| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 34095 | νοικοκυριό | νοι-κο-κυ-ριό ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. οικιακός εξοπλισμός, οικοσκευή· (κυρ.-κατ' επέκτ.) σπίτι, οικογένεια (ως στοιχειώδης οικονομική μονάδα): είδη ~ιού.|| Οι δαπάνες/τα έξοδα του μέσου/σύγχρονου ελληνικού ~ιού. Δανεισμός/κατανάλωση/συνθήκες διαβίωσης των ~ιών. Στήνω/φτιάχνω το ~ (= σπιτικό) μου. 2. {χωρ. πληθ.} οι δουλειές, η φροντίδα, η διαχείριση του σπιτιού: Έχω αναλάβει/ασχολούμαι με το ~. Σύγχρονες γυναίκες που συνδυάζουν εργασία και ~. Κρατάει/φροντίζει το ~. [< μεσν. νοικοκυριό] | |
| 34096 | νοικοκυρόπαιδο | νοι-κο-κυ-ρό-παι-δο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λαϊκό): νέος από καλή και ευκατάστατη οικογένεια· κατ' επέκτ. συνετός, μυαλωμένος. Βλ. -παιδο. | |
| 34097 | νοικοκυροσύνη | νοι-κο-κυ-ρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. πρόθυμη ενασχόληση με τις οικιακές εργασίες και τη σωστή εκτέλεσή τους: Φημίζεται για τη ~ της. Πβ. καθαριότητα, τάξη. 2. συνετή οργάνωση και διαχείριση των υποθέσεων του σπιτιού και κατ' επέκτ. κάθε ζητήματος, κυρ. οικονομικού: παράδειγμα/πνεύμα ~ης. Πβ. νοικοκυριό. Βλ. -οσύνη. | |
| 34098 | νοκ άουτ | νοκ ά-ουτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & νοκάουτ 1. ΑΘΛ. (στην πυγμαχία) όρος που δηλώνει ότι ο πυγμάχος τίθεται εκτός αγώνα και θεωρείται ηττημένος, εφόσον αδυνατεί να σηκωθεί από το δάπεδο μέσα σε δέκα περ. δευτερόλεπτα από το χτύπημα του αντιπάλου: Κέρδισε με/τον έριξε ~. 2. (μτφ.) για κάποιον που έχει εξαντληθεί, είναι ανίκανος να συνεχίσει: Στο τέλος της ημέρας βγήκε ~ (= εξαντλήθηκε, κουράστηκε). Τον έβγαλε ~ (= τον κατατρόπωσε). ● ΣΥΜΠΛ.: αγώνας/παιχνίδι νοκ άουτ & νοκ άουτ αγώνας/παιχνίδι: ΑΘΛ. αθλητική αναμέτρηση χωρίς ρεβάνς, που κρίνει οριστικά ποια ομάδα θα προχωρήσει στη συνέχεια διοργάνωσης: Αποκλείστηκε σε αγώνα ~. Θα αναμετρηθούν σε παιχνίδι ~. Βλ. αγώνας μπαράζ., τεχνικό νοκ άουτ: ΑΘΛ. σε περιπτώσεις που ο πυγμάχος δεν μπορεί να συνεχίσει τον αγώνα λόγω τραυματισμού ή εξάντλησης, οπότε ανακηρύσσεται νικητής ο αντίπαλός του. [< αγγλ. knock-out] | |
| 34099 | νοκ ντάουν | νοκ ντά-ουν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στην πυγμαχία) όρος που δηλώνει ότι ο αγωνιζόμενος πέφτει στο δάπεδο από χτύπημα του αντιπάλου και αδυνατεί να συνεχίσει άμεσα τον αγώνα. [< αγγλ. knock-down] | |
| 34100 | νομ- | & νομο- : το ουσιαστικό νομός ως α' συνθετικό λέξεων: νομ-αρχία/~ίατρος. | |
| 34101 | νομάδας | νο-μά-δας ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} & (λόγ.) νομάς (ο/η) 1. ΑΝΘΡΩΠ. πρόσωπο, μέλος φυλής ή λαού που δεν έχει μόνιμο τόπο κατοικίας, αλλά μετακινείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα: οι ~ες της ερήμου.|| (ως επίθ.) ~ες: κτηνοτρόφοι. Πβ. σκηνίτης, φερέοικος. 2. (μτφ.) αυτός που περιπλανιέται από τόπο σε τόπο: σύγχρονοι ~ες. Βλ. μετανάστης, πρόσφυγας.● ΣΥΜΠΛ.: ψηφιακοί νομάδες: άτομα που εργάζονται μέσω διαδικτύου και δεν έχουν σταθερή διαμονή. [< αμερικ. digital nomad, 1993] [< αρχ. νομάς ‘περιπλανώμενος για αναζήτηση βοσκής’. [< αρχ. νομάς, γαλλ. nomade, αγγλ. nomad] | |
