| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 34256 | νουκλεοτίδιο | νου-κλε-ο-τί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΙΟΧ. δομική μονάδα των νουκλεϊκών οξέων (DNA και RNA), που συμμετέχει στους μηχανισμούς αποθήκευσης, αντιγραφής και μεταγραφής γενετικών πληροφοριών, με βάση τις οποίες γίνεται η βιοσύνθεση των πρωτεϊνών. Βλ. -ίδιο, νουκλεοσίδιο, πολυ~. [< αγγλ. nucleotide, 1908, γαλλ. nucléotide, 1951] | |
| 34257 | νουκλίδιο | νου-κλί-δι-ο ουσ. (ουδ.) & νουκλεΐδιο: ΦΥΣ. ΠΥΡ. είδος ατόμου που χαρακτηρίζεται από τη σύνθεση του πυρήνα του (τον αριθμό πρωτονίων και νετρονίων) και από την ενέργειά του. Βλ. -ίδιο, ισότοπο, ραδιο~. [< αγγλ. nuclide, 1947, γαλλ. nucl(é)ide, 1968] | |
| 34258 | νούλα | νού-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. (μτφ., για πρόσ.) μηδενικό: Ο τύπος είναι μια ~ (= τιποτένιος) και τίποτα περισσότερο! 2. (για άκαρπη ή αποτυχημένη προσπάθεια) τίποτα: ~ κι από εκεί! Πβ. τζίφος. 3. (σπάν.) μηδέν. 4. (στο σκάκι) ισοπαλία. [< μεσν. νούλα < ιταλ. nulla] | |
| 34259 | νούμερο | νού-με-ρο ουσ. (ουδ.) (συντομ. Νο, σημ. 1,2) (προφ.) 1. αριθμός: τυχαίο ~. Το μαγικό/τυχερό ~ του λαχείου. Περίπτωση ~ ένα/δύο. Παίκτης (με τη φανέλα) με το ~ ... Σε ποιο ~ (ενν. της οδού) μένει; Καλέσατε/πήρατε λάθος ~ (ενν. τηλεφώνου)! Ανέβηκε στο ~ δέκα της παγκόσμιας κατάταξης. Ποντάρω/στοιχηματίζω στο ~ τρία. Τι λένε τα ~α (= οι στατιστικές); Εκπομπή που κάνει/χτυπάει ~α (ενν. τηλεθέασης, έχει υψηλή θεαματικότητα). Βλ. numerus clausus. 2. μέγεθος (που δηλώνεται με αριθμό ή γράμμα): μακαρόνια/ταψί ~ ... ~ παπουτσιών. -Τι ~ μπλούζα/παντελόνι/πουκάμισο/σακάκι φοράει; 3. αυτοτελής σκηνή καλλιτεχνικού προγράμματος· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος ρόλος: ακροβατικό/απολαυστικό/θεαματικό/μουσικό/σατιρικό/χορευτικό ~. Επιθεωρησιακά ~α. Έκανε/εκτέλεσε/έπαιξε άψογα το ~ό του. 4. (προφ.) πρόσωπο που γελοιοποιείται με τη συμπεριφορά του: Είναι μεγάλο ~ (πβ. καραγκιόζης, ψώνιο)! Βγήκε στα κανάλια και έγινε ~ (= ρεζίλι). ● Υποκ.: νουμεράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: στρογγυλό νούμερο/στρογγυλός αριθμός: ακέραιος αριθμός ή αυτός που τελειώνει σε ένα ή περισσότερα μηδενικά., γερμανικό (νούμερο) βλ. γερμανικός, μαγικό νούμερο βλ. μαγικός, πενταψήφια νούμερα/αριθμοί κλήσεων/τηλέφωνα, βλ. πενταψήφιος, σπασμένα νούμερα βλ. σπασμένος, τριψήφιος αριθμός/τριψήφιο νούμερο βλ. αριθμός ● ΦΡ.: (το) νούμερο ένα (No 1), για να δηλωθεί ότι 1. κάτι βρίσκεται στην κορυφή (των προτιμήσεων): οι ~ ~ ταξιδιωτικοί προορισμοί. Τραγούδι που είναι στο ~ ~ των τσαρτ. 