Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [3460-3480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2512άμβυκας[ἄμβυκας] άμ-βυ-κας ουσ. (αρσ.) (επίσ.): αποστακτικό καζάνι παρασκευής τσίπουρου, ρακής, ούζου και άλλων οινοπνευματωδών ποτών. [< αρχ. ἄμβυξ]
2513άμβωνας[ἄμβωνας] άμ-βω-νας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) άμβων: ΕΚΚΛΗΣ. ημικυκλικό ή πολυγωνικό βήμα στο εσωτερικό εκκλησίας που τοποθετείται ψηλά, συνήθ. σε κίονα της αριστερής κιονοστοιχίας με ελικοειδή σκάλα και προορίζεται για ανάγνωση του Ευαγγελίου ή για το κήρυγμα του θείου λόγου: ξύλινος/μαρμάρινος ~. ● ΦΡ.: από άμβωνος (λόγ.) 1. (μτφ.) με δογματικό, υπεροπτικό ή αλαζονικό τρόπο, αφ' υψηλού: ~ ~ παραινέσεις. Πβ. από καθέδρας. 2. (σπάν.) (για κήρυγμα, ομιλία) που γίνεται από τον άμβωνα: ~ ~ λόγοι. [< μτγν. ἄμβων]
2514άμε[ἄμε] ά-με επιφών. {άμετε κ. αμέτε} (διαλεκτ.): πήγαινε, φύγε: ~ να πεις του κύρη σου ... ~ στην ευχή του Θεού και της Παναγίας. Αμέτε, φίλοι, στο καλό. Πβ. άντε. [< μεσν. άμε < άγωμε < αρχ. ἄγωμεν]
2515αμέ[ἀμέ] α-μέ μόρ. & (διαλεκτ.) αμή (προφ.) 1. (εμφατ. σε καταφατική απάντηση, συχνά με το ναι) ασφαλώς, βέβαια, σίγουρα: Θα μείνεις για φαγητό; - (Ναι), ~! Πβ. αλλά; 2. (αντιθετ.) όμως, μα: - ~ τι νομίζατε; Ότι θα ξεμπερδεύατε έτσι εύκολα; Πβ. αμ. [< μεσν. αμέ < αμμέ < αμμή < αρχ. ἂν μή]
2516ΑμεΑ(τα) : Άτομα με Αναπηρία.
2517ΑΜΕΑ1(τα): Άτομα Με Ειδικές Ανάγκες.
2518αμέθοδος, η, ο [ἀμέθοδος] α-μέ-θο-δος επίθ. (λόγ.): που γίνεται χωρίς μέθοδο ή σύστημα: ~η: διδασκαλία. ΑΝΤ. μεθοδικός, συστηματικός (2) ● επίρρ.: αμέθοδα [< μτγν. ἀμέθοδος]
2519αμέθυστος, η, ο [ἀμέθυστος] α-μέ-θυ-στος επίθ.: που δεν έχει μεθύσει. Πβ. ξεμέθυστος. ΑΝΤ. μεθυσμένος (1) [< μτγν. ἀμέθυστος]
2520αμέθυστος[ἀμέθυστος] α-μέ-θυ-στος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύστου}: ΟΡΥΚΤ. ημιπολύτιμος λίθος, ημιδιαφανής παραλλαγή του χαλαζία σε βιολετί χρώμα: κρύσταλλοι ~ου. Κολιέ με μαργαριτάρια και ~ους. [< μτγν. ἀμέθυστος, γαλλ. améthyste, αγγλ. amethyst]
2521αμείβω[ἀμείβω] α-μεί-βω ρ. (μτβ.) {άμει-ψα, αμεί-ψει, -φθηκα, (σπάν. λόγ. μτχ. αμειφθείς, -είσα), αμειβ-όμενος, -οντας} (λόγ.): προσφέρω σε κάποιον υλική ή ηθική αμοιβή για τις υπηρεσίες του: Επιχείρηση που ~ει καλά τους υπαλλήλους της. ~ομαι (= πληρώνομαι) αδρά/πλουσιοπάροχα. ~φθηκαν (= ανταμείφθηκαν, επιβραβεύτηκαν) από την Πολιτεία για την προσφορά τους. Θα ~φθείς για το έργο/την προσπάθειά σου. ● Μτχ.: αμειβόμενος , η, ο (επίσ.): ~ος: χρόνος εργασίας. ~η: απασχόληση (ΑΝΤ. εθελοντική)/θέση. ~ο: προσωπικό. ~ες: παροχές υπηρεσιών. ~α: προγράμματα/στελέχη. Οι καλύτερα/χειρότερα ~οι εργαζόμενοι/υπάλληλοι. Υψηλά ~ο επάγγελμα. ~οι με ημερομίσθιο/μισθό/ποσοστά. ● ΦΡ.: ο ευρών αμειφθήσεται βλ. ευρών [< αρχ. ἀμείβω]
