| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 34116 | νομικά | βλ. νομικός | |
| 34117 | νομικάριος | νο-μι-κά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) (κυρ. μειωτ.-ειρων.): νομικός που παριστάνει ότι τα γνωρίζει όλα, συνήθ. χωρίς να έχει πείρα. [< μτγν. νομικάριος 'συμβολαιογράφος'] | |
| 34118 | νομική | νο-μι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ν): ΝΟΜ. επιστήμη που μελετά το Δίκαιο και τους νόμους· συνεκδ. η αντίστοιχη πανεπιστημιακή σχολή ή οι νομικές σπουδές. ΣΥΝ. νομικά (τα) [< μτγν. νομική, νομικά (τα) ‘δικαστικά ζητήματα’] | |
| 34119 | νομικισμός | νο-μι-κι-σμός ουσ. (αρσ.): ιδιοτελής ερμηνεία του νόμου ή αυστηρή προσήλωση στο γράμμα και όχι στην ουσία του: ο ~ της πολιτικής. Πβ. λεγκαλισμός. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. légalisme] | |
| 34120 | νομικίστικος | , η, ο νο-μι-κί-στι-κος επίθ. (αρνητ. συνυποδ.): που είναι αυστηρά προσηλωμένος στο γράμμα του Νόμου, παραβλέποντας την ουσία του ή που ερμηνεύει ιδιοτελώς τους νόμους: ~η: αντίληψη/θεώρηση/προσέγγιση. ~ο: πνεύμα/τέχνασμα/ύφος. ~α: επιχειρήματα/κόλπα/τερτίπια. Βλ. -ίστικος. | |
| 34121 | νομικός | νο-μι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που έχει σπουδάσει νομικά: ~ ειδικευμένος στα εργατικά θέματα/στο κοινοτικό δίκαιο. Βλ. δικαστικός, δικηγόρος, νομομαθής, συνταγματολόγος. [< μτγν. νομικός] | |
| 34122 | νομικός | , ή, ό νο-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους νόμους, με την ερμηνεία, την εφαρμογή ή τη μελέτη τους· που προκύπτει, ορίζεται από αυτούς: ~ός: έλεγχος. ~ή: δέσμευση/διαμάχη/διάσταση (ενός θέματος)/ευθύνη (π.χ. εργοδότη σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος)/θεωρία/κατάρτιση/κατοχύρωση (των δικαιωμάτων)/(υπο)στήριξη/υπηρεσία/υπόσταση/υποχρέωση. ~ό: γραφείο/δίκαιο/έρεισμα/καθεστώς/κώλυμα/πλαίσιο/προηγούμενο/σύστημα/σφάλμα. ~οί: κανόνες/όροι/περιορισμοί. ~ές: διατάξεις/πράξεις/σπουδές/συμβουλές/συνέπειες. ~ά: έγγραφα/επιχειρήματα/μέτρα/συγγράμματα. Ο ~ κόσμος/οι ~οί κύκλοι (= οι δικηγόροι). Η ~ή επιστήμη/Σχολή (= Νομική). (Δωρεάν) ιατρική και ~ή βοήθεια/κάλυψη. Από ~ής απόψεως, .... Πρόβλημα ~ής φύσεως. Κινήθηκε η ~ή διαδικασία (: ένταλμα έρευνας, δικαστική εντολή ή κλήτευση). Βλ. δικαστικός, δικο~. ● Ουσ.: νομικά (τα) (κ. με κεφαλ. Ν) (προφ.): Νομική ή νομικά θέματα. ● επίρρ.: νομικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ κατοχυρωμένα δικαιώματα. Το ~ώς ορθό/σωστό. ● ΣΥΜΠΛ.: νομικό πρόσωπο: διαρκής ένωση προσώπων με κοινούς σκοπούς, η οποία έχει, σύμφωνα με τον νόμο, δικαιώματα και υποχρεώσεις: ~ ~ (ή οργανισμός) δημοσίου δικαίου (ακρ. ΝΠΔΔ) (: που συστήνεται με ειδικό νόμο από το Δημόσιο Δίκαιο και έχει σκοπούς κρατικής αρμοδιότητας, π.