| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 34157 | νομομάθεια | νο-μο-μά-θει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): βαθιά γνώση των νομικών θεμάτων. Βλ. -μάθεια. [< μτγν. νομομάθεια ‘γνώση του μωσαϊκού νόμου’] | |
| 34158 | νομομαθής | , ής, ές νο-μο-μα-θής επίθ. (λόγ., κυρ. για νομικό): που έχει βαθιά γνώση των νόμων και γενικότ. εμπειρία σε νομικά ζητήματα: ~ής: πολιτικός.|| (ως ουσ.) Κορυφαίοι ~είς του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Πβ. νομοδιδάσκαλος. Βλ. -μαθής. [< μτγν. νομομαθής ‘γνώστης του μωσαϊκού νόμου’, γαλλ. légiste, jurisconsulte, γερμ. Rechtsgelehrte] | |
| 34159 | νομοπαρασκευαστικός | , ή, ό νο-μο-πα-ρα-σκευ-α-στι-κός επίθ. : ΝΟΜ. που σχετίζεται με τη σύνταξη νομοσχεδίων: Η ~ή Επιτροπή της Βουλής/του Υπουργείου. | |
| 34160 | νόμος | νό-μος ουσ. (αρσ.) 1. ΝΟΜ. (κ. με κεφαλ. Ν ή συντομ. ν. ή Ν.) θεσμοθετημένος κανόνας δικαίου, ο οποίος στηρίζεται στο Σύνταγμα μιας χώρας (ή ένωσης κρατών), ρυθμίζει τις σχέσεις των πολιτών μεταξύ τους και με το κράτος (ή την ένωση), με σκοπό την εύρυθμη λειτουργία του (της), και ψηφίζεται από το κοινοβούλιο (στο δημοκρατικό πολίτευμα): αντισυνταγματικός/αυστηρός/ελαστικός/σκληρός ~. Ειδικός/ιδρυτικός/κυρωτικός/τροποποιητικός/φορολογικός ~. Ο ~ περί πνευματικής ιδιοκτησίας. (προφ.) Δήλωση του Νόμου 105 (= υπεύθυνη δήλωση). Άρθρο/ασάφειες/ερμηνεία/κενά/παράγραφος του ~ου. Αναθεώρηση/αναστολή/κατάργηση ενός ~ου. Εκτός/εντός των πλαισίων του ~ου. Αντίθετα/σύμφωνα με τον ~ο. Διεθνείς/εθνικοί/κοινοτικοί ~οι. Συλλογή ~ων (= κώδικας). Ο (ισχύων/παρών) ~ απαγορεύει/επιτρέπει ... Κάτι απορρέει από τον ~ο/υπόκειται στις διατάξεις του ~ου. Όπως ορίζεται/προβλέπεται από τον ~ο, ... Γνωρίζω/εφαρμόζω/καταπατώ/καταστρατηγώ/παραβιάζω/τηρώ κατά γράμμα τον ~ο. Η Βουλή ψήφισε/ο υπουργός υπέγραψε/η κυβέρνηση πέρασε τον ~ο. Εγκρίθηκε/ενεργοποιήθηκε/θεσπίστηκε/τέθηκε σε ισχύ ο ~. Γίνεται ~ του κράτους (: δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως). 2. (συνήθ. με κεφαλ. Ν) νομοθεσία, Δίκαιο· κατ' επέκτ. οι εκπρόσωποί της, οι Αρχές: αστικός/ποινικός ~. Το κύρος του ~ου. Ενάντια στον ~ο. Κανείς δεν είναι υπεράνω του ~ου. Επέβαλαν την τάξη και τον ~ο. Επικαλούμαι τον ~ο. Έχει τον ~ο με το μέρος του. Αψηφώ/περιφρονώ/προσβάλλω τους ~ους. Υπακούω στους ~ους. (Κάτι) υπάγεται στους ~ους του κράτους/της χώρας. (μτφ.) Θα πέσει πάνω τους βαρύς ο πέλεκυς του ~ου (= της Δικαιοσύνης· για επιβολή μεγάλης ποινής).|| Οι άνθρωποι του ~ου (: δικαστικοί, αστυνομικοί). Έπεσε στην παγίδα του ~ου (= τον συνέλαβαν). 