Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [34880-34900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
34216νοσφίζομαινο-σφί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {σπάν. νοσφίστηκε} (λόγ.): οικειοποιούμαι. [< αρχ. νοσφίζω]
34217νόσφισηνό-σφι-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) νοσφισμός (ο) (λόγ.): οικειοποίηση. ● ΣΥΜΠΛ.: νόσφιση εξουσίας: κατάχρηση εξουσίας.
34218νοσώ[νοσῶ] νο-σώ ρ. (αμτβ.) {νοσ-είς ..., -ώντας, λόγ. μτχ. ενεστ. -ών, -ούσα, -ούν | νόσ-ησα, -ήσει, -ήσας} (λόγ.) 1. (μτφ.) βρίσκομαι σε ιδιαίτερα κακή κατάσταση, παρουσιάζω προβλήματα και αδυναμίες: Η κοινωνία/το σύστημα ~εί. 2. υποφέρω από κάποια νόσο: ~ησε βαριά από κορονοϊό. (Χρόνια) ~ούντες και φορείς ενός ιού. Οι ~ήσαντες. ΣΥΝ. ασθενώ (1) ΑΝΤ. υγιαίνω [< 2: αρχ. νοσῶ]
34219νότα1νό-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. σύμβολο με το οποίο παριστάνεται ένας μουσικός φθόγγος· συνεκδ. ο ίδιος ο φθόγγος και το αντίστοιχο πλήκτρο ή η αντίστοιχη χορδή: βασική ~. Χαμηλή/ψηλή ~. Βυζαντινές (: πα2, βου2, γα, δι, κε, ζω2, νη)/ευρωπαϊκές (: ντο, ρε, μι, φα, σολ, λα, σι) ~ες. Παίζω μια ~. Διαβάζω τις ~ες. ΣΥΝ. φθογγόσημο.|| (ως προς τη διάρκεια:) Μισή/ολόκληρη ~. Τέταρτο/όγδοο/δέκατο έκτο/τριακοστό δεύτερο/εξηκοστό τέταρτο της ~ας. 2. (μτφ.) τόνος, πινελιά: Η παρουσία του έδωσε/προσέφερε/χάρισε μια γιορτινή/ευχάριστη/χαρούμενη ~ στον χώρο. Έφερε μια ~ αισιοδοξίας/ανανέωσης στη ζωή τους. Πβ. χροιά. ● ΣΥΜΠΛ.: κρατημένη νότα: ΜΟΥΣ. νότα μεγάλης διάρκειας, που παρατείνεται απαράλλακτη κατά τη διάρκεια αρκετών μέτρων. [< ιταλ. nota]
34220νότα2νό-τα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. διακοίνωση. [< μεσν. νότα ‘έγγραφο’, ιταλ. nota, γαλλ. note]
34221νόταμνό-ταμ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΣΤΡΑΤ. αγγελία, ειδοποίηση που περιλαμβάνει αεροναυτικές πληροφορίες, η έγκαιρη γνώση των οποίων είναι απαραίτητη στο προσωπικό που ασχολείται με τη διεξαγωγή των πτήσεων: ελληνική ~. Έκδοση ~. [< αγγλ. notam, 1946 < not(ice to) a(ir)m(en)]
34222νοταριακός, ή, ό νο-τα-ρι-α-κός επίθ. & (σπάν.) νοταρικός: που σχετίζεται με τον νοτάριο: ~ά: έγγραφα. Πβ. συμβολαιογραφικός. [< μεσν. νοταρικός]
34223νοτάριοςνο-τά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. εκκλησιαστικό και πολιτικό αξίωμα κατά τη βυζαντινή εποχή· (σήμερα) τιμητικός τίτλος που απονέμεται από τον Οικουμενικό Πατριάρχη. 2. ΙΣΤ. (κατά τη Φραγκοκρατία και Τουρκοκρατία) συμβολαιογράφος, κυρ. στα Επτάνησα και την Κρήτη. [< μτγν. νοτάριος ‘γραμματέας’ < λατ. notarius]
34224νοτερός, ή, ό νο-τε-ρός επίθ. (λογοτ.): νοτισμένος. Βλ. -ερός. [< αρχ. νοτερός ‘υγρός, βρεγμένος’]
34225νοτιάνο-τιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): νοτιάς. [< μεσν. νοτιά < αρχ. νοτία ‘υγρασία, βροχή’]
34226νοτιάςνο-τιάς ουσ. (αρσ.) {νοτιάδ-ες} ΣΥΝ. νοτιά 1. ζεστός άνεμος που φυσά από τον Νότο: θυελλώδεις ~ες. ΣΥΝ. νότος (3), όστρια ΑΝΤ. βοριάς (1) 2. υγρός καιρός εξαιτίας νότιων ανέμων: Ο καιρός γύρισε σε ~ιά. 3. (προφ.) νότος. Πβ. μεσημβρία. ● Υποκ.: νοτιαδάκι (το)
34227νοτίζωνο-τί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {νότι-σε, -σει, -στηκε, νοτι-σμένος, νοτίζ-οντας}: υγραίνω, βρέχω· μουσκεύω, βρέχομαι: Η βροχή ~σε τη γη. ~σμένο: χώμα (= υγρό, νωπό).|| Τα ρούχα ~σαν (από την υγρασία). [< αρχ. νοτίζω]
34228νοτιο-λεξικό μόρφημα κυρ. σε επίθ. κ. ουσ. που δηλώνει 1. το νότιο σημείο του ορίζοντα: ~ανατολικός/~δυτικός. 2. το νότιο τμήμα μιας γεωγραφικής περιοχής: ~αμερικανικός/~ασιατικός/~κορεατικός.
