Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [3460-3480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2521αμείβω[ἀμείβω] α-μεί-βω ρ. (μτβ.) {άμει-ψα, αμεί-ψει, -φθηκα, (σπάν. λόγ. μτχ. αμειφθείς, -είσα), αμειβ-όμενος, -οντας} (λόγ.): προσφέρω σε κάποιον υλική ή ηθική αμοιβή για τις υπηρεσίες του: Επιχείρηση που ~ει καλά τους υπαλλήλους της. ~ομαι (= πληρώνομαι) αδρά/πλουσιοπάροχα. ~φθηκαν (= ανταμείφθηκαν, επιβραβεύτηκαν) από την Πολιτεία για την προσφορά τους. Θα ~φθείς για το έργο/την προσπάθειά σου. ● Μτχ.: αμειβόμενος , η, ο (επίσ.): ~ος: χρόνος εργασίας. ~η: απασχόληση (ΑΝΤ. εθελοντική)/θέση. ~ο: προσωπικό. ~ες: παροχές υπηρεσιών. ~α: προγράμματα/στελέχη. Οι καλύτερα/χειρότερα ~οι εργαζόμενοι/υπάλληλοι. Υψηλά ~ο επάγγελμα. ~οι με ημερομίσθιο/μισθό/ποσοστά. ● ΦΡ.: ο ευρών αμειφθήσεται βλ. ευρών [< αρχ. ἀμείβω]
2522αμείλικτος, η, ο [ἀμείλικτος] α-μεί-λι-κτος επίθ. (λόγ.) & αμείλιχτος: που χαρακτηρίζεται από σκληρότητα, έλλειψη ευσπλαχνίας, αδυσώπητος: ~ος: αγώνας/αντίπαλος/διώκτης/εχθρός. ~η: αλήθεια/επίθεση/κριτική/λογική/πάταξη (π.χ. της βίας)/πραγματικότητα/τιμωρία. ~ο: δίλημμα (= δύσκολο)/κατηγορώ/κυνηγητό/(εργασιακό) περιβάλλον (πβ. απάνθρωπο)/χτύπημα (της μοίρας). ~οι: όροι/ρυθμοί (πβ. εντατικοί, πυρετώδεις). ~α: μέτρα. (μτφ.) Θα πέσει πάνω τους (βαρύς και) ~ ο πέλεκυς της δικαιοσύνης. Ο νόμος της αγοράς είναι ~. Ο εισαγγελέας στάθηκε ~ απέναντι στον κατηγορούμενο. Είμαι/θα φανώ ~ με/όσον αφορά ... Το ~ο πέρασμα του χρόνου. Παίζεται ένα σκληρό και ~ο παιχνίδι. Πβ. άκαμπτος, ανελέητος, απηνής, άσπλαχνος. ● επίρρ.: αμείλικτα & (λογιότ.) αμειλίκτως ● ΣΥΜΠΛ.: αμείλικτο ερώτημα: καίριο, δύσκολο, πιεστικό ζήτημα: Αναπάντητα ~α ~ατα για το τραγικό γεγονός. [< αρχ. ἀμείλικτος]
2523αμειψισπορά[ἀμειψισπορά] α-μει-ψι-σπο-ρά ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. καλλιέργεια στο ίδιο έδαφος διαφορετικών κάθε χρόνο φυτών με διαδοχική σειρά, το καθένα από τα οποία ξαναφυτεύεται ύστερα από συγκεκριμένο χρονικό διάστημα: διετής/τριετής ~. ~ές με σιτηρά/ψυχανθή. Η βιολογική γεωργία βασίζεται στην ~. Εφαρμόζεται υποχρεωτική ~ (= εναλλαγή καλλιεργειών) για τη βελτίωση της παραγόμενης σοδειάς. Βλ. αγρανάπαυση, μονο-, πολυ-, συγ-καλλιέργεια. [< γαλλ. assolement, rotation des cultures]
2524αμείωτος, η, ο [ἀμείωτος] α-μεί-ω-τος επίθ. (με ποσοτική ή ποιοτική έννοια): που δεν έχει ή δεν μπορεί να μειωθεί: ~ος: ρυθμός. ~η: δύναμη/όρεξη. ~ο: ενδιαφέρον (ΣΥΝ. αδιάπτωτο, συνεχές)/κέφι. ~ες: τιμές (= ακατέβατες). Συνεχίζει την προσπάθειά του με ~ο ζήλο. Ο ενθουσιασμός του παραμένει ~.|| Η βροχή/η χιονόπτωση συνεχίζεται με ~η ένταση. ΑΝΤ. ελαττωμένος ● επίρρ.: αμείωτα: σταθερά και ~. [< μτγν. ἀμείωτος]
