| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 34138 | νομισματοκοπείο | [νομισματοκοπεῖο] νο-μι-σμα-το-κο-πεί-ο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Ν): κρατικό ίδρυμα όπου γίνεται η κοπή κερμάτων και μεταλλίων, καθώς και η εκτύπωση χαρτονομισμάτων και αξιογράφων: εθνικό ~. [< γαλλ. Hôtel de la Monnaie] | |
| 34139 | νομισματοκοπία | νο-μι-σμα-το-κο-πί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κοπή νομισμάτων (και εκτύπωση χαρτονομισμάτων). | |
| 34140 | νομισματολογία | βλ. νομισματική | |
| 34141 | νομισματολόγος | νο-μι-σμα-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ειδικός στη νομισματική, συνήθ. αρχαιολόγος. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. numismate, αγγλ. numismatist, numismatologist] | |
| 34142 | νομισματοπιστωτικός | , ή, ό νο-μι-σμα-το-πι-στω-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. χρηματοπιστωτικός. | |
| 34144 | νομο- & νομό- | : α' συνθετικό λέξεων που αναφέρεται σε νόμο ή στη νομοθεσία: νομο-σχέδιο. Νομο-παρασκευαστικός/~τεχνικός.|| Νομο-λογία. Νομο-μαθής/~ταγής.|| (γενικότ.) Nομο-τέλεια.|| Νομό-γραμμα. [< αρχ. νομ(ο)-] | |
| 34145 | νομογράφημα | νο-μο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.) & νομόγραμμα: ΜΑΘ. γράφημα μιας μαθηματικής εξίσωσης δύο ή περισσότερων μεταβλητών, με το οποίο μπορεί εύκολα να βρεθεί, χωρίς αριθμητικούς υπολογισμούς, η τιμή μιας άλλης μεταβλητής, όταν οι τιμές όλων των υπολοίπων είναι γνωστές. Βλ. -γράφημα. [< γαλλ. nomogramme, 1905, αγγλ. nomogram, 1908, nomograph, περ. 1909] | |
| 34146 | νομοδιδάσκαλος | νο-μο-δι-δά-σκα-λος ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. (παλαιότ.) πρόσωπο που δίδασκε τη νομική επιστήμη· κατ΄επέκτ. διακεκριμένος νομομαθής. Πβ. νομικός. 2. (στην Αγία Γραφή) διδάσκαλος, μελετητής και ερμηνευτής του εβραϊκού νόμου. [< 2: μτγν. νομοδιδάσκαλος] | |
| 34147 | νομοθεσία | νο-μο-θε-σί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ν): ΝΟΜ. το σύνολο των νόμων που ισχύουν σε κάποιο κράτος (ή ένωση κρατών) και αφορούν συνήθ. συγκεκριμένο τομέα του Δικαίου: η αθλητική/αντιτρομοκρατική/ασφαλιστική/εκπαιδευτική/εμπορική/εργατική/ιατρική/περιβαλλοντική/ποινική/πολεοδομική/φαρμακευτική/φορολογική/χρηματιστηριακή ~. Η διεθνής/εθνική (: ελληνική)/ευρωπαϊκή ~. Αναθεώρηση/παραβίαση/τροποποίηση της ~ας. Εναρμόνιση της ~ας με το κοινοτικό δίκαιο/προσαρμογή της ~ας προς τις κοινοτικές οδηγίες. Θα ακολουθηθούν όσα προβλέπει η ~. Δεν εφαρμόστηκε η ~. Σύμφωνα με την ισχύουσα/κείμενη ~ για τα προσωπικά δεδομένα, ... Συμμορφώνομαι με τη ~. (Κάτι) υπάγεται στη ~ περί ... Δικαίωμα που διασφαλίζεται/προστατεύεται από τη ~. Βλ. νομολογία.|| (ΑΡΧ.) Η ~ του Δράκοντα/Λυκούργου/Σόλωνα. Βλ. -θεσία. [< αρχ. νομοθεσία, γαλλ. législation] | |
| 34148 | νομοθέτημα | νο-μο-θέ-τη-μα ουσ. (ουδ.) {νομοθετήμ-ατος | -ατα, -άτων}: ΝΟΜ. κείμενο που έχει νομική ισχύ· νόμος: κοινοτικό ~. ~ του Υπουργείου. Οι διατάξεις του ~ατος. [< αρχ. νομοθέτημα] | |
| 34149 | νομοθέτης | νο-μο-θέ-της ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που νομοθετεί· κατ' επέκτ. νομοθετικό σώμα, νομοθετική εξουσία, νόμος: αναθεωρητικός/εθνικός/κοινοτικός/ποινικός ~. Ο συνταγματικός/συντακτικός ~ του 1975 (: ο ~ του Συντάγματος· βλ. συνταγματολόγος). Ο κοινός ~ δεσμεύεται από το άρθρο ... να ... Ο ~ δεν διακρίνει τους πολίτες σε κατηγορίες/ορίζει/προβλέπει ότι ... Στο πνεύμα του ~η δεν υπήρχε η πρόθεση να ... Πβ. θεσμοθέτης.|| (ΑΡΧ.) Οι ~ες της αρχαίας Αθήνας/Σπάρτης.|| (ΘΕΟΛ.) Ο ~ του Σύμπαντος (= ο Θεός). Βλ. θεμελιωτής, -θέτης. [< αρχ. νομοθέτης, γαλλ. législateur] | |