2. κάποιος είναι πρώτος στην ιεραρχία: Είναι το ~ ~ στην εταιρεία. [< αγγλ. the number one] , αρχίζει τα νούμερα/κάνει νούμερα (μτφ.-προφ.) 1. έχει ιδιότροπη συμπεριφορά: Μη μου κάνεις ~ (= κόλπα, κόνξες, σκέρτσα, τσαλίμια)! 2. παρουσιάζει προβλήματα (στη λειτουργία του): Ο υπολογιστής μου άρχισε τα ~!, γίνομαι θέατρο/(δημόσιο) θέαμα/τσίρκο/νούμερο βλ. γίνομαι [< μεσν. νούμερον, ιταλ. numero] | |
| 34260 | νουμερολογία | νου-με-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): αριθμολογία. Βλ. -λογία. | |
| 34261 | νουμηνία | νου-μη-νί-α ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝ. η αρχή του νέου σεληνιακού μήνα, Νέα Σελήνη. [< αρχ. νουμηνία] | |
| 34262 | νουμπάς | νου-μπάς ουσ. (αρσ.) & νιούμπης (νεαν. αργκό): αρχάριος στη χρήση υπολογιστών και ιδ. του διαδικτύου. Βλ. -άς. [< αγγλ. noob, 2005, αμερικ. newbie, 1995] | |
| 34263 | νουνεχής | , ής, ές νου-νε-χής επίθ. {νουνεχ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): συνετός, μυαλωμένος, γνωστικός: Ένας ~ άνθρωπος δεν θα αμφισβητούσε ... ΣΥΝ. εχέφρων, σώφρων [< μτγν. νουνεχής] | |
| 34264 | νουνός, νουνά | βλ. νονός | |
| 34265 | νουντλς | ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος ζυμαρικών σε λεπτές επίπεδες λωρίδες διαφόρων μεγεθών, που παρασκευάζονται από αλεύρι, ρύζι και μερικές φορές αβγό∙ χρησιμοποιούνται κυρ. στην ασιατική κουζίνα: ~ με γαρίδες/λαχανικά. Βλ. φιδές. ΣΥΝ. νούγιες, ρυζομακάρονα [< αγγλ. noodles] | |
| 34266 | νούντσιος | νού-ντσι-ος ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. διπλωματικός εκπρόσωπος του Πάπα σε ξένη χώρα: ο ~ του Βατικανού. Βλ. πρέσβης. [< ιταλ. nunzio] | |
| 34267 | νους | [νοῦς] ουσ. (αρσ.) {νου (λόγ.) νοός | (λόγ.) πληθ. νόες} ΣΥΝ. διάνοια, μυαλό 1. το σύνολο των συνειδητών και ασυνείδητων νοητικών διαδικασιών που σχετίζονται κυρ. με την αντίληψη, τη σκέψη, τη φαντασία, τη μνήμη· το πνεύμα, ο λόγος (δηλ. το λογικό): γέννημα/δημιούργημα/κατασκεύασμα/πλάσμα/προϊόν του νου (πβ. αποκύημα της φαντασίας). Οι δυνάμεις/η εγρήγορση/η καθαρότητα του νου. Έχει δημιουργικό/εύστροφο/οξύ/πρακτικό νου. Πράξη που ξεπερνά τον ανθρώπινο νου (: αδιανόητη, φρικτή). Αποφασίζει/κρίνει με καθαρό νου (= λογικά, ψύχραιμα). Έσβησε από τον νου του τα πάντα (= τα ξέχασε). Έχασε το(ν) νου της/σάλεψε ο ~ του (= τρελάθηκε). Πβ. νοημοσύνη, νόηση. Βλ. ψυχή.