| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 34177 | νοοτροπία | νο-ο-τρο-πί-α ουσ. (θηλ.): ιδιαίτερος τρόπος σκέψης: αυταρχική/δημοσιοϋπαλληλική/μοντέρνα/ξεπερασμένη/παραδοσιακή/πολιτική/συντηρητική ~. H ~ της αρπαχτής/του βολέματος/της ήσσονος προσπάθειας. Η ~ του λαού/του νεόπλουτου. Διαφορές στη ~. Η συμπεριφορά είναι και θέμα ~ας. ~ες του παρελθόντος. Αλλάζω ~. Αποβάλλω μια ~. Έχει τη ~ του νικητή/πρωταθλητή. Πβ. λογική. Βλ. ιδεο-, ψυχο-λογία. [< γαλλ. mentalité] | |
| 34178 | νόου χάου | νό-ου χά-ου ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & νόου-χάου: τεχνογνωσία. | |
| 34179 | νοούμενο | νο-ού-με-νο ουσ. (ουδ.) {νοουμένου} & νοούμενον: ΦΙΛΟΣ. το μη αισθητό πράγμα, αυτό που συλλαμβάνεται μόνο μέσω του νου· το υπεραισθητό: τα ~α και τα φαινόμενα (: στην καντιανή φιλοσοφία). ● ΣΥΜΠΛ.: σχήμα κατά το νοούμενο: ΦΙΛΟΛ. κατά το οποίο τα περιληπτικά ονόματα στον ρόλο του υποκειμένου συνδέονται με ρήμα στον πληθυντικό αριθμό: π.χ. Το πλήθος ούρλιαζαν (= ούρλιαζε). ● βλ. νοώ [< μτγν. νοούμενον, γερμ. Noumenon] | |
| 34180 | νοραδρεναλίνη | νο-ρα-δρε-να-λί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. κατεχολαμίνη (σύμβ. C8H11NO3) που δρα ως νευροδιαβιβαστής· έχει αγγειοσυσπαστική δράση, γι' αυτό χρησιμοποιείται για την αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Βλ. ινότροπος, αδρεναλ-, ντοπαμ-ίνη. ΣΥΝ. νορεπινεφρίνη [< αγγλ. noradrenaline, 1932, γαλλ. noradrénaline, 1954] | |
| 34181 | νορβηγικός | , ή, ό νορ-βη-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Νορβηγία ή/και τους Νορβηγούς: ~ά: φιόρδ. | |
| 34182 | Νορβηγός, Νορβηγίδα | Νορ-βη-γός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη Νορβηγία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει τη νορβηγική υπηκοότητα. | |
| 34183 | νορεπινεφρίνη | νο-ρε-πι-νε-φρί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. νοραδρεναλίνη. [< αγγλ. norepinephrine, 1937] | |
| 34184 | νόρμα | νόρ-μα ουσ. (θηλ.) 1. κανόνας, πρότυπο: απόκλιση από τη ~. Οι (αποδεκτές) ~ες συμπεριφοράς. Συμμόρφωση προς τις ισχύουσες/καθιερωμένες/κοινωνικές ~ες. Καλλιτεχνικό έργο που δεν ακολουθεί τις ~ες (της εποχής).|| Ευρωπαϊκές ~ες (βλ. τυποποίηση). Η ~ παραγωγής (: το ελάχιστο όριο απόδοσης για έναν εργαζόμενο). 2. ΓΛΩΣΣ. μορφή της γλώσσας την οποία μια ομάδα προκρίνει και θεωρεί πρότυπη· υπόδειγμα χρήσης: γλωσσική/σχολική ~. [< ιταλ. norma, γαλλ. norme, αγγλ. norm] | |
| 34185 | νορμάλ | νορ-μάλ επίθ. {άκλ.} (προφ.): κανονικός, ομαλός, φυσιολογικός. [< γαλλ. normal] | |
| 34186 | νοσηλεία | νο-ση-λεί-α ουσ. (θηλ.): ιατροφαρμακευτική περίθαλψη που παρέχεται σε άτομα που χρειάζονται βοήθεια συνήθ. σε νοσοκομείο· συνεκδ. η χρονική περίοδος που αυτή διαρκεί: κατ' οίκον/πολυήμερη/προληπτική ~. Έξοδα ~ας (= νοσήλια). Μονάδα βραχείας ~ας (: για ολιγόωρη παραμονή των ασθενών). Διάρκεια/χώρος ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: Μονάδα Εντατικής Θεραπείας βλ. μονάδα [< μτγν. νοσηλεία, γαλλ. hospitalisation] | |
| 34187 | νοσηλευτήριο | νο-ση-λευ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): ίδρυμα κατάλληλα εξοπλισμένο και στελεχωμένο για τη νοσηλεία ασθενών: ιδιωτικό ~. Πβ. κλινική, νοσοκομείο, -τήριο. [< γαλλ. infirmerie] | |
| 34188 | νοσηλευτής, νοσηλεύτρια | νο-ση-λευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πτυχιούχος νοσηλευτικής, που παρέχει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σε ασθενείς, σύμφωνα με τις οδηγίες γιατρού. Πβ. αδελφή, νοσοκόμα. [< γαλλ. infirmier] | |