3. κανόνας, αρχή: ο ~ της φιλοξενίας. Οι ανθρώπινοι ~οι (βλ. θείος ~). Οι (αδιασάλευτοι/απαράβατοι) ~οι μιας κοινωνίας. Οι ~οι της αγοράς/μόδας.|| (μτφ.) Επιβάλλω/κατανοώ/ξέρω/σέβομαι τους ~ους του παιχνιδιού.|| Ο ~ (της τιμής και) του αίματος (= βεντέτα)/του ανταγωνισμού/της μαφίας (= ομερτά· βλ. ~ της σιωπής)/του Μέρφι (: αν είναι κάτι να πάει στραβά, θα πάει)/(των ανθρώπων) της νύχτας. 4. (επιστ.) γενική διατύπωση για τη σχέση μεταξύ των φαινομένων, όπως προκύπτει από την παρατήρηση και επαληθεύεται από την εμπειρία· κατ' επέκτ. βασική και σταθερή αρχή: ο ~ της αδράνειας/της αιτιότητας/του Μέντελ. Οικονομικοί ~οι. Διερεύνηση/μελέτη/πειραματική επαλήθευση των φυσικών ~ων. Οι ~οι της Φυσικής. Βλ. αξίωμα.|| Κατασκευή που αψηφά τον ~ο της βαρύτητας. Το Σύμπαν υπάγεται στους ~ους του χώρου και του χρόνου. Γενικοί ~οι διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά.|| Κάτι ακολουθεί/αντιβαίνει/παραβιάζει τον ~ο/τους ~ους της ύπαρξης/φύσης. ● ΣΥΜΠΛ.: εκτελεστικός νόμος: που αναφέρεται στην εφαρμογή συνταγματικών διατάξεων., θείος/ιερός νόμος: οι εντολές του Θεού, στις οποίες καλούνται να υπακούουν οι πιστοί μιας θρησκείας., θεμελιώδης νόμος/θεμελιώδεις νόμοι: το Σύνταγμα., νόμος της προσφοράς και της ζήτησης: ΟΙΚΟΝ. ο οποίος, στην ελεύθερη οικονομία, καθορίζει τις τιμές και τους μισθούς, σύμφωνα με το επίπεδο της ζήτησης και τη διαθεσιμότητα., νόμος-πλαίσιο: του οποίου οι γενικές διατάξεις λειτουργούν ως πλαίσιο για επιμέρους εφαρμογές: ~ ~ για τη δομή και λειτουργία των ΑΕΙ. [< γαλλ. loi-cadre, περ. 1950] , οργανικός/θεσμικός νόμος: που προσδιορίζει τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας οργάνων και θεσμών που προβλέπει το Σύνταγμα (π.χ. εκλογικός νόμος)., ουσιαστικός νόμος: ΝΟΜ. πράξη της Πολιτείας που περιέχει κανόνα ή κανόνες δικαίου (π.χ. νομοθετικό διάταγμα), ανεξάρτητα από το όργανο που τους θεσπίζει: ~ ~ ενίσχυσης των αγροτών., πρόταση νόμου: ΠΟΛΙΤ. νομοσχέδιο που κατατίθεται προς ψήφιση από βουλευτές και όχι από την κυβέρνηση., σχέδιο νόμου: νομοσχέδιο., τυπικός νόμος: κάθε πράξη της Πολιτείας που θεσπίζεται από τη Βουλή και υπογράφεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (π.