Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [3480-3500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2533άμελξη[ἄμελξη] ά-μελ-ξη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): άρμεγμα: μηχανική ~. Εγκαταστάσεις αυτόματης ~ης. [< αρχ. ἄμελξις]
2534αμελώ[ἀμελῶ] α-με-λώ ρ. (μτβ.) {-είς ... | αμέλ-ησα, -είται, -ήθηκε} (λόγ.): (+ αιτ./να) δείχνω αμέλεια, παραμελώ ή ξεχνώ κάτι: ~ την εξωτερική μου εμφάνιση (ΑΝΤ. επιμελούμαι, φροντίζω). ~εί τα καθήκοντα/τις υποχρεώσεις του. ~ησε (= δεν φρόντισε) να ανανεώσει τη συνδρομή του. ~ήθηκαν σημαντικά ζητήματα στη συζήτηση (πβ. παραλείπω). Πβ. αδιαφορώ, ολιγωρώ. ΑΝΤ. ενδιαφέρομαι, θυμάμαι [< αρχ. ἀμελῶ]
2535άμεμπτος, η, ο [ἄμεμπτος] ά-με-μπτος επίθ. (λόγ.): που δεν μπορεί να τον κατηγορήσει κανείς για κάτι, τέλειος, σωστός: ~η: διαγωγή/συμπεριφορά. Ξεχώρισε για το ~ο ήθος και τον ακέραιο χαρακτήρα του. Πβ. ανεπίληπτος, αψεγάδιαστος, άψογος. ΑΝΤ. αξιοκατάκριτος, αξιόμεμπτος, επιλήψιμος, επίμεμπτος, μεμπτός ● επίρρ.: άμεμπτα & (λόγ.) αμέμπτως ● ΣΥΜΠΛ.: αμέμπτου ηθικής (λόγ.): ηθικά άψογος: Πρόσωπο ~ ~ και υπεράνω (πάσης) υποψίας.|| (ειρων.) Ευυπόληπτοι θαμώνες ~ ~. [< αρχ. ἄμεμπτος, γαλλ. irréprochable]
2537αμερικανάκι[ἀμερικανάκι] α-με-ρι-κα-νά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (κυρ. παλαιότ.-μειωτ.) για άτομο που ξεγελιέται εύκολα, αφελής, εύπιστος. 2. (με κεφαλ. το αρχικό Α-προφ.) αμερικανόπουλο ή (ειρων.) Αμερικάνος.
2538αμερικανικός, ή, ό [ἀμερικανικός] α-με-ρι-κα-νι-κός επίθ. & (προφ.) αμερικάνικος 1. που σχετίζεται με τις ΗΠΑ ή/και τους Αμερικανούς. Βλ. αντι~, ευρω~, παν~. 2. που αναφέρεται στην Αμερική ως ήπειρο: ~ά: κράτη. Βλ. λατινο~. ● Ουσ.: Αμερικανικά (τα) & (επίσ.) Αμερικανική (η): η Αγγλική που μιλιέται στις ΗΠΑ· αλλιώς αμερικανικά αγγλικά (σε αντιδιαστολή προς τα βρετανικά αγγλικά). [< αγγλ. American English] ● ΣΥΜΠΛ.: αμερικανικό όνειρο: το κοινωνικό πρότυπο μιας άνετης και επιτυχημένης ζωής μέσα σε ένα περιβάλλον ίσων ευκαιριών και ελευθερίας. [< αμερικ. Αmerican dream, 1931] , αμερικανικό πλάνο βλ. πλάνο [< γαλλ. américain]
2539αμερικανισμός[ἀμερικανισμός] α-με-ρι-κα-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. θαυμασμός, μίμηση των συνηθειών και του τρόπου ζωής των Αμερικανών. Βλ. αντι~, εξ~. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (σπάν.) ιδιαίτερο γνώρισμα, ιδιωματισμός της αμερικανικής Αγγλικής (ιδ. σε αντιδιαστολή με την Αγγλική της Μ. Βρετανίας). Βλ. αγγλισμός, -ισμός. [< 1: γαλλ. américanisme 2: πβ. γαλλ. ~, περ. 1970]
2540αμερικανόδουλος, η, ο [ἀμερικανόδουλος] α-με-ρι-κα-νό-δου-λος επίθ. (συνήθ. για πολιτικό ή πολιτική): που ακολουθεί πιστά και δουλικά την αμερικανική πολιτική και εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ΗΠΑ, συνήθ. σε βάρος της χώρας του.
2541αμερικανοκρατία[ἀμερικανοκρατία] α-με-ρι-κα-νο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α): οικονομική, πολιτική και πολιτιστική επιβολή και κυριαρχία των ΗΠΑ σε άλλη χώρα. Βλ. -κρατία.
2542αμερικανόπνευστος, η, ο [ἀμερικανόπνευστος] α-με-ρι-κα-νό-πνευ-στος επίθ. (μειωτ.): ΠΟΛΙΤ. που εμπνέεται ή προέρχεται από την κυβέρνηση των ΗΠΑ: ~ο: σχέδιο.
