| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 34295 | ντάλα | ντά-λα επίρρ. (λαϊκό): ακριβώς, στο αποκορύφωμα: Οδηγούσα με τον ήλιο ~ (= κατακούτελα).|| (ως ουσ.) (Μέσα) στη ~ του Ιουλίου (: στη ζέστη). Συνήθ. στις ● ΦΡ.: ντάλα καλοκαίρι: (μες στο) κατακαλόκαιρο, στον καύσωνα του καλοκαιριού., ντάλα μεσημέρι: (μες στο) καταμεσήμερο. [< τουρκ. dal] | |
| 34296 | νταλαβέρι | βλ. νταραβέρι | |
| 34297 | νταλαβερίζομαι | βλ. νταραβερίζομαι | |
| 34298 | ντάλια | ντά-λια ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες καλλωπιστικό φυτό (γένος Dahlia), πολυετές και κονδυλώδες, με εντυπωσιακά άνθη ποικίλων χρωμάτων και σχημάτων που έχουν πέταλα ελαφρώς ή έντονα διπλωμένα ή σχεδόν μυτερά· συνεκδ. το άνθος του: λευκές/κίτρινες/κόκκινες/ροζ ~ιες. Βλ. ανεμώνη, νούφαρο, παιωνία. [< γαλλ.-αγγλ. dahlia, σουηδικό ανθρ. A. Dahl]] | |
| 34299 | νταλίκα | ντα-λί-κα ουσ. (θηλ.): φορτηγό με ρυμουλκούμενο όχημα για μεταφορά μεγάλων φορτίων· αρθρωτό λεωφορείο: διπλή/τριαξονική ~. Πβ. επικαθήμενο, ημιρυμουλκούμενο. Βλ. τρέιλερ. [< σλαβ. talika] | |
| 34300 | νταλικέρης | ντα-λι-κέ-ρης ουσ. (αρσ.) {νταλικέρηδες | σπάν. θηλ. νταλικέρισσα} & νταλικιέρης: οδηγός νταλίκας. Πβ. φορτηγατζής.|| (μτφ.) Βρίζει σαν ~. | |
| 34301 | νταλκάς | νταλ-κάς ουσ. (αρσ.) {νταλκ-άδες} & νταλγκάς (λαϊκό): πόθος, λαχτάρα, καημός, συνήθ. ερωτικός: βαρύς ~. Έχει μεγάλο ~ά. ~άδες και σεκλέτια. Πβ. μαράζι, μεράκι, σεβντάς. ΣΥΝ. ντέρτι [< τουρκ. dalga] | |
| 34302 | ντάμα1 | ντά-μα ουσ. (θηλ.) 1. γυναίκα που συνοδεύεται από άνδρα σε χορό ή άλλη κοινωνική εκδήλωση. Βλ. καβαλιέρος, παρτενέρ. 2. (στην τράπουλα) γυναικεία φιγούρα βασίλισσας· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο τραπουλόχαρτο: ~ καρό/κούπα/μπαστούνι/σπαθί. Βλ. βαλές, ρήγας. ΣΥΝ. βασίλισσα (5) [< μεσν. ντάμα, ιταλ. dama, γαλλ. dame] | |
| 34303 | ντάμα2 | ντά-μα ουσ. (θηλ.): επιτραπέζιο (ή ηλεκτρονικό) παιχνίδι στρατηγικής για δύο παίκτες, το οποίο παίζεται με πούλια πάνω σε σκακιέρα και στο οποίο νικητής αναδεικνύεται ο παίκτης που θα βγάλει από το παιχνίδι όλα τα αντίπαλα πούλια ή που θα τα παγιδέψει, ώστε να μην μπορούν να κινηθούν· συνεκδ. το αντίστοιχο πούλι, όταν βρεθεί στην αντίπαλη πρώτη σειρά του πίνακα. [< ιταλ. dama] | |
| 34304 | νταμάρι | ντα-μά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. λατομείο· κατ' επέκτ. πετρώδης περιοχή. 2. (μτφ., για άνδρα) σωματώδης, μυώδης ή μειωτ. χαζός, αναίσθητος. Βλ. τούβλο. [< τουρκ. damar] | |
| 34305 | νταμιτζάνα | ντα-μι-τζά-να ουσ. (θηλ.) & νταμιντζάνα & νταμιζάνα (λαϊκό): πολύ μεγάλη γυάλινη φιάλη για υγρά, με ψάθινο ή πλαστικό περίβλημα: μια ~ κρασί/λάδι/τσίπουρο. Βλ. μπουκάλα. [< ιταλ. damigiana < γαλλ. dame-jeanne] | |
| 34306 | νταμπ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. είδος μουσικής που προήλθε από τη ρέγκε τη δεκαετία του 1970, περιλαμβάνει ρεμίξ κομματιών, συνήθ. σε ορχηστρική μορφή, και έχει κυρίαρχα στοιχεία το μπάσο και τα ηχητικά εφέ. [< αμερικ. dub, 1974] | |