34229νοτιοανατολικός, ή, ό νο-τι-ο-α-να-το-λι-κός επίθ. (συντομ. ΝΑ): που βρίσκεται ή έχει προσανατολισμό προς το σημείο του ορίζοντα μεταξύ Νότου και Ανατολής ή προέρχεται από αυτό: ~ός: άνεμος (βλ. σιρόκος). Βλ. βορειοανατολ-, νοτιοδυτ-ικός. ● επίρρ.: νοτιοανατολικά [< γαλλ. sud-est]
34230νοτιοδυτικός, ή, ό νο-τι-ο-δυ-τι-κός επίθ. (συντομ. ΝΔ): που βρίσκεται ή έχει προσανατολισμό προς το σημείο του ορίζοντα μεταξύ Νότου και Δύσης ή προέρχεται από αυτό: ~ός: άνεμος (βλ. γαρμπής, λίβας). Βλ. βορειοδυτικός. ● επίρρ.: νοτιοδυτικά [< γαλλ. sud-ouest]
34231νοτιοελλαδικός, ή, ό νο-τι-ο-ελ-λα-δι-κός επίθ. & (προφ.) νοτιοελλαδίτικος, η, ο: που αναφέρεται στη Νότια Ελλάδα. Βλ. βορειοελλαδικός.
34232Νοτιοελλαδίτης, ΝοτιοελλαδίτισσαΝο-τι-ο-ελ-λα-δί-της ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Νότια Ελλάδα. Βλ. Βορειο-, Στερεο-ελλαδίτης.
34233νοτιοευρωπαϊκός, ή, ό νο-τι-ο-ευ-ρω-πα-ϊ-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Νότια Ευρώπη ή/και τους Νοτιοευρωπαίους. Βλ. βορειοευρωπαϊκός.
34234Νοτιοευρωπαίος, Νοτιοευρωπαία[Νοτιοευρωπαῖος] Νο-τι-ο-ευ-ρω-παί-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί, κατοικεί σε ή κατάγεται από χώρα της Νότιας Ευρώπης. Βλ. Βορειοευρωπαίος.
34235νότιος, α/ος, ο νό-τι-ος επίθ. {νοτιότ-ερος, -ατος} (συντομ. Ν): που βρίσκεται στον Νότο, έχει διεύθυνση προς αυτόν ή προέρχεται από αυτόν: ~ος: άνεμος (= νοτιάς)/προσανατολισμός (πβ. μεσημβρινός)/τοίχος. ~α: πλαγιά/πλευρά. ~ο: άκρο/ημισφαίριο/σέλας/τμήμα. ~ες: ακτές/περιοχές. ~α: προάστια/σύνορα. Στο ~ατο άκρο του νησιού.|| (ΓΕΩΓΡ.) Νότιος Πόλος. Νότια Ελλάδα/Κορέα.|| Οι ~οι λαοί/πληθυσμοί (π.χ. της ~ας Ευρώπης ή Αμερικής· βλ. λατινοαμερικάνικος, μεσογειακός). Βλ. βόρειος. ● Ουσ.: νότια (τα): το νότιο τμήμα ενός τόπου: στα ~ του νομού., Νότιος (ο) {συνήθ. στον πληθ.}: πρόσωπο που έχει γεννηθεί ή/και κατοικεί σε χώρα του Νότου ή στο νότιο τμήμα γεωγραφικής περιοχής. ● επίρρ.: νότια & (λόγ.) νοτίως: στον Νότο ή προς την κατεύθυνσή του: Κατευθύνεται ~ της πρωτεύουσας. Ο οικισμός βρίσκεται ~ του βουνού.|| Κινήθηκαν ~ερα. ● ΣΥΜΠΛ.: Βόρειος/Νότιος Δεσμός της Σελήνης βλ. σελήνη, Σταυρός του Νότου/Νότιος Σταυρός βλ. σταυρός [< αρχ. νότιος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.