| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 34075 | νοητικός | , ή, ό νο-η-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη νόηση ή τον νου: ~ός: έλεγχος/μηχανισμός. ~ή: ανάπτυξη/ανεπάρκεια/αντίληψη/διεργασία/δραστηριότητα/επεξεργασία/ηλικία/κατασκευή/κατάσταση/σύγχυση. ~ό: δυναμικό/επίπεδο/μοντέλο/πείραμα/φαινόμενο. ~ές: δεξιότητες/διαταραχές/διεργασίες/εικόνες/επιδόσεις/ικανότητες/λειτουργίες. ~ά: σχήματα. Άτομα με ~ή αναπηρία/~ά προβλήματα. Πβ. δια~, πνευματικός. Βλ. προ~. ● επίρρ.: νοητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: νοητική/διανοητική (καθ)υστέρηση βλ. υστέρηση, νοητικό λεξικό βλ. λεξικό, νοητικό πηλίκο βλ. πηλίκο [< αρχ. νοητικός] | |
| 34076 | νοητικότητα | νο-η-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ο νοητικός χαρακτήρας μιας εσωτερικής διεργασίας, μιας συμπεριφοράς, ενός ατόμου. Πβ. δια~. Βλ. -ότητα, προ~. [< γαλλ. intellectualité] | |
| 34077 | νοητός | , ή, ό νο-η-τός επίθ. (λόγ.) 1. αντιληπτός μόνο με τον νου, τη φαντασία και όχι με τις αισθήσεις, ιδεατός: ~ός: άξονας/κόσμος/κύκλος/ορίζοντας/χάρτης/χώρος. ~ή: αναπαράσταση/γραμμή/διαδρομή/εικόνα/ευθεία/κατασκευή/προέκταση/σύνδεση. ~ό: αντικείµενο/σύνορο. Πβ. νοερός, υποθετ-, φανταστ-ικός. ΑΝΤ. πραγματικός, υπαρκτός.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ά: κυκλώματα.|| (ως ουσ.) Τα αισθητά και τα ~ά. ΑΝΤ. απτός (2) 2. (συνήθ. με άρνηση "δεν") που μπορεί να τον συλλάβει, φανταστεί, κατανοήσει κάποιος: Χωρίς την προσκόμιση αποδείξεων, δεν είναι ~ή (= δεν νοείται) η επιστημονική αλήθεια. Κείμενο από μόνο του ~ό (= κατανοητό), χωρίς πρόσθετες επεξηγήσεις. ΑΝΤ. αδιανόητος, ακατανόητος (2) ● επίρρ.: νοητά [< αρχ. νοητός] | |
| 34078 | νοθεία | νο-θεί-α ουσ. (θηλ.) 1. αλλοίωση της σύστασης προϊόντων, με προσθήκη ξένων ουσιών κατώτερης ποιότητας, για λόγους κερδοσκοπίας: ~ ελαιόλαδου. ~ στο γάλα/στο μέλι/στο πετρέλαιο/στα ποτά (βλ. μπόμπα)/στα τρόφιμα. Κρούσματα/όργιο ~ας. Καταπολέμηση/πάταξη της ~ας. Προστασία του καταναλωτή από τη ~. Κάνουν ~ στα καύσιμα (= τα νοθεύουν). 2. διαστρέβλωση, παραποίηση (αποτελέσματος): απροκάλυπτη/εκτεταμένη ~. Φαινόμενα ~ας. Καταγγελίες για ~ στην καταμέτρηση των ψήφων (πβ. μαγείρεμα· βλ. διπλοψηφία). Βλ. απάτη, καλπο~. ΣΥΝ. νόθευση [< μτγν. νοθεία 'γέννηση εκτός νόμιμου γάμου' 1: γαλλ. adultération 2: γαλλ. altération , falsification, fraude] | |
| 34079 | νόθευση | νό-θευ-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του νοθεύω, νοθεία: ~ ναρκωτικών/τροφίμων. Κύκλωμα ~ης καυσίμων. Πβ. μπαστάρδεμα.|| ~ του ανταγωνισμού (βλ. αθέμιτος ανταγωνισμός)/αποτελέσματος/της δημοκρατίας/της ιστορίας. ~ εγγράφου (= πλαστογράφηση). ~ νομίσματος (ΣΥΝ. κιβδηλεία). [< μεσν. νόθευσις] | |
| 34080 | νοθευτής | νο-θευ-τής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που νοθεύει (κάτι): ~ καυσίμων.|| ~ές των ηθικών αξιών. Πβ. διαστρεβλωτής. | |
| 34081 | νοθευτικός | , ή, ό νο-θευ-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη νόθευση: ~ή: ουσία. Βλ. καλπο~. | |