| 34102 | νομαδικός | , ή, ό νο-μα-δι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους νομάδες: ~ός: λαός. ~ή: ζωή/κτηνοτροφία (βλ. ημιελεύθερος, οικόσιτος)/φυλή. ~οί: πληθυσμοί. ~ές και εδραίες κοινωνίες. Βλ. ημι~. ● επίρρ.: νομαδικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. νομαδικός, γαλλ. nomade, αγγλ. nomadic] | |
| 34103 | νομαδισμός | νο-μα-δι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ο τρόπος ζωής των νομαδικών πληθυσμών: κτηνοτροφικός/ποιμενικός ~. 2. (κατ' επέκτ.) ζωή που χαρακτηρίζεται από συνεχείς μετακινήσεις: αστικός ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. nomadisme, αγγλ. nomadism] | |
| 34104 | νομάρχης | νο-μάρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {(σπάν.-προφ.) θηλ. νομαρχίνα, νομάρχισσα} (ως το 2010): αιρετός διοικητής νομού, ανώτατος εκπρόσωπος της τοπικής αυτοδιοίκησης. Βλ. αντι~, υπερ~, περιφερειάρχης, -άρχης. [< αρχ. νομάρχης ‘κυβερνήτης νομού (στην Αίγυπτο) ή μιας περιοχής’, γαλλ. préfet] | |
| 34105 | νομαρχία | νο-μαρ-χί-α ουσ. (θηλ.) (ως το 2010) 1. η διοικητική περιφέρεια, το αξίωμα και τα καθήκοντα του νομάρχη, καθώς και το χρονικό διάστημα της θητείας του. Πβ. νομαρχιακή αυτοδιοίκηση. Βλ. -αρχία, περιφερειακή ενότητα, υπερ~. 2. (συνεκδ.) οι υπηρεσίες στις οποίες προΐστατο ο νομάρχης και το κτίριο που τις στέγαζε. [< μτγν. νομαρχία ‘επαρχία διοικούμενη από νομάρχη’, γαλλ. préfecture] | |
| 34106 | νομαρχιακός | , ή, ό νο-μαρ-χι-α-κός επίθ. (ως το 2010): που σχετίζεται με τη νομαρχία ή/και τον νομάρχη: ~ή: απόφαση/Αρχή/επιτροπή/συνέλευση/υπηρεσία. ~ό: διαμέρισμα/συμβούλιο. ~ές: εκλογές. ~ά: όργανα. ● ΣΥΜΠΛ.: νομαρχιακή αυτοδιοίκηση & δευτεροβάθμια αυτοδιοίκηση: ο β' βαθμός τοπικής αυτοδιοίκησης που έχει εδαφικό χώρο τον νομό. Πβ. νομαρχία. Βλ. περιφερειακή αυτοδιοίκηση. [< πβ. μτγν. νομαρχικός, γαλλ. préfectoral] | |
| 34107 | νομάς | βλ. νομάδας | |
| 34108 | νοματαίοι & νομάτοι | [νοματαῖοι] νο-μα-ταί-οι ουσ. (αρσ.) (οι) (λαϊκό-συνήθ. μειωτ.): άνθρωποι, πρόσωπα, άτομα: Είχαν μαζευτεί καμιά δεκαριά ~. Πβ. ψυχές. [< μεσν. νομάτοι < ὀνομάτοι] | |
| 34109 | νομέας | νο-μέ-ας ουσ. (αρσ.) {νομ-είς, -έων} & (λόγ.) νομεύς 1. ΝΟΜ. πρόσωπο που έχει τη νομή ενός πράγματος: ~ ακινήτου.|| ~είς της εξουσίας. Πβ. επικαρπωτής, κάτοχος. Βλ. δια~, υδρο~. 2. ΝΑΥΤ. κάθε εγκάρσιο δοκάρι, συνήθ. σιδερένιο ή ξύλινο, στον σκελετό σκάφους, που τοποθετείται συμμετρικά με την καρίνα. Βλ. στραβόξυλο. [< αρχ. νομεύς ‘διανομέας, βοσκός, μαδέρι’] | |