χ. προϋπολογισμός): Αν ο ~ ~ περιέχει κανόνα δικαίου, είναι και ουσιαστικός νόμος., άγραφος νόμος βλ. άγραφος, αναγκαστικός νόμος βλ. αναγκαστικός, αρχή/νόμος της διατήρησης βλ. διατήρηση, ειδικοί ποινικοί νόμοι βλ. ποινικός, εκλογικός νόμος βλ. εκλογικός, ευεργετικός νόμος/ευεργετική διάταξη βλ. ευεργετικός, ηθικός κώδικας/νόμος βλ. ηθικός, Μωσαϊκός Νόμος βλ. μωσαϊκός2, νόμος των πιθανοτήτων βλ. πιθανότητα, ο νόμος της σιωπής βλ. σιωπή, ο νόμος της τρισυλλαβίας βλ. τρισυλλαβία, στρατιωτικός νόμος βλ. στρατιωτικός, σχέδιο "Καλλικράτης" βλ. Καλλικράτης, σχέδιο "Καποδίστριας" βλ. Καποδίστριας, το γράμμα του νόμου βλ. γράμμα, το πνεύμα του νόμου βλ. πνεύμα, τυπική ισχύς (νόμου) βλ. τυπικός ● ΦΡ.: άγνοια νόμου: γενική αρχή του δικαίου που αναφέρεται στο Σύνταγμα: ~ ~ δεν δικαιολογείται/δεν επιτρέπεται/δεν συγχωρείται., διά νόμου (λόγ.): με ειδικό νόμο: (Κάτι) απαγορεύεται/επιβάλλεται/καταργείται/κατοχυρώνεται/ρυθμίζεται ~ ~., εκ του νόμου (λόγ.): σύμφωνα με τον νόμο, από τον νόμο: Η διαδικασία είναι αυστηρώς απόρρητη ~ ~., εν ονόματι του νόμου (λόγ.) & στο όνομα του νόμου: επίκληση του νόμου για επικύρωση ενέργειας: άσκηση βίας/κλήση μάρτυρα ~ ~. Δρα/μιλά ~ ~. Εν ονόματι του νόμου, ανοίξτε/συλλαμβάνεστε (: λέγεται από αστυνομικό όργανο)!, κανονικά και με τον νόμο (εμφατ.-συνήθ. ειρων.): για τυπικά αποδεκτή ή νομότυπη ενέργεια, αλλά συχνά, στην ουσία, δυσάρεστη ή ανήθικη: Διορίστηκε/τον εκμεταλλεύονται ~ ~., κατά νόμο/κατά παράβαση του νόμου: ΝΟΜ. σύμφωνα με ή παραβαίνοντας τον νόμο: κατά νόμο ενέργειες/κατάθεση. Κατά νόμο αρμόδιες Αρχές/υπεύθυνος/υπόχρεος. Υποβολή των κατά νόμο αποδεικτικών/δικαιολογητικών/στοιχείων.|| Κυκλοφορία φαρμακευτικού προϊόντος κατά παράβαση του νόμου., νόμω (λόγ.): σύμφωνα με το γραπτό Δίκαιο: ~ κατοχύρωση. Η παρούσα αίτηση είναι ~ και ουσία αβάσιμη/βάσιμη. Βλ. φύσει., ο νόμος/οι νόμοι και οι προφήτες: οι γραπτοί κανόνες και οι αυθεντίες: Πέρα από τους νόμους και τους ~, υπάρχει και η δύναμη του λαού., παίρνω τον νόμο στα χέρια μου: αυτοδικώ., παρά τον νόμο: αντίθετα με τον νόμο: καταχρηστική και ~ ~ χρήση των υπηρεσιών. Χορηγήθηκαν άδειες ~ ~ (= παράνομα)., (έχει) ισχύ νόμου βλ. ισχύς, δάσκαλε που δίδασκες (και νόμο/λόγο δεν εκράτεις) βλ. διδάσκω, εκτός νόμου βλ. εκτός, μηδενικός νόμος βλ. μηδενικός, ο λόγος κάποιου είναι συμβόλαιο/νόμος βλ. συμβόλαιο, ο νόμος της ζούγκλας βλ. ζούγκλα, ο νόμος των μεγάλων αριθμών βλ. αριθμός, το δίκαιο του ισχυρότερου/του ισχυροτέρου βλ. δίκαιο [< αρχ. νόμος, γερμ. Gesetz, γαλλ. loi, αγγλ. law] | |
| 34161 | νομός | νο-μός ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Ν): διοικητική υποδιαίρεση κράτους· ειδικότ. καθεμιά από τις διοικητικές περιοχές στις οποίες χωρίζεται κάθε περιφέρεια: ακριτικός/βιομηχανικά ανεπτυγμένος/ορεινός ~. Οι δήμοι/τα σχολεία/ο χάρτης ενός ~ού. Οι ~οί της Ελλάδας. Βλ. νομαρχιακή αυτοδιοίκηση, νομαρχία. [< αρχ. νομός, γαλλ. préfecture] | |
