Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [34900-34920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
34236νότισμανό-τι-σμα ουσ. (ουδ.) (κυρ. λογοτ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του νοτίζω: ~ της γης. Πβ. ύγρανση. Βλ. βρέξιμο.
34237νότοςνό-τος ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Ν, συντομ. Ν) 1. σημείο του ορίζοντα που βρίσκεται στην κατεύθυνση του Νότιου Πόλου: πορεία/ταξίδι προς (τον) ~ο. Βλ. βορράς. ΣΥΝ. μεσημβρία (2), νοτιά, νοτιάς (3) 2. (κατ' επέκτ.) το νότιο τμήμα μιας γεωγραφικής περιοχής (κυρ. χώρας), τα νότια κράτη μιας ηπείρου (κυρ. της Ευρώπης) ή οι νότιες πολιτείες των ΗΠΑ: ο αμερικανικός/ευρωπαϊκός/ιταλικός ~. 3. νοτιάς. ● ΣΥΜΠΛ.: Σταυρός του Νότου/Νότιος Σταυρός βλ. σταυρός [< αρχ. νότος]
34238νουάνου-ά ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. άπαχο κομμάτι κρέατος από το πίσω μέρος του μηρού, συνήθ. μοσχαριού. Βλ. ποντίκι, τρανς2. [< γαλλ. noix]
34239νουάρνου-άρ επίθ. {άκλ.} 1. που έχει τα χαρακτηριστικά των φιλμ νουάρ: ~ ατμόσφαιρα/μυθιστόρημα. 2. πολύ σκούρος: μπλε ~. ● ΣΥΜΠΛ.: φιλμ νουάρ: ΚΙΝΗΜ. ασπρόμαυρη αστυνομική ταινία, κυρ. αμερικανική, των δεκαετιών 1940 και 1950, με βασικά γνωρίσματα τη διάπραξη εγκλημάτων, τους κυνικούς χαρακτήρες και τη σκοτεινή ατμόσφαιρα στα αστικά κέντρα. [< γαλλ. film noir, αγγλ. ~, 1930] [< γαλλ. noir]
34240νουβέλ βαγκνου-βέλ βαγκ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} 1. ΚΙΝΗΜ. ανανεωτικό ρεύμα του γαλλικού κινηματογράφου, που εμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και υποστήριζε την πρωτοκαθεδρία του σκηνοθέτη έναντι του σεναριογράφου. ΣΥΝ. νέο κύμα (2) 2. (κατ' επέκτ.) κάθε ανανεωτική, πρωτοποριακή τάση κυρ. στον κινηματογράφο και τον αθλητισμό. [< γαλλ. nouvelle vague]
34241νουβέλανου-βέ-λα ουσ. (θηλ.): ΛΟΓΟΤ. πεζογραφικό είδος, μεγαλύτερο σε έκταση από το διήγημα και μικρότερο από το μυθιστόρημα: αστυνομική/ερωτική ~. Βλ. τηλε~. ● ΣΥΜΠΛ.: γραφική νουβέλα & γκράφικ νόβελ: λογοτεχνικό, ιστορικό ή επιστημονικό βιβλίο δημοσιευμένο σε μορφή κόμικς. [< αμερικ. graphic novel, 1964] [< μεσν. νοβέλλα ‘περιπετειώδης ιστορία’, ιταλ. novella,γαλλ. nouvelle]
34242νούγιεςνού-γιες ουσ. (θηλ.) (οι): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. νουντλς.
34243νουγκάνου-γκά ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. είδος γλυκού από αμύγδαλα, καρύδια ή φουντούκια, με καραμελωμένη ζάχαρη και μέλι ή κακάο, το οποίο χρησιμοποιείται και σε αλεσμένη μορφή ως γέμιση άλλων γλυκισμάτων: σοκολάτα γάλακτος με μαλακό ~. Βλ. αμυγδαλόπαστα, μαντολάτο, νουγκατίνα. [< γαλλ. nougat]
34244νουγκατίνανου-γκα-τί-να ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. είδος πάστας με πλούσια κρέμα και παντεσπάνι αμυγδάλου. [< γαλλ. nougatine, 1938]
34245νουθεσίανου-θε-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συμβουλή, παραίνεση. [< αρχ. νουθεσία]
34246νουθέτησηνου-θέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παροχή συμβουλών· (συνεκδ.-στον πληθ.) οι ίδιες οι συμβουλές. [< αρχ. νουθέτησις]
34247νουθετώ[νουθετῶ] νου-θε-τώ ρ. (μτβ.) {νουθετ-είς ..., -ώντας | νουθέτ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί} (λόγ.): συμβουλεύω, παραινώ. Πβ. δασκαλεύω, ορμηνεύω. Βλ. -θετώ. [< αρχ. νουθετῶ]
34248νουκλεΐδιοβλ. νουκλίδιο
34249νουκλεϊκός & νουκλεϊνικός, ή, ό νου-κλε-ϊ-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: νουκλεϊκά/νουκλεϊνικά οξέα: μακρομόρια αποθήκευσης και μεταφοράς της γενετικής πληροφορίας, τα οποία αποτελούνται από αλυσίδες νουκλεοτιδίων: Τα ~ ~ διακρίνονται σε δεσοξυριβο(ζο)νουκλεϊκά (= DNA) και ριβονουκλεϊκά οξέα (= RNA)., αζωτούχες βάσεις βλ. αζωτούχος [< αγγλ. nucleic, γαλλ. nucléique]
34250νουκλεοζίτηςνου-κλε-ο-ζί-της ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΧ. νουκλεοσίδιο.
34251νουκλεόνιονου-κλε-ό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {νουκλεονίου}: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. το πρωτόνιο ή το νετρόνιο, ως σωματίδια που συνιστούν τον ατομικό πυρήνα. [< αγγλ. nucleon, 1923, γαλλ. nucleon, 1948]
34252νουκλεοπρωτεΐνηνου-κλε-ο-πρω-τε-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένωση πρωτεΐνης και νουκλεϊκού οξέος, που βρίσκεται στα κύτταρα των ζωντανών οργανισμών. Βλ. ξανθίνη, χρωματίνη. [< αγγλ. nucleoprotein, 1906, γαλλ. nucléoprotéine, 1922]
34253νουκλεοσίδιονου-κλε-ο-σί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. μόριο που αποτελείται από μία αζωτούχο βάση και ένα σάκχαρο (πεντόζη), δομικό στοιχείο του νουκλεοτιδίου. Βλ. αδενοσίνη, -ίδιο. ΣΥΝ. νουκλεοζίτης [< αγγλ. nucleoside, 1911, γαλλ. nucléoside, 1907]
34254νουκλεόσωμανου-κλε-ό-σω-μα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. σφαιροειδές σωματίδιο που σχηματίζεται από συμπλέγματα ιστόνης και DNA και αποτελεί τη βασική μονάδα οργάνωσης της χρωματίνης. [< αγγλ. nucleosome, 1962, γαλλ. nucléosome, 1938]
34255νουκλεοτιδικός, ή, ό νου-κλε-ο-τι-δι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με το νουκλεοτίδιο: ~ή: αλληλουχία. Βλ. πολυ~. [< αγγλ. nucleotidic, γαλλ. nucléotidique]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.