χ. επιμελητήριο, δήμος, κοινότητα, σύλλογος, Σχολή, ασφαλιστικός οργανισμός). ~ ~ ιδιωτικού δικαίου (ακρ. ΝΠΙΔ) (: που συστήνεται με ιδιωτική πρωτοβουλία και υπάγεται στο Ιδιωτικό Δίκαιο, π.χ. σωματείο, ίδρυμα, εταιρεία, συνεταιρισμός)., Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ακρ. ΝΣΚ): ενιαία ανώτατη Αρχή, η οποία υπάγεται απευθείας στον Υπουργό Οικονομίας, με βασική αρμοδιότητα τη δικαστική υπεράσπιση των συμφερόντων του Κράτους και γενικότ. τη νομική υποστήριξή του: προσφυγή στο ~ ~. Το ζήτημα έχει παραπεμφθεί στο ~ ~. Το ~ ~ με γνωμοδότησή του απεφάνθη ότι ..., νομικός πολιτισμός & νομική κουλτούρα: η δικαστική πρακτική, η απονομή δικαιοσύνης, το σωφρονιστικό σύστημα, αλλά και η ιδεολογία που απορρέει από τους κανόνες δικαίου: προσβολή των ανθρώπινων δικαιωμάτων και του ~ού ~ού., νομικός σύμβουλος: δικηγόρος που αναλαμβάνει τις δικαστικές ή εξώδικες υποθέσεις του πελάτη του και του παρέχει συμβουλευτική υποστήριξη σε νομικά ζητήματα: ~ ~ του Δήμου/της εταιρείας/του Ιδρύματος/της Τράπεζας/του Υπουργείου., νομική προστασία βλ. προστασία, νομική προσωπικότητα βλ. προσωπικότητα, νομικό κενό βλ. κενό, νομικός παραστάτης βλ. παραστάτης [< αρχ. νομικός, γαλλ. juridique] | |
| 34123 | νομιμοποίηση | νο-μι-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του νομιμοποιώ: κοινωνική/πολιτική ~. ~ των αμβλώσεων (πβ. αποποινικοποίηση)/αυθαιρεσιών/καταπατήσεων. ~ εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. ΑΝΤ. απο~. 2. ΝΟΜ. η ικανότητα φυσικού ή νομικού προσώπου να συμμετέχει ως διάδικος σε δίκη: ενεργητική (ως ενάγων)/παθητική (ως εναγόμενος) ~. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. légalisation] | |
| 34124 | νομιμοποιητικός | , ή, ό νο-μι-μο-ποι-η-τι-κός επίθ. (λόγ.): που καθιστά κάτι νόμιμο: ~ός: λόγος/μηχανισμός. ~ή: αρχή/βάση/δύναμη/λειτουργία. ~ό: έγγραφο/πλαίσιο. Βλ. -ποιητικός. | |
| 34125 | νομιμοποιώ | [νομιμοποιῶ] νο-μι-μο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {νομιμοποι-εί, -ώντας | νομιμοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: κατοχυρώνω τη νομιμότητα προσώπου, πράξης, κατάστασης: ~εί πρακτικές. ~ησε την εξουσία του με τις εκλογές. Υπέγραψε για να ~ήσει προειλημμένες αποφάσεις. Η σχέση τους ~ήθηκε με τον γάμο. ~ημένα: ακίνητα. Πβ. αποποινικοποιώ.|| (μτφ.) Η κυβερνητική απόφαση δεν ~ήθηκε στη συνείδηση του λαού. ΑΝΤ. απο~. Βλ. -ποιώ. ● Παθ.: νομιμοποιούμαι: ΝΟΜ. έχω την ιδιότητα που απαιτείται από τον νόμο, ώστε να προβώ σε ορισμένη ενέργεια: ~είται να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση. Ο δικηγόρος ~ήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο. ~ούμενο πρόσωπο για την άσκηση της αίτησης. [< γαλλ. légaliser] | |