2522αμείλικτος, η, ο [ἀμείλικτος] α-μεί-λι-κτος επίθ. (λόγ.) & αμείλιχτος: που χαρακτηρίζεται από σκληρότητα, έλλειψη ευσπλαχνίας, αδυσώπητος: ~ος: αγώνας/αντίπαλος/διώκτης/εχθρός. ~η: αλήθεια/επίθεση/κριτική/λογική/πάταξη (π.χ. της βίας)/πραγματικότητα/τιμωρία. ~ο: δίλημμα (= δύσκολο)/κατηγορώ/κυνηγητό/(εργασιακό) περιβάλλον (πβ. απάνθρωπο)/χτύπημα (της μοίρας). ~οι: όροι/ρυθμοί (πβ. εντατικοί, πυρετώδεις). ~α: μέτρα. (μτφ.) Θα πέσει πάνω τους (βαρύς και) ~ ο πέλεκυς της δικαιοσύνης. Ο νόμος της αγοράς είναι ~. Ο εισαγγελέας στάθηκε ~ απέναντι στον κατηγορούμενο. Είμαι/θα φανώ ~ με/όσον αφορά ... Το ~ο πέρασμα του χρόνου. Παίζεται ένα σκληρό και ~ο παιχνίδι. Πβ. άκαμπτος, ανελέητος, απηνής, άσπλαχνος. ● επίρρ.: αμείλικτα & (λογιότ.) αμειλίκτως ● ΣΥΜΠΛ.: αμείλικτο ερώτημα: καίριο, δύσκολο, πιεστικό ζήτημα: Αναπάντητα ~α ~ατα για το τραγικό γεγονός. [< αρχ. ἀμείλικτος]
2523αμειψισπορά[ἀμειψισπορά] α-μει-ψι-σπο-ρά ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. καλλιέργεια στο ίδιο έδαφος διαφορετικών κάθε χρόνο φυτών με διαδοχική σειρά, το καθένα από τα οποία ξαναφυτεύεται ύστερα από συγκεκριμένο χρονικό διάστημα: διετής/τριετής ~. ~ές με σιτηρά/ψυχανθή. Η βιολογική γεωργία βασίζεται στην ~. Εφαρμόζεται υποχρεωτική ~ (= εναλλαγή καλλιεργειών) για τη βελτίωση της παραγόμενης σοδειάς. Βλ. αγρανάπαυση, μονο-, πολυ-, συγ-καλλιέργεια. [< γαλλ. assolement, rotation des cultures]
2524αμείωτος, η, ο [ἀμείωτος] α-μεί-ω-τος επίθ. (με ποσοτική ή ποιοτική έννοια): που δεν έχει ή δεν μπορεί να μειωθεί: ~ος: ρυθμός. ~η: δύναμη/όρεξη. ~ο: ενδιαφέρον (ΣΥΝ. αδιάπτωτο, συνεχές)/κέφι. ~ες: τιμές (= ακατέβατες). Συνεχίζει την προσπάθειά του με ~ο ζήλο. Ο ενθουσιασμός του παραμένει ~.|| Η βροχή/η χιονόπτωση συνεχίζεται με ~η ένταση. ΑΝΤ. ελαττωμένος ● επίρρ.: αμείωτα: σταθερά και ~. [< μτγν. ἀμείωτος]