| 34150 | νομοθέτηση | νο-μο-θέ-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του νομοθετώ: ~ διατάξεων/κανόνων/όρων λειτουργίας. Προτάσεις που προωθούνται για ~ στη Βουλή. Αρχές, διαδικασίες και μέσα καλής ~ης. Πβ. θεσμοθέτηση. [< μτγν. νομοθέτησις] | |
| 34151 | νομοθετικός | , ή, ό νο-μο-θε-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη νομοθεσία ή τη νομοθέτηση: ~ή: αντιμετώπιση (ενός ζητήματος)/απαγόρευση/διαδικασία/κατοχύρωση/κύρωση/λύση (προβλήματος)/μεταρρύθμιση/παρέμβαση/πρόβλεψη/προστασία/πρόταση/πρωτοβουλία. ~ό: καθεστώς/κενό/περιβάλλον/πλαίσιο/πρόγραμμα/σύστημα. ~οί: περιορισμοί. ~ές: διατάξεις/ρυθμίσεις/τροποποιήσεις. ~ά: εμπόδια/κείμενα/μέτρα. Πράξη ~ού περιεχομένου. Το ~ό έργο/οι ~ές αρμοδιότητες/τα ~ά καθήκοντα της Βουλής/του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (: ~ά όργανα/σώματα). ● επίρρ.: νομοθετικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ κατοχυρωμένα επαγγέλματα. ● ΣΥΜΠΛ.: νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα βλ. επάγγελμα, νομοθετική εξουσία βλ. εξουσία, νομοθετικό διάταγμα βλ. διάταγμα [< αρχ. νομοθετικός, γαλλ. législatif] | |
| 34152 | νομοθετώ | [νομοθετῶ] νο-μο-θε-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {νομοθετ-εί, -ώντας | -ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: ορίζω κάτι με νόμο, θεσπίζω νόμους: H Ευρωπαϊκή Ένωση ~ησε αυστηρά μέτρα για την προστασία των προσωπικών δεδομένων. ~ήθηκε το δικαίωμα ... ~ημένες: αρμοδιότητες/υποχρεώσεις.|| Η Βουλή ~εί. Πβ. θεσμοθετώ. Βλ. -θετώ. [< αρχ. νομοθετῶ, γαλλ. légiférer] | |
| 34153 | νομοκάνονας | νο-μο-κά-νο-νας ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. (στο Βυζάντιο) συλλογή εκκλησιαστικών νόμων και κανόνων. [< μεσν. νομοκάνων] | |
| 34154 | νομοκανονικός | , ή, ό νο-μο-κα-νο-νι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τους νομοκάνονες ή γενικότ. με τους νόμους και τους κανόνες της Εκκλησίας: ~ές: πηγές. Επιτροπή Δογματικών και ~ών Ζητημάτων της Ιεράς Συνόδου. | |
| 34155 | νομολογία | νο-μο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. το σύνολο των δικαστικών αποφάσεων σχετικά με κάποιο νομικό ζήτημα: εθνική/κοινοτική/πάγια ~. ~ του Αρείου Πάγου/του Συμβουλίου της Επικρατείας για ... Βλ. -λογία, νομοθεσία. [< γαλλ. jurisprudence, nomologie, αγγλ. nomology] | |
| 34156 | νομολογιακός | , ή, ό νο-μο-λο-γι-α-κός επίθ. & νομολογικός: ΝΟΜ. που σχετίζεται με τη νομολογία: ~ό: πλαίσιο. ~ά: δεδομένα. Βλ. νομοθετικός. [< γαλλ. jurisprudentiel, nomologique, αγγλ. nomological] | |
| 34157 | νομομάθεια | νο-μο-μά-θει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): βαθιά γνώση των νομικών θεμάτων. Βλ. -μάθεια. [< μτγν. νομομάθεια ‘γνώση του μωσαϊκού νόμου’] | |
| 34158 | νομομαθής | , ής, ές νο-μο-μα-θής επίθ. (λόγ., κυρ. για νομικό): που έχει βαθιά γνώση των νόμων και γενικότ. εμπειρία σε νομικά ζητήματα: ~ής: πολιτικός.|| (ως ουσ.) Κορυφαίοι ~είς του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Πβ. νομοδιδάσκαλος. Βλ. -μαθής. [< μτγν. νομομαθής ‘γνώστης του μωσαϊκού νόμου’, γαλλ. légiste, jurisconsulte, γερμ. Rechtsgelehrte] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