2525αμέλεια[ἀμέλεια] α-μέ-λει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας} 1. έλλειψη φροντίδας, αδιαφορία, απροσεξία και κατ' επέκτ. σφάλμα που οφείλεται σε αυτή: εγκληματική/μοιραία ~. ~ για το περιβάλλον. Λάθος από ~ (πβ. αβλεψία). Δεν δικαιολογείται ~ σε τόσο σοβαρά ζητήματα. Πβ. ολιγωρία.|| Παραλείψεις/παρατυπίες και ~ες. 2. ΝΟΜ. μορφή υπαιτιότητας κατά την οποία ο δράστης μπορούσε ή όφειλε να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του, αλλά δεν το έκανε: άνευ συνειδήσεως/αποδεδειγμένη/ενσυνείδητη/επαγγελματική/ιατρική ~. ~ καθήκοντος. Ποινικές διώξεις για ~. Καταλογίζω (σε κάποιον) ~. Κατηγορώ (κάποιον) για ~. Το ατύχημα προκλήθηκε από ~. Ζημίες που προξενήθηκαν από ~. Τεκμαίρεται βαρεία ~. ● ΦΡ.: από αμέλεια & (λόγ.) εξ αμελείας: ΝΟΜ. για αξιόποινη πράξη που δεν έγινε σκόπιμα ή με δόλο, αλλά από απροσεξία, χωρίς προσχεδιασμό: αδίκημα/ανθρωποκτονία/έγκλημα/παράβαση/ποινική ευθύνη/πρόκληση πυρκαγιάς/σωματική βλάβη/φόνος ~ ~. Έχει ενεργήσει εκ δόλου ή εξ αμελείας; ΑΝΤ. από/με πρόθεση, εκ προμελέτης [< 1: αρχ. ἀμέλεια 2: γαλλ. négligence]
2526αμελέτητα[ἀμελέτητα] α-με-λέ-τη-τα ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό-ευφημ.): όρχεις σφαγίων και ιδ. κατ' επέκτ. ο σχετικός μεζές: γλυκάδια/συκωτάκια και ~.|| (συνεκδ., τα αχαμνά:) Τον κλότσησε στα ~.
2527αμελέτητος, η, ο [ἀμελέτητος] α-με-λέ-τη-τος επίθ. (λόγ.) 1. που δεν διάβασε ή δεν ενημερώθηκε επαρκώς: Ήρθε στο μάθημα ~ (= αδιάβαστος, ΑΝΤ. διαβασμένος) και απροετοίμαστος. 2. που δεν μελετήθηκε ή δεν προγραμματίστηκε συστηματικά: ~η: ενέργεια. Εσπευσμένη/πρόχειρη και ~η απόφαση. Απερίσκεπτες και ~ες πρωτοβουλίες. Βλ. (προ)μελετημένος, (προ)σχεδιασμένος. ● Ουσ.: αμελέτητος (ο) (λαϊκό-ευφημ.): ο διάβολος. [< αρχ. ἀμελέτητος]
2528αμελής, ής, ές [ἀμελής] α-με-λής επίθ. {αμελ-ούς | -είς (ουδ. -ή)∙ αμελέστ-ερος, -ατος, σπανιότ. στο ουδ.} (λόγ.): που παραμελεί τα καθήκοντα ή τις υποχρεώσεις του, που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ενδιαφέροντος και προσοχής: ~ής: μαθητής. ~ής: εκτέλεση της εργασίας/οδήγηση/συμπεριφορά. Οκνηρός και ~. Πβ. αδιάφορος, απαθής, απρόσεκτος.|| (ΝΟΜ.) Απερίσκεπτη και ~ πράξη. Βλ. πλημμελής. ΑΝΤ. επιμελής ● επίρρ.: αμελώς [-ῶς] [< αρχ. ἀμελής]
2529αμελητέος, α, ο [ἀμελητέος] α-με-λη-τέ-ος επίθ. (λόγ.): που δεν αξίζει να τον προσέχει, να του δίνει κάποιος σημασία: ~ος: αριθμός/κίνδυνος (= ασήμαντος, ΑΝΤ. σημαντικός). ~α: διαφορά/δύναμη. ~ο: ζήτημα/πρόβλημα. ~οι: παράγοντες. ~ες: απώλειες/επιπτώσεις/ζημιές (= ελάχιστες). Ποσό διόλου ~ο. Πβ. ανάξιος λόγου, μηδαμινός. Βλ. -τέος. ● ΣΥΜΠΛ.: αμελητέα ποσότητα 1. (μτφ.) για κάτι ή κάποιον ανάξιο λόγου: Μας αντιμετωπίζουν σαν ~ες ~ες. 2. ελάχιστη: ~ ~ αίματος. ~ες ~ες ενέργειας. [< γαλλ. quantité négligeable] [< μτγν. ἀμελητέος]
2530αμελκτήριο[ἀμελκτήριο] α-μελ-κτή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): αρμεκτήριο.
2531αμελκτικός, ή, ό [ἀμελκτικός] α-μελ-κτι-κός επίθ. (επίσ.): αρμεκτικός.