| 34126 | νόμιμος | , η, ο νό-μι-μος επίθ.: ΝΟΜ. που γίνεται σύμφωνα με τον νόμο, το δίκαιο· που υπαγορεύεται, ορίζεται ή αναγνωρίζεται από αυτό: ~η: αγορά/άδεια (κυκλοφορίας)/απαρτία (σε ΓΣ)/εργασία/λειτουργία/λύση/υποχρέωση. ~ο: λογισμικό/πλαίσιο/όριο (ταχύτητας)/ωράριο. ~ες: απαιτήσεις/αποδοχές/δραστηριότητες/συνέπειες. ~α: δικαιώματα/έγγραφα/προσόντα/συμφέροντα. Μη ~η χρήση. Τηρήθηκε η ~η διαδικασία. Πληρούνται οι ~ες προϋποθέσεις. Επιβλήθηκαν οι ~ες κυρώσεις. Χρησιμοποίησε όλα τα ~α μέσα.|| ~ος: εκπρόσωπος/κάτοχος. ~οι: κληρονόμοι.|| ~ο: τέκνο (= γνήσιο· ΑΝΤ. εξώγαμο, νόθο). ΣΥΝ. έννομος, θεμιτός, σύννομος ΑΝΤ. άνομος, έκνομος, παράνομος ● Ουσ.: νόμιμα (τα) (λόγ.) 1. όσα ορίζονται από τον νόμο· οι νομικές διατάξεις: Η κατάσταση θα αντιμετωπιστεί κατά τα/σύμφωνα με τα ~. 2. νόμιμη αμοιβή, νόμιμος μισθός: Θα εισπράξουν/λάβουν τα ~., νόμιμο (το) (λόγ.): νομιμότητα: το ~ της απόφασης/παραμονής (στη χώρα). ● επίρρ.: νόμιμα & (λόγ.) νομίμως ● ΣΥΜΠΛ.: διεθνή νόμιμα: οι διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου., (νόμιμη) άμυνα/κατάσταση (νόμιμης) άμυνας βλ. άμυνα, νόμιμη ηλικία βλ. ηλικία, νόμιμη μοίρα βλ. μοίρα [< αρχ. νόμιμος, γαλλ. légal, légitime] | |
| 34127 | νομιμότητα | νο-μι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα, ο χαρακτήρας του νόμιμου: έλεγχος/εξασφάλιση της ~ας των διαδικασιών. Αμφισβητήθηκε/παραβιάστηκε η ~ της απόφασης/συναλλαγής. Ενέργειες που κινούνται (μέσα) στα όρια της ~ας και της διαφάνειας. Πβ. κανονικότητα. Βλ. -ότητα. 2. έννομη τάξη, κανόνες δικαίου: δημοκρατική/διεθνής/ευρωπαϊκή ~. Αποκατάσταση/σεβασμός/τήρηση της ~ας. ΑΝΤ. ανομία (1) ● ΣΥΜΠΛ.: η αρχή της νομιμότητας: ΝΟΜ. σύμφωνα με την οποία η Δημόσια Διοίκηση υπάγεται στους (ευρωπαϊκούς και συνταγματικούς) κανόνες δικαίου, που διέπουν την οργάνωση και τη λειτουργία της· επομένως, οι ενέργειες των διοικητικών οργάνων πρέπει να υπακούουν σε αυτούς: ~ ~ της διοικητικής δράσης. [< μτγν. νομιμότης, γαλλ. légalité] | |
| 34128 | νομιμοτόκως | νο-μι-μο-τό-κως επίρρ. (επίσ.): με καταβολή του νόμιμου τόκου: Η εναγόμενη υποχρεώθηκε να επιστρέψει το ποσό ~. | |
| 34129 | νομιμοφάνεια | νο-μι-μο-φά-νει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του νομιμοφανούς: τυπική ~. | |
| 34130 | νομιμοφανής | , ής, ές νο-μι-μο-φα-νής επίθ. (λόγ.): που φαίνεται νόμιμος, ενώ ουσιαστικά δεν είναι: ~ές: επιχείρημα/καθεστώς. ~είς: πρακτικές. ~ή: μέσα/τεχνάσματα. Βλ. -φανής. ● επίρρ.: νομιμοφανώς [-ῶς] | |
