Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [34860-34880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
58739νοσησης

[ἀνοσία] α-νο-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μηχανισμός με τον οποίο ο οργανισμός καταπολεμά τους παθογόνους παράγοντες (ιούς, καρκινικά κύτταρα, μικρόβια)· αυξημένη ικανότητα αντίστασης λόγω προγενέστερης έκθεσής του σε αυτούς: εγγενής ή φυσική/επίκτητη ή ειδική (βλ. ανοσοποίηση, εμβολιασμός) ~. Ενεργητική ~ (: ως αποτέλεσμα προηγούμενης προσβολής από λοίμωξη). Παθητική ~ (: μέσω της μεταφοράς αντισωμάτων).|| Μόνιμη/προσωρινή/προσαρμοστική/συλλογική/σύμφυτη/φυσική. ~ αγέλης/της κοινότητας/πληθυσμού. Πιστοποιητικό ~ας. Εμβόλιο που παρέχει ~ έναντι του ιού ... Βλ. αυτο~, νόσηση. 2. (μτφ.) μειωμένη ευαισθησία σε κάτι, συνήθ. αρνητικό, λόγω συνήθειας: Έχουμε ακούσει/δει τόσα πολλά που έχουμε πάθει ~. ● ΣΥΜΠΛ.: κυτταρική ανοσία: ΙΑΤΡ. που προκαλείται από τη δράση των κυτταροτοξικών και βοηθητικών Τ-λεμφοκυττάρων. [< αγγλ. cellular immunity] , χυμική ανοσία: ΙΑΤΡ. που προκαλείται από την παραγωγή και έκκριση ειδικών αντισωμάτων, τα οποία απελευθερώνονται στο αίμα και τη λέμφο. [< αγγλ. humoral immunity, γαλλ. immunité humorale] [< μτγν. ἀνοσία 'έλλειψη νόσου', γαλλ. immunité]

34197νοσο-: ΙΑΤΡ. α' συνθετικό που αναφέρεται σε νοσήματα ή ασθενείς: ~λογία. ~γόνος.|| ~κομείο.
34198νοσογόνος, ος, ο νο-σο-γό-νος επίθ. (λόγ.): που προκαλεί ασθένεια: ~ος: παχυσαρκία (: με γενετικά αίτια). ~οι: μικροοργανισμοί. Πβ. νοσηρός. Βλ. -γόνος. ΣΥΝ. παθογόνος [< γαλλ. morbifique]
34199νοσοκόμανο-σο-κό-μα ουσ. (θηλ.) , νοσοκόμος (ο): πρόσωπο που έχει λάβει πρακτική εκπαίδευση και ασχολείται επαγγελματικά με την περιποίηση ασθενών: ~ χειρουργείου. Πβ. νοσηλευτής. Βλ. -κόμος. ΣΥΝ. αδελφή (4) ● ΣΥΜΠΛ.: αποκλειστική αδελφή/νοσοκόμα βλ. αποκλειστικός [< μτγν. νοσοκόμος]
34200νοσοκομειακός, ή, ό νο-σο-κο-μει-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με το νοσοκομείο ή ανήκει, υπάγεται στον χώρο του: ~ός: εξοπλισμός/τομέας. ~ή: κάλυψη/μονάδα/νοσηλεία/περίθαλψη/πνευμονία (: που συμβαίνει μετά την εισαγωγή του ασθενούς στο νοσοκομείο)/υγιεινή/φροντίδα. ~ό: ίδρυμα/περιβάλλον/προσωπικό (: ιατροί και νοσηλευτές)/υλικό. ~οί: υπάλληλοι. ~ές: κλίνες/λοιμώξεις. ~ά: απόβλητα/είδη/μικρόβια. Βλ. ενδο~, εξω~, προ~, ιατρ-, νοσηλευτ-ικός. ● Ουσ.: νοσοκομειακό (το) : ασθενοφόρο. ● επίρρ.: νοσοκομειακά ● ΣΥΜΠΛ.: κλινικός γιατρός βλ. κλινικός [< γαλλ.-αγγλ. nosocomial, γαλλ. hospitalier]