| 34189 | νοσηλευτική | νο-ση-λευ-τι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ν): κλάδος των επιστημών υγείας, με αντικείμενό του την ολοκληρωμένη φροντίδα (δηλ. την προαγωγή, πρόληψη, θεραπεία και αποκατάσταση) της υγείας του ατόμου· συνεκδ. η αντίστοιχη Σχολή ΑΕΙ ή ΤΕΙ: γηριατρική/καρδιολογική/κλινική/κοινοτική/ογκολογική/παθολογική/χειρουργική ~. ~ ατυχημάτων/μητρότητας/ψυχικής υγείας. Βλ. τηλε~.|| Τμήμα ~ής. [< γερμ. Krankenpflege] | |
| 34190 | νοσηλευτικός | , ή, ό νο-ση-λευ-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη νοσηλεία ή στους νοσηλευτές και τη νοσηλευτική: ~ός: κλάδος/λειτουργός. ~ή: δεοντολογία/διάγνωση/εκπαίδευση/επιστήμη (= Νοσηλευτική)/κλινική/περίθαλψη/Σχολή/φροντίδα. ~ό: ίδρυμα (= νοσοκομείο)/κέντρο/προσωπικό. ~ές: μονάδες/υπηρεσίες. ~ά: είδη. Βλ. ιατρικός, ιατρο~, νοσοκομειακός. | |
| 34191 | νοσηλεύω | νο-ση-λεύ-ω ρ. (μτβ.) {νοσήλευ-σε, -σει, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας, -όμενος, -θείς, συνήθ. μεσοπαθ.}: παρέχω νοσηλεία σε ασθενή: Νοσοκομείο που ~ει ετησίως χιλιάδες αρρώστους. Πβ. περιθάλπω. ● Παθ.: νοσηλεύομαι: δέχομαι ιατρική περίθαλψη: ~εται για προληπτικούς λόγους/στην εντατική/εκτός κινδύνου/σε κρίσιμη κατάσταση/με ενδείξεις μηνιγγίτιδας/με συμπτώματα γρίπης. ~τηκε σε κλινική αποτοξίνωσης/ψυχιατρείο. ~θέντες/~όμενοι: ασθενείς. Παραμένει ~όμενος. [< αρχ. νοσηλεύω, γαλλ. hospitaliser] | |
| 34192 | νοσήλια | νο-σή-λι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {νοσηλίων}: έξοδα νοσηλείας: ημερήσια/υψηλά ~. [< μτγν. νοσήλια ‘(για τροφή) κατάλληλη για τον άρρωστο’] | |
| 34193 | νόσημα | νό-ση-μα ουσ. (ουδ.) {νοσήμ-ατος | -ατα, -άτων}: ΙΑΤΡ. νόσος: αιματολογικό/αλλεργικό/γενετικό/ιογενές/καρδιαγγειακό/κληρονομικό/νευρολογικό/ρευματικό/σωματικό/ψυχικό ~. Λοιμώδη/μεταβολικά/μεταδοτικά/νεοπλασματικά/παιδικά ~ατα. Διάγνωση/θεραπεία/φορέας του ~ατος. Έχει/πάσχει από ανίατο/υποκείμενο/χρόνιο ~. ΣΥΝ. αρρώστια (1), ασθένεια ● ΣΥΜΠΛ.: αυτοάνοσο νόσημα/αυτοάνοση ασθένεια/νόσος βλ. αυτοάνοσος, αφροδίσια νοσήματα βλ. αφροδίσιος, σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα βλ. σεξουαλικός [< αρχ. νόσημα] | |
| 34194 | νοσηρός | , ή/(λόγ.) ά, ό νο-ση-ρός επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) που αποκλίνει από το φυσιολογικό, που δεν στηρίζεται σε υγιείς βάσεις: ~ός: φανατισμός. ~ή: εμμονή/εξάρτηση/περιέργεια/σχέση/φαντασία. ~ές: σκέψεις. ~ά: ένστικτα/πάθη/σχέδια/φαινόμενα.|| ~ό: περιβάλλον. Καλλιεργείται ένα ~ό κλίμα καχυποψίας. || ~ός: νους. ~οί: εγκέφαλοι. Πβ. διεστραμμένος. ΣΥΝ. αρρωστημένος (1) ΑΝΤ. υγιής (2), φυσιολογικός (1) 2. επιβαρυντικός, βλαβερός (για την υγεία), ανθυγιεινός: ~ή: παχυσαρκία. ~ές: ουσίες. ~ά: βακτηρίδια. Βλ. -ηρός. ● επίρρ.: νοσηρά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< 2: αρχ. νοσηρός, γαλλ. morbide] | |
| 34195 | νοσηρότητα | νο-ση-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-λόγ.) η ιδιότητα του νοσηρού: ~ του δημόσιου βίου (: διαφθορά, σήψη). Κλίμα/φαινόμενα (πολιτικής) ~ας. Πβ. παθογένεια. Βλ. -ότητα. 2. ΙΑΤΡ. το σύνολο των κρουσμάτων ενός νοσήματος σε συγκεκριμένο πληθυσμό (ανθρώπων ή ζώων), δεδομένη γεωγραφική περιοχή και χρονική περίοδο: ιατρογενής/νεογνική ~. Δείκτες ~ας. Η ετήσια ~ από φυματίωση είναι ... ασθενείς. Βλ. πολυ~, συν~. [< γαλλ. morbidité] | |
| 34196 | νόσηση | νό-ση-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. προσβολή από ασθένεια: κλινική/φυσική ~. (Αυξημένη) πιθανότητα/ιστορικό/κίνδυνος ~ης. Πιστοποιητικό ~ (από κορονοϊό). Βλ. ανοσία. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