| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 34136 | νομισματική | νο-μι-σμα-τι-κή ουσ. (θηλ.) & νομισματολογία: η επιστημονική μελέτη των νομισμάτων και των μεταλλίων, κυρ. από αρχαιολογική, ιστορική σκοπιά: αρχαία/βυζαντινή/μεσαιωνική ~. Βλ. σιγιλλογραφία. [< γαλλ. numismatique, αγγλ. numismatics, numismatology] | |
| 34137 | νομισματικός | , ή, ό νο-μι-σμα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα νομίσματα: (ΟΙΚΟΝ.) ~ή: ανάλυση/αστάθεια/ενοποίηση (: στην Ευρωπαϊκή Ένωση)/ισορροπία/ισοτιμία/κυκλοφορία/σταθερότητα. ~ό: απόθεμα (: η ποσότητα χρυσού και συναλλάγματος που διατηρείται στην Κεντρική Τράπεζα μιας χώρας)/καθεστώς. ~ά: θέματα/μέτρα/Οικονομικά/στοιχεία. Ο Ευρωπαίος Επίτροπος για τις Οικονομικές και Νομισματικές Υποθέσεις. Οι ~ές συνθήκες που επικρατούν στην Ευρωζώνη. Βλ. συναλλαγματ-, τραπεζ-, χρηματ-ικός.|| ~ή: συλλογή. ● ΣΥΜΠΛ.: νομισματικά εξισωτικά ποσά: ΟΙΚΟΝ. δασμοί που επιβάλλονται σε εισαγόμενα (αγροτικά) προϊόντα. [< αγγλ. monetary compensatory amounts] , νομισματικά μεγέθη: ΟΙΚΟΝ. βασικές μονάδες μέτρησης του χρήματος σε κυκλοφορία και της ρευστότητας που χρησιμοποιούνται για την πρόβλεψη της οικονομικής ανάπτυξης. [< αγγλ. monetary aggregates, 1946] , νομισματική κρίση: ΟΙΚΟΝ. ύφεση που οφείλεται στην αδυναμία μιας χώρας να εκδώσει νόμισμα, παρά τις ανάγκες της, με αποτέλεσμα τη δημιουργία συναλλαγματικής αβεβαιότητας., νομισματική μονάδα: ΟΙΚΟΝ. νόμισμα που έχει θεσπιστεί από ένα κράτος ή σύνολο κρατών ως βάση πληρωμών και συναλλαγών (π.χ. γιεν, δηνάριο, δολάριο, ευρώ, λίρα, ρούβλι, στερλίνα, φράγκο): εθνική/κοινή ~ ~., νομισματική πολιτική : ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των μέτρων που λαμβάνονται από την Κεντρική Τράπεζα και την Κυβέρνηση κάθε χώρας και καθορίζουν την ποσότητα του χρήματος που κυκλοφορεί στην αγορά, το ύψος των επιτοκίων και την αξία των συναλλαγματικών ισοτιμιών. [< αγγλ. monetary policy, 1936] , νομισματικό σύστημα: ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των κανόνων που καθορίζουν την αξία, έκδοση, κυκλοφορία και μετατρεψιμότητα ενός νομίσματος: διεθνές/εθνικό/ευρωπαϊκό ~ ~., Διεθνές Νομισματικό Ταμείο βλ. ταμείο, νομισματική ζώνη βλ. ζώνη, Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) βλ. ένωση [< μεσν. νομισματικός 'χρηματικός', γαλλ. monétaire, numismatique] | |
| 34138 | νομισματοκοπείο | [νομισματοκοπεῖο] νο-μι-σμα-το-κο-πεί-ο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Ν): κρατικό ίδρυμα όπου γίνεται η κοπή κερμάτων και μεταλλίων, καθώς και η εκτύπωση χαρτονομισμάτων και αξιογράφων: εθνικό ~. [< γαλλ. Hôtel de la Monnaie] | |
| 34139 | νομισματοκοπία | νο-μι-σμα-το-κο-πί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κοπή νομισμάτων (και εκτύπωση χαρτονομισμάτων). | |
| 34140 | νομισματολογία | βλ. νομισματική | |