| 34131 | νομιμοφροσύνη | νο-μι-μο-φρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του νομιμόφρονα: ~ προς το κράτος.|| Κομματική ~. Δήλωση/πιστοποιητικά ~ης. Βλ. -οσύνη. [< γαλλ. légitimisme] | |
| 34132 | νομιμόφρων | , ων, ον νο-μι-μό-φρων επίθ./ουσ. {νομιμόφρ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα), -όνων} (λόγ.) & νομιμόφρονας: (για πρόσ.) που υπακούει στους νόμους· κατ' επέκτ. που συμμορφώνεται με ένα καθεστώς το οποίο θεωρείται ως το μόνο νόμιμο: ~ων: πολίτης. ΣΥΝ. νομοταγής, φιλόνομος ● επίρρ.: νομιμοφρόνως [< γαλλ. légitimiste] | |
| 34133 | νομιναλισμός | νο-μι-να-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. ονοματοκρατία. Βλ. -ισμός. | |
| 34134 | νομιναλιστικός | , ή, ό νο-μι-να-λι-στι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τον νομιναλισμό. [< γαλλ. nominaliste] | |
| 34135 | νόμισμα | νό-μι-σμα ουσ. (ουδ.) {νομίσμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. μικρό, κυρ. κυκλικό, μεταλλικό αντικείμενο με ανάγλυφες παραστάσεις και στις δύο όψεις του, που χρησιμοποιείται ως μορφή χρήματος, συνήθ. χαμηλής αξίας: γνήσια/κάλπικα/νοθευμένα ~ατα. Κοπή/παραχάραξη ~άτων. Χαρακτηριστικά των σύγχρονων ~άτων (: γράμματα, κορώνα, οδοντωτό άκρο). Πβ. κέρμα. Βλ. ευρω~, κρυπτο-, χαρτο~.|| Αρχαία/βυζαντινά/μεσαιωνικά/ρωμαϊκά ~ατα. Ασημένια/χάλκινα/χρυσά (= φλουριά) ~ατα. 2. ΟΙΚΟΝ. χρήμα το οποίο αναγνωρίζεται από το κράτος ως υποχρεωτικό μέσο διενέργειας συναλλαγών· νομισματική μονάδα: εθνικό/ενιαίο ευρωπαϊκό/ξένο ~. ~ διαπραγμάτευσης. Ανατίμηση/αποδυνάμωση/ισοτιμία/μετατροπή/σταθεροποίηση/υποτίμηση του ~ατος. Έκδοση/κυκλοφορία ~ατος. ● Υποκ.: νομισματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: κίβδηλο νόμισμα 1. κάλπικο νόμισμα. 2. (μτφ.) οτιδήποτε πλαστό, ψεύτικο: Η κολακεία αποτελεί ~ ~., τρέχον νόμισμα (μτφ.): για κάτι που είναι γνωστό, δεδομένο: Αποτελεί ~ ~ και θεωρείται αυτονόητο ότι ... [< γαλλ. monnaie courante] , αποθεματικό νόμισμα βλ. αποθεματικός, καλάθι νομισμάτων βλ. καλάθι, πράσινο νόμισμα βλ. πράσινος, ρήτρα συναλλάγματος/(ξένου) νομίσματος/χρυσού/τιμαρίθμου βλ. ρήτρα, σκληρό νόμισμα βλ. σκληρός ● ΦΡ.: η μια/η άλλη όψη/πλευρά του νομίσματος: η μία/αντίθετη άποψη για ένα θέμα: Η έλλειψη πόρων είναι η μια ~ ~· η άλλη είναι η γενική κρίση., οι δύο/διαφορετικές όψεις/πλευρές του (ίδιου) νομίσματος: οι συνιστώσες του ίδιου ζητήματος: Ρατσισμός και εθνικισμός αποτελούν τις δύο ~ ~., πληρώνω κάποιον με το ίδιο νόμισμα: ανταποδίδω με τον ίδιο τρόπο την αδικία ή το κακό που μου έκανε κάποιος, εκδικούμαι. Πβ. οφθαλμός/οφθαλμό(ν) αντί οφθαλμού (και οδούς/οδόντα αντί οδόντος)., στρίβω το νόμισμα/το κέρμα βλ. στρίβω [< 1: αρχ. νόμισμα 2: αρχ. ~, γαλλ. monnaie] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