2543αμερικανοποίηση[ἀμερικανοποίηση] α-με-ρι-κα-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): διαδικασία απόκτησης αμερικανικών στοιχείων ή γνωρισμάτων, προσαρμογή στα αμερικανικά πρότυπα και το αντίστοιχο αποτέλεσμα: ~ της πολιτικής. Παγκοσμιοποίηση και ~. Πβ. εξαμερικανισμός. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. Americanization]
2544αμερικανόπουλο[ἀμερικανόπουλο] α-με-ρι-κα-νό-που-λο ουσ. (ουδ.): παιδί ή νεαρό άτομο που είναι κάτοικος ή υπήκοος των ΗΠΑ ή απόγονος μεταναστών στις ΗΠΑ. Βλ. -όπουλο. ΣΥΝ. αμερικανάκι (2)
2545Αμερικανός, Αμερικανίδα[Ἀμερικανός] Α-με-ρι-κα-νός επίθ./ουσ. & (προφ.) Αμερικάνος, Αμερικάνα 1. πρόσωπο που έχει γεννηθεί στις ΗΠΑ ή κατάγεται από αυτές ή έχει αποκτήσει την αμερικανική υπηκοότητα: αυτόχθονες (: Ινδιάνοι)/λευκοί/μαύροι (βλ. Αφρο~) ~οί. Βλ. αμερικανάκι, γιάνκης.|| (ως επίθ.) ~ός: γερουσιαστής. ~ίδα: ηθοποιός. 2. (συνεκδ., συνήθ. Αμερικάνος) Έλληνας που έχει εγκατασταθεί μόνιμα στις ΗΠΑ ή έχει επιστρέψει από εκεί ή είναι γόνος Ελλήνων μεταναστών στις ΗΠΑ. Πβ. Ελληνο~. ● Υποκ.: Αμερικανιδούλα (η) (προφ.): νεαρή Αμερικανίδα (συνήθ. τουρίστρια). [< γαλλ. Américain, -aine]
2546αμερικανοτραφής, ής, ές βλ. -τραφής
2547αμερικανόφερτος, η, ο [ἀμερικανόφερτος] α-με-ρι-κα-νό-φερ-τος επίθ.: (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) που έχει αμερικανική προέλευση ή βασίζεται σε αμερικανικά πρότυπα: ~η: κουλτούρα/μόδα. ~ες: συνήθειες. Βλ. ξενόφερτος.
2548αμερικανόφιλος, η, ο [ἀμερικανόφιλος] α-με-ρι-κα-νό-φι-λος επίθ.: που υποστηρίζει ή ευνοεί το πολιτικό σύστημα και τα συμφέροντα των ΗΠΑ: ~η: εξωτερική πολιτική. ~ο: κράτος.|| (ως ουσ.) Ένθερμοι ~οι. Βλ. -φιλος. ΑΝΤ. αντιαμερικανικός
2549Αμερική[Ἀμερική] Α-με-ρι-κή ουσ. (θηλ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: ανακαλύπτω την Αμερική/τον τροχό/την πυρίτιδα βλ. ανακαλύπτω [< γαλλ. Amérique]
2550αμερίκιο[ἀμερίκιο] α-με-ρί-κι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. τεχνητά παραγόμενο ραδιενεργό μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Am, Ζ 95) με ασημί χρώμα. Βλ. πλουτώνιο, υπερουράνια στοιχεία. [< αγγλ. americium, 1946, γαλλ. americium, 1950 < νεολατ. America + -ium, κατά το europium]
2551αμεριμνησία[ἀμεριμνησία] α-με-ρι-μνη-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα ή η κατάσταση του αμέριμνου: η ~ των διακοπών/της παιδικής ηλικίας. Άγνοια/αθωότητα/μακαριότητα και ~. ΣΥΝ. ανεμελιά, ξενοιασιά ΑΝΤ. έγνοια, μέριμνα
2552αμέριμνος, η, ο [ἀμέριμνος] α-μέ-ρι-μνος επίθ.: που δεν τον απασχολούν φροντίδες, ευθύνες, υποχρεώσεις: ~η: ζωή. ~ο: παιδί. ~α: χρόνια. Κάθεται/κοιμάται/περπατούσε ~. Αδιάφοροι, απαθείς και ~οι θεατές της καθημερινότητας. ΣΥΝ. ανέμελος, ξένοιαστος ΑΝΤ. περίφροντις ● επίρρ.: αμέριμνα [< μτγν. ἀμέριμνος]
2553αμέριστος, η, ο [ἀμέριστος] α-μέ-ρι-στος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που εκδηλώνεται ή εκφράζεται πλήρως και έντονα: ~ος: θαυμασμός/σεβασμός. ~η: αγάπη/βοήθεια/εκτίμηση/εμπιστοσύνη/προσοχή/συμπάθεια/υποστήριξη (= απόλυτη). ~ο: ενδιαφέρον (: αδιάπτωτο, αμείωτο). Έχει την ~η (= πλήρη) συμπαράστασή μου. ● επίρρ.: αμέριστα: Αναλαμβάνω ~ (= εξ ολοκλήρου) τις ευθύνες των πράξεών μου. [< αρχ. ἀμέριστος ‘αδιαίρετος’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.