihon ‘Ιαπωνία’]
34052νίψηνί-ψη ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. νίψιμο: εξαγνιστικές/θρησκευτικές ~εις. [< μτγν. νίψις]
34053νίψιμονί-ψι-μο ουσ. (ουδ.) {νιψίμ-ατος} (λόγ.): η ενέργεια του νίβω: ~ χεριών. Πβ. πλύσιμο.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η τελετή του ~ατος των ποδιών (ΣΥΝ. νίψη). [< μεσν. νίψιμον]
34054νίψονβλ. νίπτω
34055νιώθωνιώ-θω ρ. (μτβ.) {ένιω-σα, νιώ-σει, νιώθ-οντας} 1. αισθάνομαι: ~ έναν πόνο στην κοιλιά. ~ ζέστη/πείνα. Δεν ~ καθόλου το χέρι μου, έχει μουδιάσει. ~ κουρασμένος/λυπημένος/πληγωμένος. ~ γέρος/νέος. ~ θλίψη/φόβο (= φοβάμαι)/χαρά. ~ άβολα/άνετα/άσχημα/ευχάριστα/καλύτερα (τώρα που ...)/όμορφα.|| ~σε να σφίγγεται το στομάχι του. 2. συναισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι: ~ την ανάγκη/υποχρέωση να ... ~ει ότι βρίσκεται σε μειονεκτική θέση/έκανε λάθος. 3. προαισθάνομαι, διαισθάνομαι: ~ ότι κάτι δεν πάει καλά. Ένιωθε τον κίνδυνο να πλησιάζει. 4. συμμερίζομαι, καταλαβαίνω: Μόνο εσύ με ~εις! Δεν μπορείς να με ~σεις. 5. γνωρίζω, ξέρω: Δεν έχει ~σει ποτέ στη ζωή του τη φτώχεια. ● ΦΡ.: γνώρισα/ένιωσα/αισθάνθηκα στο πετσί μου βλ. πετσί, δεν ξέρω πού (μου) πάν' τα τέσσερα βλ. τέσσερις, νιώθω/αισθάνομαι/είμαι κάπως βλ. κάπως [< μεσν. νιώθω]
34056ΝΜ(το): Νομισματικό Μουσείο.
34057νόβανό-βα ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ΑΣΤΡΟΝ. πολύ απομακρυσμένος αστέρας που παρουσιάζει ξαφνική αύξηση της λαμπρότητάς του, με αποτέλεσμα να γίνεται ορατός στην ουράνια σφαίρα σε σημείο που δεν φαινόταν προηγουμένως άλλο αστέρι. Βλ. σουπερ~. ΣΥΝ. καινοφανής (αστέρας) [< γαλλ. nova, αγγλ. ~, 1927]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.