| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2542 | αμερικανόπνευστος | , η, ο [ἀμερικανόπνευστος] α-με-ρι-κα-νό-πνευ-στος επίθ. (μειωτ.): ΠΟΛΙΤ. που εμπνέεται ή προέρχεται από την κυβέρνηση των ΗΠΑ: ~ο: σχέδιο. | |
| 2543 | αμερικανοποίηση | [ἀμερικανοποίηση] α-με-ρι-κα-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): διαδικασία απόκτησης αμερικανικών στοιχείων ή γνωρισμάτων, προσαρμογή στα αμερικανικά πρότυπα και το αντίστοιχο αποτέλεσμα: ~ της πολιτικής. Παγκοσμιοποίηση και ~. Πβ. εξαμερικανισμός. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. Americanization] | |
| 2544 | αμερικανόπουλο | [ἀμερικανόπουλο] α-με-ρι-κα-νό-που-λο ουσ. (ουδ.): παιδί ή νεαρό άτομο που είναι κάτοικος ή υπήκοος των ΗΠΑ ή απόγονος μεταναστών στις ΗΠΑ. Βλ. -όπουλο. ΣΥΝ. αμερικανάκι (2) | |
| 2545 | Αμερικανός, Αμερικανίδα | [Ἀμερικανός] Α-με-ρι-κα-νός επίθ./ουσ. & (προφ.) Αμερικάνος, Αμερικάνα 1. πρόσωπο που έχει γεννηθεί στις ΗΠΑ ή κατάγεται από αυτές ή έχει αποκτήσει την αμερικανική υπηκοότητα: αυτόχθονες (: Ινδιάνοι)/λευκοί/μαύροι (βλ. Αφρο~) ~οί. Βλ. αμερικανάκι, γιάνκης.|| (ως επίθ.) ~ός: γερουσιαστής. ~ίδα: ηθοποιός. 2. (συνεκδ., συνήθ. Αμερικάνος) Έλληνας που έχει εγκατασταθεί μόνιμα στις ΗΠΑ ή έχει επιστρέψει από εκεί ή είναι γόνος Ελλήνων μεταναστών στις ΗΠΑ. Πβ. Ελληνο~. ● Υποκ.: Αμερικανιδούλα (η) (προφ.): νεαρή Αμερικανίδα (συνήθ. τουρίστρια). [< γαλλ. Américain, -aine] | |
| 2546 | αμερικανοτραφής | , ής, ές βλ. -τραφής | |
| 2547 | αμερικανόφερτος | , η, ο [ἀμερικανόφερτος] α-με-ρι-κα-νό-φερ-τος επίθ.: (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) που έχει αμερικανική προέλευση ή βασίζεται σε αμερικανικά πρότυπα: ~η: κουλτούρα/μόδα. ~ες: συνήθειες. Βλ. ξενόφερτος. | |
| 2548 | αμερικανόφιλος | , η, ο [ἀμερικανόφιλος] α-με-ρι-κα-νό-φι-λος επίθ.: που υποστηρίζει ή ευνοεί το πολιτικό σύστημα και τα συμφέροντα των ΗΠΑ: ~η: εξωτερική πολιτική. ~ο: κράτος.|| (ως ουσ.) Ένθερμοι ~οι. Βλ. -φιλος. ΑΝΤ. αντιαμερικανικός | |
| 2549 | Αμερική | [Ἀμερική] Α-με-ρι-κή ουσ. (θηλ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: ανακαλύπτω την Αμερική/τον τροχό/την πυρίτιδα βλ. ανακαλύπτω [< γαλλ. Amérique] | |
| 2550 | αμερίκιο | [ἀμερίκιο] α-με-ρί-κι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. τεχνητά παραγόμενο ραδιενεργό μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Am, Ζ 95) με ασημί χρώμα. Βλ. πλουτώνιο, υπερουράνια στοιχεία. [< αγγλ. americium, 1946, γαλλ. americium, 1950 < νεολατ. America + -ium, κατά το europium] | |