| 34307 | ντάμπα ντούμπα | & ντάμπα ντάμπα βλ. ντάπα ντούπα | |
| 34308 | ντάμπινγκ1 | ντά-μπινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΝ. μέθοδος αθέμιτου ανταγωνισμού, η οποία συνίσταται στην πώληση αγαθών σε ξένες αγορές σε τιμές χαμηλότερες από εκείνες που ισχύουν στις χώρες εξαγωγής τους ή στη διεθνή αγορά, με σκοπό τον εκτοπισμό των εγχώριων προϊόντων ή των άλλων ανταγωνιστριών χωρών: περιθώριο ~ (: το ποσό με το οποίο η κανονική αξία υπερβαίνει την τιμή εξαγωγής). Βλ. αντι~. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικό ντάμπινγκ: πρακτική μιας χώρας, συνήθ. αναπτυσσόμενης, να παράγει και να πωλεί προϊόντα σε χαμηλές τιμές, εκμεταλλευόμενη το φθηνό κόστος εργασίας (φθηνά εργατικά χέρια). [< αγγλ. social dumping, γαλλ. dumping social, 1989] , περιβαλλοντικό/οικολογικό ντάμπινγκ: μείωση του κόστους παραγωγής ενός προϊόντος σε βάρος του περιβάλλοντος. [< αγγλ. environmental/eco(logical) dumping] , σύνδρομο ντάμπινγκ: ΙΑΤΡ. επιπλοκή η οποία εκδηλώνεται με ναυτία, εφίδρωση, ταχυπαλμία, αίσθημα λιποθυμίας και διάρροια, ύστερα από την κατανάλωση συμπυκνωμένων γλυκών ή λιπαρών τροφών ή την ταυτόχρονη λήψη τροφής και υγρών και ενδέχεται να παρουσιαστεί έπειτα από μερική γαστρεκτομή. [< αγγλ. dumping syndrome, 1970] , φορολογικό ντάμπινγκ: επιβολή από μια χώρα ευνοϊκής φορολογίας, με σκοπό την προσέλκυση επενδύσεων. Βλ. φορολογικός παράδεισος. [< αγγλ. fiscal dumping] [< αγγλ. dumping, γαλλ. ~, περ. 1900] | |
| 34309 | ντάμπινγκ2 | ντά-μπινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΗΛΕΟΡ.-ΚΙΝΗΜ. προσθήκη, εγγραφή ηχητικών ή/και οπτικών δεδομένων (π.χ. ειδικών εφέ, νέων λήψεων ή μεταγλώττισης) σε ήδη υπάρχον πρόγραμμα ήχου ή/και εικόνας, που αποτελεί το τελευταίο στάδιο του μοντάζ. [< αγγλ. dubbing, 1929] | |
| 34310 | νταμπλ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. κατάκτηση από μια ομάδα του πρωταθλήματος και του κυπέλλου κατά την ίδια αγωνιστική περίοδο. Βλ. τρεμπλ, τριπλ κράουν. ● ΣΥΜΠΛ.: νταμπλ σκορ βλ. σκορ [< αγγλ. double] | |
| 34314 | νταμπλ-τιμ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) μαρκάρισμα από δύο παίκτες σε έναν αντίπαλο. [< αμερικ. double-team] | |
| 34311 | νταμπλάς | βλ. ταμπλάς1 | |
| 34312 | ντάμπλινγκς | ντά-μπλινγκς ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. μικρά μπαλάκια ζύμης, συνήθ. με γέμιση, που μαγειρεύονται βραστά ή στον ατμό, αλλά και ψητά ή τηγανητά και συχνά συνοδεύουν κύρια πιάτα: κινέζικα ~. ~ με κιμά/λαχανικά. Βλ. σπρινγκ ρολς. [< αγγλ. dumplings] | |
| 34313 | νταμπλούχος | [νταμπλοῦχος] ντα-μπλού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (στην αθλητική αργκό): ομάδα που έχει κατακτήσει το νταμπλ: ~ στο μπάσκετ/ποδόσφαιρο. Βλ. κυπελλούχος, -ούχος1. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