|| (ΦΙΛΟΣ.) Ο ~ του Αναξαγόρα/Ηράκλειτου. Φιλοσοφία του νου. 2. (κατ' επέκτ.) πρόσωπο έξυπνο, με ιδιαίτερα ανεπτυγμένη νοητική ικανότητα: φωτισμένος ~ (πβ. ιδιοφυΐα). Μόνο ένας δαιμόνιος/σατανικός ~ θα μπορούσε να σχεδιάσει κάτι τέτοιο! ● ΣΥΜΠΛ.: κοινός νους & (σπάν.) κοινό μυαλό: κοινή λογική., ιθύνων νους βλ. ιθύνων, τετράγωνο μυαλό βλ. μυαλό ● ΦΡ.: βάζω στο(ν)/με τον νου/μυαλό μου κάτι (προφ.): πάει το μυαλό μου σε κάτι, σκέφτομαι, υποψιάζομαι: Δεν ~εις με τον νου σου τι σε περιμένει!, βγάζω κάτι/κάποιον απ' το(ν) νου/το μυαλό/το κεφάλι/τη σκέψη (μου) (προφ.): σταματώ να το(ν) σκέφτομαι, το(ν) ξεχνώ: Μη φοβάσαι, δεν θα ξανασυμβεί, βγάλ' το ~ σου! Δεν μπορεί κανείς να μου (το) βγάλει ~ ότι ...|| Βγάλ' την, επιτέλους, ~ σου!, δεν το βάζει/δεν το χωράει/δεν μπορεί να το χωρέσει ο νους/το μυαλό κάποιου/του ανθρώπου (προφ.): δεν μπορεί να το πιστέψει, είναι αδιανόητο: ~ ~ ο νους/το μυαλό του ανθρώπου αυτό που συνέβη!, έχε τον νου σου & το(ν) νου σου (προφ.): πρόσεχε: ~ ~ μην πάθεις κανένα κακό. Τον νου σου! Θα πέσεις!, έχω στο(ν) νου μου/κατά νου (κάποιον/κάτι) (προφ.) 1. έχω κάποιον ή κάτι στο μυαλό μου, στη σκέψη μου: ~ ~ πολλά πράγματα. Έχε κατά ~ (= έχε υπόψη σου) ότι ... 2. σκοπεύω, προτίθεμαι: Έχει στο(ν) νου του/κατά νου ν' αλλάξει σπίτι. Πβ. έχω κάποιον/κάτι στο μυαλό μου., έχω το(ν) νου/το μυαλό μου σε κάποιον/κάτι (προφ.): με απασχολεί, το(ν) σκέφτομαι (επίμονα): ~ει ~ της συνέχεια στα παιδιά. Το μυαλό του το έχει στο παιχνίδι. Πού είχες ~ σου, όταν σου μιλούσα;|| Έχει αλλού το ~ του (= είναι αφηρημένος)., κοντά στο(ν) νου κι η γνώση (παροιμ.): για κάτι που (θεωρείται ότι) είναι αυτονόητο, που δεν χρειάζεται πολλή σκέψη., λέω με το νου μου (προφ.): σκέφτομαι: 'Είμαι πολύ τυχερός σήμερα!', είπε με το νου του. Πβ. λέω (από) μέσα μου., νους υγιής εν σώματι υγιεί (γνωμ.-λόγ.): δεν νοείται πνευματική υγεία χωρίς σωματική· προκειμένου να τονιστεί η σημασία της σωματικής άσκησης (άθλησης) ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την πνευματική ευεξία. [< λατ. mens sana in corpore sano] , ό,τι βάλει ο νους (του ανθρώπου) (προφ.): ό,τι μπορεί κάποιος να φανταστεί· τα πάντα, πολλά και διάφορα (πράγματα): Στο παζάρι μπορούσες να βρεις ~ ~ σου/του ανθρώπου! Πβ. και του πουλιού το γάλα., ψήλωσε ο νους (κάποιου) (μτφ.-προφ.) 1. έχει υπερβολικές φιλοδοξίες. 