34201νοσοκομείο[νοσοκομεῖο] νο-σο-κο-μεί-ο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Ν): κρατικό ή ιδιωτικό νοσηλευτικό ίδρυμα: γενικό/ειδικό (π.χ. πνευμονικών παθήσεων)/ογκολογικό (/αντικαρκινικό)/παθολογικό/ψυχιατρικό (= ψυχιατρείο) ~. Πανεπιστημιακό ~. Λαϊκό/Ναυτικό/στρατιωτικό (βλ. ΓΝΑ) ~. ~ λοιμωδών νόσων/παίδων. ~ δυναμικότητας/με δύναμη εκατό κλινών. Η Διοίκηση/ο εξοπλισμός/τα εξωτερικά ιατρεία/τα εργαστήρια/τα κρεβάτια/η μονάδα/το προσωπικό (: ιατροί και νοσηλευτές)/τα Τμήματα ενός ~ου. Δημόσια/δημοτικά/νομαρχιακά/περιφερειακά ~α. Διανυκτερεύοντα/εφημερεύοντα ~α. Διακομίστηκε/μεταφέρθηκε/νοσηλεύεται/παρέμεινε στο ~. Εισήχθη/μπήκε εσπευσμένα στο ~ με αναπνευστικά προβλήματα. Βγήκε/εξήλθε/πήρε εξιτήριο από το ~. Πβ. θεραπευ-, νοσηλευ-τήριο, Κέντρο Υγείας, κλινική. Βλ. αναρρωτήριο, -κομείο. [< μτγν. νοσοκομεῖον, γαλλ. hôpital]
34202νοσολογίανο-σο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ν): ΙΑΤΡ. κλάδος που ασχολείται με τη συστηματική ταξινόμηση και περιγραφή των ασθενειών: ~ του ήπατος/νευρικού συστήματος. Βλ. -λογία. [< γαλλ. nosologie, αγγλ. nosology]
34203νοσολογικός, ή, ό νο-σο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη νοσολογία. [< γαλλ. nosologique, αγγλ. nosological]
34204νόσοςνό-σος ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κάθε διαταραχή της φυσιολογικής δομής ή λειτουργίας τμήματος, οργάνου ή συστήματος του οργανισμού, με χαρακτηριστικά συμπτώματα και γνωστή ή άγνωστη αιτιολογία, παθολογία και πρόγνωση: αλλεργική (= αλλεργία)/αναπνευστική (π.χ. άσθμα, εμφύσημα)/ασυμπτωματική (π.χ. οστεοπόρωση, υπέρταση)/γενετική (π.χ. μεσογειακή αναιμία)/δερματική (= δερματίτιδα)/έκδηλη/εκφυλιστική (π.χ. σκλήρυνση κατά πλάκας)/επιδημική/θανατηφόρα/ιογενής (= ίωση)/καλοήθης/κακοήθης (: όγκος)/καρδιαγγειακή (π.χ. αθηροσκλήρωση)/λοιμώδης (= λοίμωξη)/μεταβολική (π.χ. σακχαρώδης διαβήτης)/μεταδοτική (π.χ. φυματίωση)/μολυσματική/νευρολογική (= νευροπάθεια)/περιοδοντική (π.χ. ουλ-, περιοδοντ-ίτιδα)/ πολυπαραγοντική/σπάνια/τροπική (π.χ. ελονοσία)/φλεγμονώδης (= φλεγμονή) ~. ~ του παχέος εντέρου (π.χ. κολίτιδα)/του ήπατος (= ηπατίτιδα). Ανάπτυξη/αντιμετώπιση/αποδρομή/διάγνωση/εκδήλωση/εμφάνιση/επιπλοκές/θεραπεία/κρούσματα/μορφές/πορεία μιας ~ου. Βραδέως/ταχέως εξελισσόμενη ~. ~ που προσβάλλει το κεντρικό νευρικό σύστημα. Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων. ΣΥΝ. αρρώστια (1), ασθένεια, νόσημα, πάθηση ● ΣΥΜΠΛ.: νόσος της κυανής γλώσσας: ΚΤΗΝ. καταρροϊκός πυρετός. [< γαλλ. maladie de la langue bleue] , νόσος του Weil: λεπτοσπείρωση., νόσος του Χάνσεν: λέπρα. [< αγγλ. Hansen's disease, 1938] , νόσος των λεγεωνάριων/λεγεωναρίων: ΙΑΤΡ. λοίμωξη που προκαλείται από το βακτηρίδιο Legionella pneumophila, το οποίο αναπτύσσεται σε υγρό περιβάλλον, και μεταδίδεται μέσω εισπνοής ή εισρόφησης μικρών σταγονιδίων νερού. [< αγγλ. legionnaires' disease, 1976] , (νόσος του) Αλτσχάιμερ βλ. Αλτσχάιμερ, ασθένεια του φιλιού βλ. φιλί, ασθένεια/νόσος του ύπνου βλ. ύπνος, ασθένεια/νόσος των τρελών αγελάδων βλ. αγελάδα, αυτοάνοσο νόσημα/αυτοάνοση ασθένεια/νόσος βλ. αυτοάνοσος, γρίπη των πτηνών/των πουλερικών βλ. πτηνό, ενδημική νόσος βλ. ενδημικός, επαγγελματική ασθένεια βλ. ασθένεια, επάρατη/(λόγ.) επάρατος νόσος βλ. επάρατος, ιερά νόσος βλ. ιερός, νόσος (της) αποσυμπίεσης βλ. αποσυμπίεση, νόσος των δυτών βλ. δύτης, νόσος/σύνδρομο (του) Πάρκινσον βλ. σύνδρομο, στεφανιαία (νόσος) βλ. στεφανιαίος, συστηματική νόσος βλ. συστηματικός, τρομώδης νόσος βλ. τρομώδης, ψυχική ασθένεια βλ. ψυχικός ● ΦΡ.: θεραπεύει πάσα(ν) νόσο(ν) και πάσα(ν) μαλακία(ν) βλ. θεραπεύω [< αρχ. νόσος]
34205νοσοφοβίανο-σο-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. αρρωστοφοβία. [< γαλλ. nosophobie, αγγλ. nosophobia]
34206νοσταλγίανο-σταλ-γί-α ουσ. (θηλ.): συναίσθημα ελαφριάς θλίψης και μελαγχολίας που προκαλείται από την ανικανοποίητη λαχτάρα επιστροφής στην πατρίδα ή κυρ. από την αναπόληση αγαπημένων προσώπων ή ευχάριστων περιστατικών και καταστάσεων· η αντίστοιχη ψυχική κατάσταση: ακατανίκητη/γλυκιά/έντονη/πικρή ~. Η ~ του γυρισμού (βλ. νόστος)/καλοκαιριού/παρελθόντος. Με κυρίευσε/μ' έπιασε/νιώθω έντονη ~. Αναπολεί/θυμάται με ~ τα φοιτητικά του χρόνια. Διακατέχεται από ~. Μιλά με (συγκίνηση και) ~ για την πατρίδα/τα περασμένα. Βλ. ονειροπόληση, ρεμβασμός. [< γαλλ. nostalgie < νεολατ. nostalgia < νόστος + -αλγία, αγγλ. nostalgia, nostalgy, ιταλ.-ισπαν. nostalgia]
34207νοσταλγικός, ή, ό νο-σταλ-γι-κός επίθ.: που διακατέχεται από νοσταλγία ή την προκαλεί: ~ός: ήχος. ~ή: βραδιά/διάθεση/εποχή. ~ό: αφιέρωμα/βλέμμα/ταξίδι (στο παρελθόν)/ύφος. ~ές: αναμνήσεις/αναπολήσεις. ● επίρρ.: νοσταλγικά [< γαλλ. nostalgique, αγγλ. nostalgic]
34208νοσταλγόςνο-σταλ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που διακατέχεται από νοσταλγία για κάτι: ~οί του παρελθόντος. [< γαλλ. nostalgique, αγγλ. nostalgist, 1962]
34209νοσταλγώ[νοσταλγῶ] νο-σταλ-γώ ρ. (μτβ.) {νοσταλγ-είς ..., -ώντας | νοστάλγ-ησα, -ήσει}: διακατέχομαι από νοσταλγία για κάτι: ~ το χωριό μου. ~ησε τα νιάτα του.