| 34082 | νοθεύω | νο-θεύ-ω ρ. (μτβ.) {νόθευ-σε, -σει, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας, -μένος} 1. κάνω νοθεία (σε προϊόντα): Πρατήρια που ~ουν τη βενζίνη (με νερό). ~μένη: φέτα. ~μένο: κρασί/λάδι (ΑΝΤ. ανόθευτο). ~μένα: φάρμακα. 2. διαστρεβλώνω, παραποιώ, αλλοιώνω: ~ουν την αλήθεια (= παραχαράσσουν). ~τηκε η απόφαση/το εκλογικό αποτέλεσμα (= μαγειρεύτηκε). ~μένα: στοιχεία (= νόθα). ΣΥΝ. πλαστογραφώ (2) [< μτγν. νοθεύω 1: γαλλ. adultérer 2: γαλλ. altérer, falsifier] | |
| 34083 | νόθος | , α/η, ο νό-θος επίθ. {κ. (λόγ.) θηλ. νόθος} 1. (για πρόσ.) που γεννήθηκε εκτός γάμου: ~α: παιδιά (ΑΝΤ. γνήσια, νόμιμα). ΣΥΝ. εξώγαμος, μπάσταρδος (1) 2. (μτφ.) που έχει αλλοιωθεί, παραποιηθεί ή διαστρεβλωθεί· που δεν είναι γνήσιος, αυθεντικός: ~α/η: κατάσταση. ~ες: διαδικασίες/εκλογές. ~α: αποτελέσματα (= μαγειρεμένα, πειραγμένα)/στοιχεία (= εικονικά, πλαστά, ψευδή). Πβ. κάλπικος. ΣΥΝ. νοθευμένος. ΑΝΤ. ανόθευτος.|| (ΦΙΛΟΛ.) ~ο: έργο/κείμενο (: γραμμένο από κάποιον που χρησιμοποίησε το όνομα γνωστού συγγραφέα). Πβ. ψευδεπίγραφος.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~α: σύνθετα (: με συνθετικά από διαφορετική γλώσσα, π.χ. φωτορεπορτάζ).|| (ΝΟΜ.) ~ος: αντικειμενική ευθύνη. 3. ΒΙΟΛ. (για ζώο ή φυτό) που προήλθε από τη διασταύρωση ατόμων με διαφορετικό γονότυπο, που αποτελεί υβρίδιο. [< αρχ. νόθος 1: γαλλ. illégitime 2: γαλλ. falsifié, faux 3: γαλλ. bâtard] | |
| 34084 | νοιάζει | νοιά-ζει ρ. {ένοιαξε, νοιάξει} (προφ.): ενδιαφέρει, απασχολεί: Τι σε ~ τι κάνω; Πολύ που με ~! Δεν τον ~ουν οι συνέπειες (= αδιαφορεί). Βλ. πολυ~. ● ΦΡ.: από πίτα που δεν τρως, τι σε νοιάζει/μέλει κι αν καεί βλ. πίτα [< γ' εν. ενεργ. φωνής του ρ. νοιάζομαι] | |
| 34085 | νοιάζομαι | νοιά-ζο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {νοιάσ-τηκα, -τεί, νοιαζ-όμενος} (προφ.) & (λαϊκό) γνοιάζομαι 1. φροντίζω, περιποιούμαι, ενδιαφέρομαι: Δεν ~εται για κανέναν. Έχει φίλους που τον ~ονται πραγματικά και τον αγαπούν.|| ~ονται (= μεριμνούν) για το κοινό καλό/τον συνάνθρωπό τους. Δεν ~ονται (= δεν τους νοιάζει) αν ο κοσμάκης ταλαιπωρείται. Κανείς δεν ~τηκε να μ' ενημερώσει. ΑΝΤ. αδιαφορώ 2. έχω έγνοια, ανησυχώ: Μη ~εσαι, όλα τακτοποιήθηκαν! Δεν ~εται (ιδιαίτερα) για την κατάσταση. Εξαγγελία νέων μέτρων, αλλά ποιος ~εται (= κανέναν δεν τον απασχολεί). Πβ. αγωνιώ. ΑΝΤ. ξενοιάζω [< μεσν. εννοιάζομαι] | |
| 34086 | νοιάξιμο | νοιά-ξι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.): φροντίδα, ενδιαφέρον: ~ για τους άλλους. Πβ. μέριμνα. ΑΝΤ. αδιαφορία (1) | |
| 34087 | νοικάρης | νοι-κά-ρης ουσ. (αρσ.) {νοικάρηδες} (προφ.): ενοικιαστής. ΑΝΤ. σπιτονοικοκύρης, σπιτονοικοκυρά | |
| 34088 | νοίκι | νοί-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.): ενοίκιο. ● ΦΡ.: μένω/ζω/είμαι στο νοίκι: είμαι ενοικιαστής, δεν μένω σε δικό μου σπίτι. Βλ. ιδιοκατοικώ. [< μεσν. νοίκιν] | |
| 34089 | νοικιάζω | βλ. ενοικιάζω | |