| 34141 | νομισματολόγος | νο-μι-σμα-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ειδικός στη νομισματική, συνήθ. αρχαιολόγος. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. numismate, αγγλ. numismatist, numismatologist] | |
| 34142 | νομισματοπιστωτικός | , ή, ό νο-μι-σμα-το-πι-στω-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. χρηματοπιστωτικός. | |
| 34144 | νομο- & νομό- | : α' συνθετικό λέξεων που αναφέρεται σε νόμο ή στη νομοθεσία: νομο-σχέδιο. Νομο-παρασκευαστικός/~τεχνικός.|| Νομο-λογία. Νομο-μαθής/~ταγής.|| (γενικότ.) Nομο-τέλεια.|| Νομό-γραμμα. [< αρχ. νομ(ο)-] | |
| 34145 | νομογράφημα | νο-μο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.) & νομόγραμμα: ΜΑΘ. γράφημα μιας μαθηματικής εξίσωσης δύο ή περισσότερων μεταβλητών, με το οποίο μπορεί εύκολα να βρεθεί, χωρίς αριθμητικούς υπολογισμούς, η τιμή μιας άλλης μεταβλητής, όταν οι τιμές όλων των υπολοίπων είναι γνωστές. Βλ. -γράφημα. [< γαλλ. nomogramme, 1905, αγγλ. nomogram, 1908, nomograph, περ. 1909] | |
| 34146 | νομοδιδάσκαλος | νο-μο-δι-δά-σκα-λος ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. (παλαιότ.) πρόσωπο που δίδασκε τη νομική επιστήμη· κατ΄επέκτ. διακεκριμένος νομομαθής. Πβ. νομικός. 2. (στην Αγία Γραφή) διδάσκαλος, μελετητής και ερμηνευτής του εβραϊκού νόμου. [< 2: μτγν. νομοδιδάσκαλος] | |
| 34147 | νομοθεσία | νο-μο-θε-σί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ν): ΝΟΜ. το σύνολο των νόμων που ισχύουν σε κάποιο κράτος (ή ένωση κρατών) και αφορούν συνήθ. συγκεκριμένο τομέα του Δικαίου: η αθλητική/αντιτρομοκρατική/ασφαλιστική/εκπαιδευτική/εμπορική/εργατική/ιατρική/περιβαλλοντική/ποινική/πολεοδομική/φαρμακευτική/φορολογική/χρηματιστηριακή ~. Η διεθνής/εθνική (: ελληνική)/ευρωπαϊκή ~. Αναθεώρηση/παραβίαση/τροποποίηση της ~ας. Εναρμόνιση της ~ας με το κοινοτικό δίκαιο/προσαρμογή της ~ας προς τις κοινοτικές οδηγίες. Θα ακολουθηθούν όσα προβλέπει η ~. Δεν εφαρμόστηκε η ~. Σύμφωνα με την ισχύουσα/κείμενη ~ για τα προσωπικά δεδομένα, ... Συμμορφώνομαι με τη ~. (Κάτι) υπάγεται στη ~ περί ... Δικαίωμα που διασφαλίζεται/προστατεύεται από τη ~. Βλ. νομολογία.|| (ΑΡΧ.) Η ~ του Δράκοντα/Λυκούργου/Σόλωνα. Βλ. -θεσία. [< αρχ. νομοθεσία, γαλλ. législation] | |
| 34148 | νομοθέτημα | νο-μο-θέ-τη-μα ουσ. (ουδ.) {νομοθετήμ-ατος | -ατα, -άτων}: ΝΟΜ. κείμενο που έχει νομική ισχύ· νόμος: κοινοτικό ~. ~ του Υπουργείου. Οι διατάξεις του ~ατος. [< αρχ. νομοθέτημα] | |
| 34149 | νομοθέτης | νο-μο-θέ-της ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που νομοθετεί· κατ' επέκτ. νομοθετικό σώμα, νομοθετική εξουσία, νόμος: αναθεωρητικός/εθνικός/κοινοτικός/ποινικός ~. Ο συνταγματικός/συντακτικός ~ του 1975 (: ο ~ του Συντάγματος· βλ. συνταγματολόγος). Ο κοινός ~ δεσμεύεται από το άρθρο ... να ... Ο ~ δεν διακρίνει τους πολίτες σε κατηγορίες/ορίζει/προβλέπει ότι ... Στο πνεύμα του ~η δεν υπήρχε η πρόθεση να ... Πβ. θεσμοθέτης.|| (ΑΡΧ.) Οι ~ες της αρχαίας Αθήνας/Σπάρτης.|| (ΘΕΟΛ.) Ο ~ του Σύμπαντος (= ο Θεός). Βλ. θεμελιωτής, -θέτης. [< αρχ. νομοθέτης, γαλλ. législateur] | |