2532αμελλητί[ἀμελλητί] α-μελ-λη-τί επίρρ. & αμελητί (επίσ.): χωρίς καθυστέρηση, χρονοτριβή ή αναβολή: Η ενημέρωση γίνεται ~. Η Επιτροπή υποβάλλει ~ πρόταση στο Συμβούλιο σχετικά με ... Πβ. αμέσως, ανυπερθέτως, παραχρήμα. [< μτγν. ἀμελλητί]
2533άμελξη[ἄμελξη] ά-μελ-ξη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): άρμεγμα: μηχανική ~. Εγκαταστάσεις αυτόματης ~ης. [< αρχ. ἄμελξις]
2534αμελώ[ἀμελῶ] α-με-λώ ρ. (μτβ.) {-είς ... | αμέλ-ησα, -είται, -ήθηκε} (λόγ.): (+ αιτ./να) δείχνω αμέλεια, παραμελώ ή ξεχνώ κάτι: ~ την εξωτερική μου εμφάνιση (ΑΝΤ. επιμελούμαι, φροντίζω). ~εί τα καθήκοντα/τις υποχρεώσεις του. ~ησε (= δεν φρόντισε) να ανανεώσει τη συνδρομή του. ~ήθηκαν σημαντικά ζητήματα στη συζήτηση (πβ. παραλείπω). Πβ. αδιαφορώ, ολιγωρώ. ΑΝΤ. ενδιαφέρομαι, θυμάμαι [< αρχ. ἀμελῶ]
2535άμεμπτος, η, ο [ἄμεμπτος] ά-με-μπτος επίθ. (λόγ.): που δεν μπορεί να τον κατηγορήσει κανείς για κάτι, τέλειος, σωστός: ~η: διαγωγή/συμπεριφορά. Ξεχώρισε για το ~ο ήθος και τον ακέραιο χαρακτήρα του. Πβ. ανεπίληπτος, αψεγάδιαστος, άψογος. ΑΝΤ. αξιοκατάκριτος, αξιόμεμπτος, επιλήψιμος, επίμεμπτος, μεμπτός ● επίρρ.: άμεμπτα & (λόγ.) αμέμπτως ● ΣΥΜΠΛ.: αμέμπτου ηθικής (λόγ.): ηθικά άψογος: Πρόσωπο ~ ~ και υπεράνω (πάσης) υποψίας.|| (ειρων.) Ευυπόληπτοι θαμώνες ~ ~. [< αρχ. ἄμεμπτος, γαλλ. irréprochable]
2537αμερικανάκι[ἀμερικανάκι] α-με-ρι-κα-νά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (κυρ. παλαιότ.-μειωτ.) για άτομο που ξεγελιέται εύκολα, αφελής, εύπιστος. 2. (με κεφαλ. το αρχικό Α-προφ.) αμερικανόπουλο ή (ειρων.) Αμερικάνος.
2538αμερικανικός, ή, ό [ἀμερικανικός] α-με-ρι-κα-νι-κός επίθ. & (προφ.) αμερικάνικος 1. που σχετίζεται με τις ΗΠΑ ή/και τους Αμερικανούς. Βλ. αντι~, ευρω~, παν~. 2. που αναφέρεται στην Αμερική ως ήπειρο: ~ά: κράτη. Βλ. λατινο~. ● Ουσ.: Αμερικανικά (τα) & (επίσ.) Αμερικανική (η): η Αγγλική που μιλιέται στις ΗΠΑ· αλλιώς αμερικανικά αγγλικά (σε αντιδιαστολή προς τα βρετανικά αγγλικά). [< αγγλ. American English] ● ΣΥΜΠΛ.: αμερικανικό όνειρο: το κοινωνικό πρότυπο μιας άνετης και επιτυχημένης ζωής μέσα σε ένα περιβάλλον ίσων ευκαιριών και ελευθερίας. [< αμερικ. Αmerican dream, 1931] , αμερικανικό πλάνο βλ. πλάνο [< γαλλ. américain]
2539αμερικανισμός[ἀμερικανισμός] α-με-ρι-κα-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. θαυμασμός, μίμηση των συνηθειών και του τρόπου ζωής των Αμερικανών. Βλ. αντι~, εξ~. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (σπάν.) ιδιαίτερο γνώρισμα, ιδιωματισμός της αμερικανικής Αγγλικής (ιδ. σε αντιδιαστολή με την Αγγλική της Μ. Βρετανίας). Βλ. αγγλισμός, -ισμός. [< 1: γαλλ. américanisme 2: πβ. γαλλ. ~, περ. 1970]
2540αμερικανόδουλος, η, ο [ἀμερικανόδουλος] α-με-ρι-κα-νό-δου-λος επίθ. (συνήθ. για πολιτικό ή πολιτική): που ακολουθεί πιστά και δουλικά την αμερικανική πολιτική και εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ΗΠΑ, συνήθ. σε βάρος της χώρας του.
2541αμερικανοκρατία[ἀμερικανοκρατία] α-με-ρι-κα-νο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α): οικονομική, πολιτική και πολιτιστική επιβολή και κυριαρχία των ΗΠΑ σε άλλη χώρα. Βλ. -κρατία.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.