2525αμέλεια[ἀμέλεια] α-μέ-λει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας} 1. έλλειψη φροντίδας, αδιαφορία, απροσεξία και κατ' επέκτ. σφάλμα που οφείλεται σε αυτή: εγκληματική/μοιραία ~. ~ για το περιβάλλον. Λάθος από ~ (πβ. αβλεψία). Δεν δικαιολογείται ~ σε τόσο σοβαρά ζητήματα. Πβ. ολιγωρία.|| Παραλείψεις/παρατυπίες και ~ες. 2. ΝΟΜ. μορφή υπαιτιότητας κατά την οποία ο δράστης μπορούσε ή όφειλε να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του, αλλά δεν το έκανε: άνευ συνειδήσεως/αποδεδειγμένη/ενσυνείδητη/επαγγελματική/ιατρική ~. ~ καθήκοντος. Ποινικές διώξεις για ~. Καταλογίζω (σε κάποιον) ~. Κατηγορώ (κάποιον) για ~. Το ατύχημα προκλήθηκε από ~. Ζημίες που προξενήθηκαν από ~. Τεκμαίρεται βαρεία ~. ● ΦΡ.: από αμέλεια & (λόγ.) εξ αμελείας: ΝΟΜ. για αξιόποινη πράξη που δεν έγινε σκόπιμα ή με δόλο, αλλά από απροσεξία, χωρίς προσχεδιασμό: αδίκημα/ανθρωποκτονία/έγκλημα/παράβαση/ποινική ευθύνη/πρόκληση πυρκαγιάς/σωματική βλάβη/φόνος ~ ~. Έχει ενεργήσει εκ δόλου ή εξ αμελείας; ΑΝΤ. από/με πρόθεση, εκ προμελέτης [< 1: αρχ. ἀμέλεια 2: γαλλ. négligence]
2526αμελέτητα[ἀμελέτητα] α-με-λέ-τη-τα ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό-ευφημ.): όρχεις σφαγίων και ιδ. κατ' επέκτ. ο σχετικός μεζές: γλυκάδια/συκωτάκια και ~.|| (συνεκδ., τα αχαμνά:) Τον κλότσησε στα ~.
2527αμελέτητος, η, ο [ἀμελέτητος] α-με-λέ-τη-τος επίθ. (λόγ.) 1. που δεν διάβασε ή δεν ενημερώθηκε επαρκώς: Ήρθε στο μάθημα ~ (= αδιάβαστος, ΑΝΤ. διαβασμένος) και απροετοίμαστος. 2. που δεν μελετήθηκε ή δεν προγραμματίστηκε συστηματικά: ~η: ενέργεια. Εσπευσμένη/πρόχειρη και ~η απόφαση. Απερίσκεπτες και ~ες πρωτοβουλίες. Βλ. (προ)μελετημένος, (προ)σχεδιασμένος. ● Ουσ.: αμελέτητος (ο) (λαϊκό-ευφημ.): ο διάβολος. [< αρχ. ἀμελέτητος]
2528αμελής, ής, ές [ἀμελής] α-με-λής επίθ. {αμελ-ούς | -είς (ουδ. -ή)∙ αμελέστ-ερος, -ατος, σπανιότ. στο ουδ.} (λόγ.): που παραμελεί τα καθήκοντα ή τις υποχρεώσεις του, που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ενδιαφέροντος και προσοχής: ~ής: μαθητής. ~ής: εκτέλεση της εργασίας/οδήγηση/συμπεριφορά. Οκνηρός και ~. Πβ. αδιάφορος, απαθής, απρόσεκτος.|| (ΝΟΜ.) Απερίσκεπτη και ~ πράξη. Βλ. πλημμελής. ΑΝΤ. επιμελής ● επίρρ.: αμελώς [-ῶς] [< αρχ. ἀμελής]
2530αμελκτήριο[ἀμελκτήριο] α-μελ-κτή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): αρμεκτήριο.
2531αμελκτικός, ή, ό [ἀμελκτικός] α-μελ-κτι-κός επίθ. (επίσ.): αρμεκτικός.
2532αμελλητί[ἀμελλητί] α-μελ-λη-τί επίρρ. & αμελητί (επίσ.): χωρίς καθυστέρηση, χρονοτριβή ή αναβολή: Η ενημέρωση γίνεται ~. Η Επιτροπή υποβάλλει ~ πρόταση στο Συμβούλιο σχετικά με ... Πβ. αμέσως, ανυπερθέτως, παραχρήμα. [< μτγν. ἀμελλητί]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.