| 34110 | νομενκλατούρα | νο-μεν-κλα-τού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. (μειωτ.) ομάδα, τάξη προνομιούχων: κομματική/κρατικοδίαιτη/κυβερνητική/οικονομική/πνευματική/πολιτική/συνδικαλιστική ~. Δεν ανήκει σε ~ες. Βλ. ελίτ. 2. ΙΣΤ. (παλαιότ. στα κομμουνιστικά κράτη) λίστα ανώτερων θέσεων και των προσώπων που προτείνονταν να τις καταλάβουν και (ιδ.-κατ' επέκτ.) το σύνολο των προσώπων που κατείχαν αξιώματα και προνόμια στα κομμουνιστικά καθεστώτα: σοβιετική ~. [< ρωσ. nomenklatura, γαλλ. ~, 1980] | |
| 34111 | νομευτικός | , ή, ό νο-μευ-τι-κός επίθ. (λόγ.): κατάλληλος για βοσκή: ~ά: φυτά. Διαχείριση ~ών πόρων (: βοσκοτόπων). Βλ. ποιμενικός. [< αρχ. νομευτικός] | |
| 34112 | νομή | νο-μή ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. φυσική εξουσία που ασκεί κάποιος σε κάτι, χωρίς να του ανήκει πραγματικά και γενικότ. το να εκμεταλλεύεται κάτι προς όφελός του: δικαίωμα/κτήση/χρόνος ~ής. Πβ. επικαρπία, κατοχή, κυριότητα.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ του κράτους. 2. (σπάν.-επίσ.) βοσκή. Βλ. ζωοτροφή. 3. ΙΑΤΡ. (σπάν.) γαγγραινώδης στοματίτιδα. ● ΦΡ.: οιονεί νομή: ΝΟΜ. άσκηση δικαιωμάτων από κάποιον σε κινητό ή ακίνητο περιουσιακό στοιχείο σαν να ήταν ο δικαιούχος του. [< 1: μτγν. νομή 2: αρχ. ~ 3: αγγλ. noma < αρχ. νομή ‘διαβρωτικά έλκη’] | |
| 34114 | νομίατρος | νο-μί-α-τρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (παλαιότ.): γιατρός τοποθετημένος στην έδρα νομού, αρμόδιος για τα υγειονομικά ζητήματα. Βλ. -ίατρος. [< γαλλ. médecin de département] | |
| 34115 | νομίζω | νο-μί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {νόμι-σα, νομί-σει, (σπάν.) -στηκε, -στεί, νομίζ-οντας, -όμενος, (λόγ.) νενομισμένος, βλ. λ.}: έχω την άποψη, τη γνώμη: ~ ότι κάνεις λάθος. Νόμιζα πως αστειευόταν, αλλά εκείνος μιλούσε σοβαρά. Μη ~εις ότι δεν έχω καταλάβει. (για να διατυπωθεί ευγενικά κάτι:) ~ θα ήταν καλύτερα αν ... (λογιότ.) (Ας/να) μη ~στεί ότι σας επικρίνω.|| Καθένας κάνει αυτό που ~ει (ότι είναι) σωστό.|| Πράξε όπως εσύ ~εις (καλύτερα). Το πρόβλημα δεν είναι τόσο απλό, όπως ~ουν μερικοί/αρχικά ~στηκε. Πβ. βρίσκω, εκτιμώ, έχω την εντύπωση, θαρρώ, κρίνω, φαντάζομαι, φρονώ.|| Με ~εις (= με θεωρείς) χαζή; Τον νόμιζα (για) φίλο, αλλά τελικά αποδείχτηκε εχθρός.|| (σε ρητορική ερώτηση, για έκφραση αγανάκτησης, δυσαρέσκειας) Ποιος ~ει ότι είναι; Μα καλά, σε ποιους ~ουν ότι απευθύνονται; ΣΥΝ. θεωρώ (1), μου φαίνεται, πιστεύω (1) ● ΦΡ.: δεν (το) νομίζω: δεν το θεωρώ πιθανό· μάλλον όχι: -Θα έρθεις; -~ ~., δεν νομίζω να ... (προφ.): για να βεβαιωθεί ο ομιλητής ότι δεν ισχύει κάτι: ~ ~ παρεξηγήθηκες., νομίζω; (προφ.): έχω άδικο; δεν είναι έτσι όπως τα λέω; Μας κοροϊδεύει, ~;, έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε βλ. έτσι ● βλ. νενομισμένος [< αρχ. νομίζω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