| 34090 | νοίκιασμα | νοί-κια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ενοικίαση. | |
| 34091 | νοικοκυρά | νοι-κο-κυ-ρά ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) οικοκυρά 1. γυναίκα που φροντίζει το σπίτι και τις ανάγκες της οικογένειας: σύγχρονη/χρυσοχέρα ~. Υπόδειγμα ~άς. Βλ. κυρία, οικοδέσποινα. 2. (κατ' επέκτ.) αυτή που ασχολείται αποκλειστικά με τις δουλειές του σπιτιού, χωρίς να έχει άλλο επάγγελμα. 3. (κυρ. παλαιότ.) σπιτονοικοκυρά. Βλ. νοικοκύρης. ● Υποκ.: νοικοκυρούλα (η) ● ΦΡ.: η καλή νοικοκυρά είναι δούλα και κυρά (παροιμ.): που φροντίζει τους άλλους, αλλά συμπεριφέρεται και αντιμετωπίζεται και ως κυρία του σπιτιού., το καλάθι της νοικοκυράς βλ. καλάθι [< μεσν. νοικοκυρά, οικοκυρά] | |
| 34092 | νοικοκύρεμα | νοι-κο-κύ-ρε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. καθάρισμα και συμμάζεμα ενός χώρου: ~ του δωματίου. ΣΥΝ. συγύρισμα 2. (μτφ.) συνετή οργάνωση και διοίκηση: ~ των δαπανών/του δήμου/της εταιρείας/του κράτους/των οικονομικών. | |
| 34093 | νοικοκυρεύω | νοι-κο-κυ-ρεύ-ω ρ. (μτβ.) {νοικοκύρ-εψε, -έψει, -εύτηκε, -ευτεί, νοικοκυρεύ-οντας, νοικοκυρ-εμένος} (προφ.) 1. (μτφ.) τακτοποιώ, οργανώνω συνήθ. μια υπηρεσία, μια επιχείρηση, ένα σύνολο ατόμων, κυρ. ως προς τα οικονομικά: ~εψε τα δημοσιονομικά/το κράτος/(για προπονητή:) την ομάδα. Όχι μόνο δεν ~εψαν την εταιρεία, αλλά τη βούλιαξαν σε νέα χρέη. ~εμένος: δήμος. ~εμένη: δουλειά (: που έχει γίνει με ιδιαίτερη επιμέλεια). 2. καθαρίζω, συγυρίζω, συμμαζεύω: ~εψε το δωμάτιο. ~εμένο: σπίτι (ΑΝΤ. ανοικοκύρευτο). ● Παθ.: νοικοκυρεύομαι (λαϊκό): παντρεύομαι, κάνω δική μου οικογένεια, ανοίγω το δικό μου σπίτι: Βρες ένα καλό κορίτσι να ~ευτείς!|| (κυρ. παλαιότ.) ~εμένη: κοπέλα (: από καλή οικογένεια, νοικοκυρά). ● ΦΡ.: νοικοκυρεμένα πρά(γ)ματα (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος ζητά ή επιδοκιμάζει την τάξη και την οργάνωση (σε κάποιον χώρο ή στη διευθέτηση μιας υπόθεσης). [< μεσν. νοικοκυρεύω] | |
| 34094 | νοικοκύρης | νοι-κο-κύ-ρης ουσ. (αρσ.) {νοικοκύρ-ηδες (λαϊκό) -αίοι} 1. ο σύζυγος ή/και πατέρας, ο κύριος του σπιτιού· (κατ΄επέκτ.-παρωχ.) αφέντης, κυρίαρχος: καλός/φιλόξενος ~. Πβ. οικογενειάρχης, οικοδεσπότης, πάτερ φαμίλιας. 2. άνδρας που ασχολείται με τις δουλειές του σπιτιού· γενικότ. οργανωτικός στη ζωή του και ιδ. στις οικονομικές του υποθέσεις: πραγματικός/σωστός ~. Βλ. ανοικοκύρευτος.|| (παλαιότ.) Οι ~αίοι (= οι προύχοντες). 3. (κυρ. παλαιότ.) σπιτονοικοκύρης. Βλ. νοικοκυρά. ● ΦΡ.: όσα ξέρει ο νοικοκύρης, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος (παροιμ.): κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει καλύτερα ένα θέμα από τον άμεσα εμπλεκόμενο., τον έκαναν νοικοκύρη (αργκό): μπήκαν κλέφτες στο σπίτι ή το μαγαζί κάποιου και το άδειασαν., αγαπά ο Θεός τον κλέφτη, αγαπά και τον νοικοκύρη βλ. κλέφτης, φωνάζει ο κλέφτης, να φοβηθεί/για να φύγει ο νοικοκύρης βλ. κλέφτης [< μεσν. νοικοκύρης] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