| 34163 | νομοσχέδιο | νο-μο-σχέ-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. σχέδιο νόμου που υποβάλλεται από την κυβέρνηση στη Βουλή για ψήφιση: αγροτικό/εκλογικό/τροποποιητικό/φορολογικό ~. Αιτιολογική έκθεση/προσχέδιο/σύνταξη/ψήφιση ~ίου. Το ~ για τον αιγιαλό απορρίφθηκε/εγκρίθηκε από την πλειοψηφία των βουλευτών. Το επίμαχο ~ κατατέθηκε στη Βουλή/τέθηκε προς συζήτηση. Το ~ προωθεί πολλές νέες ρυθμίσεις.|| ~-σκούπα. Βλ. πολυ~, πρόταση νόμου. [< γερμ. Gesetzentwurf, γαλλ. projet de loi] | |
| 34164 | νομοταγής | , ής, ές νο-μο-τα-γής επίθ. {νομοταγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που υπακούει στους νόμους, συμμορφώνεται με αυτούς: ~είς: πολίτες. Πβ. φιλόνομος. ΣΥΝ. νομιμόφρων | |
| 34165 | νομοτέλεια | νο-μο-τέ-λει-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. σύνδεση και εξάρτηση ενός φαινομένου, μιας κατάστασης από σταθερούς και απαράβατους κανόνες: αναπόφευκτη/αυστηρή/εσωτερική/ιστορική/κοινωνική/φυσική ~. Η ~ της φθοράς/φύσης. Το πρόβλημα οδηγεί κατά αναπόδραστη ~ σε ... Πβ. αιτιοκρατία. Βλ. σύμπτωση, τελεολογία, τυχαιότητα. | |
| 1499 | Νομοτελεια | [αἰτιότητα] αι-τι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): σχέση αιτίου και αιτιατού: ιστορική/φυσική ~. Πβ. αιτιοκρατία. Βλ. νομοτέλεια, -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: η αρχή/ο νόμος της αιτιότητας: ΦΙΛΟΣ. το αξίωμα ότι από μία καθορισμένη αιτία προκύπτει αναγκαστικά ένα αποτέλεσμα και αντιστρόφως, είναι αδύνατο να προκληθεί ένα αποτέλεσμα χωρίς καθορισμένη αιτία. [< μεσν. αιτιότης, γερμ. Kausalität] | |
| 34166 | νομοτελειακός | , ή, ό νο-μο-τε-λει-α-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τη νομοτέλεια: ~ή: εξέλιξη/κατάληξη. ~ό: φαινόμενο. ~ή η απόφαση για ... Είναι ~ό ότι ... | |
| 34167 | νομοτεχνικός | , ή, ό νο-μο-τε-χνι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που αναφέρεται στη διατύπωση ενός νόμου με τρόπο σαφή και κατανοητό: Νομοσχέδιο που διακρίνεται για τη ~ή αρτιότητά του. | |
| 34168 | νομότυπος | , ος/η, ο νο-μό-τυ-πος επίθ.: ΝΟΜ. που πληροί τις νομικές προϋποθέσεις: ~η: διαχείριση. Ο ιδιοκτήτης πρέπει να δηλώσει τα ακίνητα στην εφορία, για να είναι καθ' όλα ~.|| (ως ουσ.) Το ~ο της διαδικασίας. Βλ. -τυπος1. ΑΝΤ. παράτυπος ● επίρρ.: νομότυπα & (λόγ.) νομοτύπως | |