2. έχασε τα λογικά του., ανοίγει/διευρύνει το μυαλό/το(ν) νου/τους πνευματικούς ορίζοντες βλ. μυαλό, βάζω κακό με το μυαλό/τον νου μου βλ. κακό, έχει άλλα πράγματα στο μυαλό/στο(ν) νου/στο κεφάλι του βλ. πράγμα, κατεβάζει το κεφάλι/η κούτρα/η γκλάβα/ο νους/το ξερό μου βλ. κατεβάζω, μου έρχεται/μου 'ρχεται/φέρνω (κάποιον ή κάτι) στο μυαλό/στο(ν) νου/στη σκέψη/στη μνήμη βλ. έρχομαι, μου περνά (από το μυαλό/τον νου) βλ. περνώ, μου πήρε το μυαλό/τα μυαλά/το(ν) νου βλ. μυαλό, μου 'χει φύγει το μυαλό/το καφάσι/το κεφάλι/ο νους/το τσερβέλο βλ. μυαλό, πηγαίνει το μυαλό/ο νους μου στο κακό βλ. κακό, σταματά ο νους του ανθρώπου βλ. σταματώ, τρέχει/ταξιδεύει/γυρίζει ο νους/το μυαλό κάποιου βλ. τρέχω, τυπώνω (καλά μέσα) στο μυαλό/στο(ν) νου μου βλ. τυπώνω [< 1: αρχ. νοῦς, γαλλ. esprit, αγγλ. mind, γερμ. Geist 2: γαλλ. esprit] | |
| 34268 | νούφαρο | νού-φα-ρο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποώδες, πολυετές, υδρόβιο φυτό (επιστ. ονομασ. Nymphaea alba) με μεγάλα, στιλπνά, καρδιόσχημα ή ωοειδή φύλλα, που συνήθ. επιπλέουν στην επιφάνεια του νερού, και κίτρινα, λευκά, ροζ ή ρόδινα άνθη σε σχήμα κύπελλου με πολλά πέταλα: λίμνη/σιντριβάνι με ~α. Βλ. λωτός. [< μεσν. νούφαρο < αραβ. nenūfar] | |
| 34269 | νοώ | [νοῶ] νο-ώ ρ. (μτβ.) {νο-είς ..., -ώντας, λόγ. μτχ. νο-ών, -ούσα, -ούν | νό-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, συνήθ. μεσοπαθ.} (λόγ.) & (λαϊκό) νογάω: αντιλαμβάνομαι (με τον νου), σκέφτομαι, καταλαβαίνω. Βλ. επι~, ευ~, μετα~, ομο~, παρα~, προ~, υπο~. ● Μτχ.: νοούμενος , η, ο: που γίνεται αντιληπτός: η γλώσσα ~η ως πράξη επικοινωνίας. Τα κακώς/καλώς ~α συμφέροντα. ΣΥΝ. εννοούμενος || (κυρ. στην Κύπρο) νοουμένου ότι … (= με την έννοια/προϋπόθεση ότι …). ● ΦΡ.: νοείται (λόγ.): γίνεται, είναι νοητό: Με τον όρο μνημείο ~ κάθε στοιχείο του υλικού πολιτισμού.|| Δεν ~/δεν μπορεί να ~ηθεί (= δεν μπορεί να υπάρξει) δημοκρατία χωρίς σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων., ο νοών νοείτω (λόγ.): όποιος είναι σε θέση να καταλάβει (δηλ. έξυπνος, νοήμων), ας καταλάβει: Εγώ είπα ό,τι είχα να πω κι από 'κεί και πέρα ~ ~. ΣΥΝ. ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω, οίκοθεν νοείται (λόγ.): εννοείται, είναι αυτονόητο: ~ ~ ότι θα καταβάλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια. Πβ. εξυπακούεται. ● βλ. νοούμενο [< αρχ. νοῶ] | |
| 34270 | ΝΠΔΔ | (το): Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου. | |
| 34271 | ΝΠΙΔ | (το): Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου. | |
| 34272 | ΝΣΚ | (το): Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. | |
| 34273 | ντα | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ντα ντα & νταντά: ξυλιές: Θα σε κάνω ~ (: θα σε δείρω, θα σου τις βρέξω, θα φας ξύλο)! [< λ. νηπιακή] | |
| 34274 | νταβάνι | βλ. ταβάνι | |
| 34275 | νταβανόπροκα | βλ. ταβανόπροκα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