Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [34940-34960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
34276ντάβανοςβλ. τάβανος
34277νταβαντούριντα-βα-ντού-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.): φασαρία που προκαλείται από πολλούς ανθρώπους σε ευχάριστη ή δυσάρεστη περίσταση: Έγινε μεγάλο ~ (π.χ. σε γιορτή ή με τη σημ. επεισοδίων, καβγάδων, συμπλοκών)! Πολύ ~ για το τίποτα (= αναστάτωση)! Πβ. βοή, θόρυβος, οχλαγωγία, τζερτζελές. ΣΥΝ. ντόρος, πατιρντί, σαματάς [< τουρκ. tevatür]
34278νταβάς1ντα-βάς ουσ. (αρσ.) & ταβάς (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό): στρογγυλό ταψί, συνήθ. ρηχό. Πβ. σινί. [< τουρκ. tava]
34279νταβάς2ντα-βάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): νταβατζής.
34280νταβατζήςντα-βα-τζής ουσ. (αρσ.) {νταβατζήδες} & νταβαντζής (λαϊκό) 1. προαγωγός. Βλ. νονός. ΣΥΝ. νταβάς2 2. (μτφ.) πρόσωπο που εμφανίζεται ως προστάτης (σε κάποιον χώρο), αντλώντας προσωπικό όφελος. Πβ. πάτρωνας. [< μεσν. νταβατζής 'ενάγων' < τουρκ. davacι]
34281νταβατζίδικος, η, ο ντα-βα-τζί-δι-κος επίθ. (λαϊκό): που σχετίζεται με τον νταβατζή. Βλ. -τζίδικος.
34282νταβατζιλίκιντα-βα-τζι-λί-κι ουσ. (ουδ.) & νταβαντζιλίκι (λαϊκό): οι δραστηριότητες, η συμπεριφορά του νταβατζή· κατ' επέκτ. κάθε μορφής προστασία που παρέχεται από ισχυρούς σε αδύναμους, με οικονομικά οφέλη για τους πρώτους: Πουλάει ~. Πβ. μαγκιά, νταηλίκι.|| Πληρώνουμε ~. Βλ. -ιλίκι.
34283νταβούλιβλ. νταούλι
34284νταβραντισμένος, η, ο ντα-βρα-ντι-σμέ-νος επίθ. (προφ., συνήθ. για άνδρα): στιβαρός, ακμαίος και με έντονες (γενετήσιες) ορμές. Πβ. βαρβάτος.
34285ντάγκα ντούγκα& ντάγκα ντάγκα βλ. ντάπα ντούπα
34286νταγλαράς

[νταγλαρᾶς] ντα-γλα-ράς ουσ. (αρσ.) {νταγλαράδες} & νταγκλαράς (λαϊκό): άνδρας ψηλός, εύσωμος και συνήθ. άχαρος. Πβ. κρεμανταλάς, ντερέκι. Βλ. -άς. [< τουρκ. dağlar 'βουνά']

34287νταηλίκιντα-η-λί-κι ουσ. (ουδ.) & νταϊλίκι (λαϊκό): μαγκιά, ψευτοπαλικαριά, τσαμπουκάς: Πουλά ~. Άσε τα ~ια! Πβ. ζοριλίκι, κουτσαβακ-, παλικαρ-, τραμπουκ-ισμός. Βλ. -λίκι. [< τουρκ. dayilik]
34288νταήςντα-ής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): μάγκας, ψευτοπαλικαράς, τσαμπουκαλής: ο ~ της γειτονιάς/του σχολείου. (Μας) κάνει (= παριστάνει) τον ~ή (πβ. ψευτο~). Πβ. κουτσαβάκης. [< τουρκ. dayi]
34289ντάιαλ απντά-ι-αλ απ επίθ. {άκλ.} (προφ.): ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. (για επικοινωνία μέσω του διαδικτύου) που περιλαμβάνει τη χρήση μόντεμ και τηλεφωνικής γραμμής. Βλ. ευρυζωνικός.|| (ως ουσ.) Χρήστες που έχουν ~. Βλ. έι ντι ες ελ. [< αμερικ. dial-up, 1960]
34290νταϊρέςντα-ϊ-ρές ουσ. (αρσ.): ΜΟΥΣ. (κυρ. στη λαϊκή μουσική) κρουστό όργανο μεγάλου μεγέθους, με επιφάνεια από δέρμα κατσίκας, προβάτου ή λαγού και κυλινδρικό σκελετό με μικρά κύμβαλα ή πολύχρωμες κορδέλες, το οποίο κρατιέται με το ένα χέρι και χτυπιέται με το άλλο. Πβ. ντέφι. Βλ. -ές, νταούλι. [< τουρκ. daire]
34291ντάκα ντούκαβλ. ντάπα ντούπα
34292ντακάποντα-κά-πο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ντα κάπο: ΜΟΥΣ. ένδειξη για επανάληψη από την αρχή τμήματος ή του συνόλου μιας μουσικής σύνθεσης. [< ιταλ. da capo]
35428Ντάκος

ξι-νο-μυ-ζή-θρα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παραδοσιακό τυρί που φτιάχνεται αναμειγνύοντας τυρόγαλο και ξινόγαλο και χρησιμοποιείται είτε για την παρασκευή εδεσμάτων ή γλυκισμάτων είτε ως επιτραπέζιο: κρητική ~. Καλτσούνια/ντάκος με ~. Πβ. πηχτόγαλα. Βλ. ξινοτύρι.

34293ντάκοςντά-κος ουσ. (αρσ.) 1. ΜΑΓΕΙΡ. μεγάλο στρογγυλό παξιμάδι, συνήθ. κριθαρένιο, στο οποίο, αφού βραχεί με λίγο νερό, απλώνεται τριμμένη ντομάτα, φέτα ή μυζήθρα, λάδι και ρίγανη: κρητικός ~. Πβ. κουκουβάγια. 2. παξιμάδι. ● Υποκ.: ντακάκι (το)
34294ντακόταντα-κό-τα ουσ. (θηλ.) 1. (παλαιότ.) τύπος δικινητήριου ελικοφόρου μεταγωγικού αεροσκάφους. 2. (στρατ. αργκό-μειωτ.) στρατιώτης που δεν είναι μάχιμος ή δείχνει νωθρότητα στις κινήσεις του. Πβ. γιωτάς. [< 1: αμερικ. Dakota]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.