| 34169 | νομοφοβία | νο-μο-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): το άγχος που διακατέχει πολλούς χρήστες όταν παρατοποθετούν ή χάνουν το κινητό τους, ξεμένουν από μπαταρία ή μονάδες, καθώς και όταν δεν έχουν κάλυψη δικτύου. [< αγγλ. nomophobia < no mo(bile) + phobia), 2008, γαλλ. nomophobie, 2012] | |
| 34170 | νόμπελ | νό-μπελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & νομπέλ (κ. με κεφαλ. Ν): καθένα από τα έξι διεθνή βραβεία που απονέμονται κάθε χρόνο από τη Σουηδική Βασιλική Ακαδημία των Επιστημών, το Ινστιτούτο Καρολίνσκα, την Τράπεζα της Σουηδίας και τη Νορβηγική Επιτροπή Νόμπελ σε προσωπικότητες που διακρίθηκαν για το έργο και την προσφορά τους σε συγκεκριμένους τομείς της επιστήμης και του πολιτισμού: βραβευμένος με το/κάτοχος του/υποψήφιος για το ~ ειρήνης/ιατρικής/λογοτεχνίας/οικονομίας/χημείας. Kέρδισε/πήρε/προτάθηκε για/τιμήθηκε με το (βραβείο) ~. Τρεις επιστήμονες μοιράστηκαν το ~ φυσικής. Βλ. νομπελίστας.|| (ειρων.) ~ βλακείας/ηλιθιότητας. Βλ. αντι-~. [< αγγλ.-γαλλ. Nobel (Prize), 1897, σουηδικό ανθρ. A. Nobel] | |
| 34171 | νομπέλιο | νο-μπέ-λι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. υπερουράνιο χημικό στοιχείο (σύμβ. No, Ζ 102). [< αγγλ. nobelium, 1957, σουηδικό ανθρ. A. Nobel] | |
| 34172 | νομπελίστας | νο-μπε-λί-στας ουσ. (αρσ.) , νομπελίστρια (η) (κ. με κεφαλ. Ν): πρόσωπο που έχει τιμηθεί με βραβείο Νόμπελ: ~ της λογοτεχνίας.|| (κ. ως επίθ.) ~ οικονομολόγος/ποιητής/συγγραφέας. Βλ. -ίστας. [< αγγλ. nobelist, 1936] | |
| 34173 | νον πέιπερ | νον πέ-ι-περ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΟΛΙΤ. ανεπίσημο έγγραφο σχετικό με θέματα πολιτικής. [< αγγλ. non-paper] | |
| 34174 | νόνα | νό-να ουσ. (θηλ.) (διαλεκτ.): γιαγιά. [< ιταλ. nonna] | |
| 34175 | νονός, νονά | νο-νός ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (λαϊκό) νουνός, νουνά 1. αυτός που δίνει όνομα σε κάποιον (κατά τη βάπτιση) ή σε κάτι: Γίνομαι ~. Η ~ά πήρε λαμπάδα/παπούτσια/ρούχα στο βαφτιστήρι της. Πβ. ανάδοχος, πνευματικός πατέρας, πνευματική μητέρα.|| ~ του πλοίου. 2. {στο αρσ.} αρχηγός οικογένειας της μαφίας ή κυρ. εγκληματικής οργάνωσης· γενικότ. άνθρωπος του υποκόσμου: ~ της νύχτας. Πβ. προστάτης. Βλ. μαφιόζος, μπράβος, τραμπούκος. [< 1: μεσν. νοννός 2: αγγλ. godfather, 1963] | |
| 34176 | νοόσφαιρα | νο-ό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η σφαίρα της ανθρώπινης διανόησης και συνείδησης, ιδ. σε σχέση με την επίδρασή της στη βιόσφαιρα και την εξέλιξη. Βλ. μπλογκόσφαιρα, κοινωνική δικτύωση. [< γαλλ. noosphère, 1925, αγγλ. noosphere, 1930] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