34210νοστιμάδανο-στι-μά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): γευστικότητα, νοστιμιά· κατ' επέκτ. η ιδιότητα του ωραίου και χαριτωμένου: η ~ του φαγητού. || (παροιμ.) Αγάπη δίχως πείσματα δεν έχει ~. Πβ. γλύκα, γοητεία, χάρη. Βλ. -άδα. ● ΦΡ.: ανάρια ανάρια το φιλί, για να 'χει νοστιμάδα βλ. ανάριος [< μεσν. νοστιμάδα]
34211νοστιμεύωνο-στι-μεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {νοστίμ-εψε, -έψει, νοστιμεύ-οντας} & νοστιμίζω 1. (για φαγητό) κάνω νόστιμο ή γίνεται νόστιμο: Καρυκεύματα που ~ουν το κρέας.|| Ρίξε λίγο αλάτι στη σάλτσα, για να ~έψει! 2. (μτφ.) ομορφαίνω: Μικρές χαρές που ~ίζουν τη ζωή.|| Μεγάλωσε και ~εψε. ΑΝΤ. ασχημαίνω. ● Παθ.: νοστιμεύομαι (προφ.): λαχταρώ, λιμπίζομαι. ΣΥΝ. λιγουρεύομαι [< μεσν. νοστιμεύω, νοστιμίζω]
34212νοστιμιάνο-στι-μιά ουσ. (θηλ.) 1. ευχάριστη γεύση, γευστικότητα: η ~ του φαγητού. Πρόσθεσε λίγο πιπέρι για περισσότερη ~! ΣΥΝ. νοστιμάδα ΑΝΤ. ανοστιά 2. (μτφ.) χάρη, γλύκα, γοητεία: Η καθημερινότητα έχει κι αυτή τη ~ της.νοστιμιές (οι): γευστικοί μεζέδες ή γλυκά: παραδοσιακές/πικάντικες/σπιτικές/τοπικές ~. ~ της ελληνικής/μεσογειακής κουζίνας. ΣΥΝ. γεύσεις
34213νοστιμίζωβλ. νοστιμεύω
34214νόστιμος, η, ο νό-στι-μος επίθ. 1. γευστικός: ~ες: συνταγές. ~α και θρεπτικά πιάτα. Δεν είναι ~ο το φαγητό; Πβ. εύγευστος. ΑΝΤ. άνοστος (1) 2. (μτφ.) χαριτωμένος, ευχάριστος: ~ο: κορίτσι/πρόσωπο.|| ~η: ιδέα. ~α: αστεία.|| (ως ουσ.-προφ.) Το ~ο (= το περίεργο) είναι ότι ... ΑΝΤ. ανάλατος (2) ● Υποκ.: νοστιμούλης , α, ικο, νοστιμούτσικος , η, ο ● επίρρ.: νόστιμα ● ΣΥΜΠΛ.: νόστιμον ήμαρ βλ. ήμαρ [< 1: αρχ. νόστιμος ‘σχετικός με την επιστροφή, παραγωγικός. Πβ. νόστιμον (τὸ) ΄το φαγώσιμο ή θρεπτικό μέρος του καρπού’]
34215νόστοςνό-στος ουσ. (αρσ.) (λόγ.-κυρ. λογοτ.): επιστροφή στην πατρίδα, συνήθ. μετά από πολύχρονη απουσία: ο ~ του μετανάστη/του ναυτικού/των ξενιτεμένων. (ΜΥΘ.) Ο ~ του Οδυσσέα. ΣΥΝ. επαναπατρισμός, επάνοδος (1), παλιννόστηση (1) [< αρχ. νόστος, αγγλ. nostos]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.