| 34150 | νομοθέτηση | νο-μο-θέ-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του νομοθετώ: ~ διατάξεων/κανόνων/όρων λειτουργίας. Προτάσεις που προωθούνται για ~ στη Βουλή. Αρχές, διαδικασίες και μέσα καλής ~ης. Πβ. θεσμοθέτηση. [< μτγν. νομοθέτησις] | |
| 34151 | νομοθετικός | , ή, ό νο-μο-θε-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη νομοθεσία ή τη νομοθέτηση: ~ή: αντιμετώπιση (ενός ζητήματος)/απαγόρευση/διαδικασία/κατοχύρωση/κύρωση/λύση (προβλήματος)/μεταρρύθμιση/παρέμβαση/πρόβλεψη/προστασία/πρόταση/πρωτοβουλία. ~ό: καθεστώς/κενό/περιβάλλον/πλαίσιο/πρόγραμμα/σύστημα. ~οί: περιορισμοί. ~ές: διατάξεις/ρυθμίσεις/τροποποιήσεις. ~ά: εμπόδια/κείμενα/μέτρα. Πράξη ~ού περιεχομένου. Το ~ό έργο/οι ~ές αρμοδιότητες/τα ~ά καθήκοντα της Βουλής/του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (: ~ά όργανα/σώματα). ● επίρρ.: νομοθετικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ κατοχυρωμένα επαγγέλματα. ● ΣΥΜΠΛ.: νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα βλ. επάγγελμα, νομοθετική εξουσία βλ. εξουσία, νομοθετικό διάταγμα βλ. διάταγμα [< αρχ. νομοθετικός, γαλλ. législatif] | |
| 34152 | νομοθετώ | [νομοθετῶ] νο-μο-θε-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {νομοθετ-εί, -ώντας | -ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: ορίζω κάτι με νόμο, θεσπίζω νόμους: H Ευρωπαϊκή Ένωση ~ησε αυστηρά μέτρα για την προστασία των προσωπικών δεδομένων. ~ήθηκε το δικαίωμα ... ~ημένες: αρμοδιότητες/υποχρεώσεις.|| Η Βουλή ~εί. Πβ. θεσμοθετώ. Βλ. -θετώ. [< αρχ. νομοθετῶ, γαλλ. légiférer] | |
| 34153 | νομοκάνονας | νο-μο-κά-νο-νας ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. (στο Βυζάντιο) συλλογή εκκλησιαστικών νόμων και κανόνων. [< μεσν. νομοκάνων] | |
| 34154 | νομοκανονικός | , ή, ό νο-μο-κα-νο-νι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τους νομοκάνονες ή γενικότ. με τους νόμους και τους κανόνες της Εκκλησίας: ~ές: πηγές. Επιτροπή Δογματικών και ~ών Ζητημάτων της Ιεράς Συνόδου. | |
| 34155 | νομολογία | νο-μο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. το σύνολο των δικαστικών αποφάσεων σχετικά με κάποιο νομικό ζήτημα: εθνική/κοινοτική/πάγια ~. ~ του Αρείου Πάγου/του Συμβουλίου της Επικρατείας για ... Βλ. -λογία, νομοθεσία. [< γαλλ. jurisprudence, nomologie, αγγλ. nomology] | |
| 34156 | νομολογιακός | , ή, ό νο-μο-λο-γι-α-κός επίθ. & νομολογικός: ΝΟΜ. που σχετίζεται με τη νομολογία: ~ό: πλαίσιο. ~ά: δεδομένα. Βλ. νομοθετικός. [< γαλλ. jurisprudentiel, nomologique, αγγλ. nomological] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