| 2551 | αμεριμνησία | [ἀμεριμνησία] α-με-ρι-μνη-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα ή η κατάσταση του αμέριμνου: η ~ των διακοπών/της παιδικής ηλικίας. Άγνοια/αθωότητα/μακαριότητα και ~. ΣΥΝ. ανεμελιά, ξενοιασιά ΑΝΤ. έγνοια, μέριμνα | |
| 2552 | αμέριμνος | , η, ο [ἀμέριμνος] α-μέ-ρι-μνος επίθ.: που δεν τον απασχολούν φροντίδες, ευθύνες, υποχρεώσεις: ~η: ζωή. ~ο: παιδί. ~α: χρόνια. Κάθεται/κοιμάται/περπατούσε ~. Αδιάφοροι, απαθείς και ~οι θεατές της καθημερινότητας. ΣΥΝ. ανέμελος, ξένοιαστος ΑΝΤ. περίφροντις ● επίρρ.: αμέριμνα [< μτγν. ἀμέριμνος] | |
| 2553 | αμέριστος | , η, ο [ἀμέριστος] α-μέ-ρι-στος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που εκδηλώνεται ή εκφράζεται πλήρως και έντονα: ~ος: θαυμασμός/σεβασμός. ~η: αγάπη/βοήθεια/εκτίμηση/εμπιστοσύνη/προσοχή/συμπάθεια/υποστήριξη (= απόλυτη). ~ο: ενδιαφέρον (: αδιάπτωτο, αμείωτο). Έχει την ~η (= πλήρη) συμπαράστασή μου. ● επίρρ.: αμέριστα: Αναλαμβάνω ~ (= εξ ολοκλήρου) τις ευθύνες των πράξεών μου. [< αρχ. ἀμέριστος ‘αδιαίρετος’] | |
| 2554 | αμερόληπτος | , η, ο [ἀμερόληπτος] α-με-ρό-λη-πτος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από αμεροληψία, αντικειμενικότητα: ~ος: διαιτητής/κριτής (= αδέκαστος, δίκαιος). ~ο άτομο που δεν χαρίζεται σε κανέναν.|| (κατ' επέκτ. για ενέργεια:) ~η: απόφαση/εκτίμηση/εξέταση/κριτική. ~α: κριτήρια. Πβ. αδιάβλητος. Βλ. υποκειμενικός. ΣΥΝ. απροκατάληπτος ΑΝΤ. μεροληπτικός, προκατειλημμένος ● επίρρ.: αμερόληπτα [< γαλλ. impartial, γερμ. unparteiisch] | |
| 2555 | αμεροληψία | [ἀμεροληψία] α-με-ρο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ανεπηρέαστη και δίκαιη συμπεριφορά προσώπου που κρίνει, χωρίς να παίρνει το μέρος κάποιου: η ~ του ιστορικού. Ασκεί τα καθήκοντά του με πλήρη ~ και ευσυνειδησία. Πβ. αντικειμενικότητα. Βλ. ουδετερότητα. ΑΝΤ. μεροληψία [< γαλλ. impartialité] | |
| 2556 | αμεσοδημοκρατικός | , ή, ό [ἀμεσοδημοκρατικός] α-με-σο-δη-μο-κρα-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με την άμεση δημοκρατία: ~ός: έλεγχος/τρόπος λήψης αποφάσεων. ~ή: συνέλευση. ~ό: κίνημα. | |
| 2557 | άμεσος | , η, ο [ἄμεσος] ά-με-σος επίθ. {αμεσότ-ερος, -ατος} 1. που γίνεται χωρίς μεσολάβηση άλλου ή που συνδέεται απευθείας με κάποιον ή κάτι χρονικά ή χωρικά: ~ος: κληρονόμος/προϊστάμενος. ~η: αναφορά/(ΝΟΜ.) αντιπροσώπευση/απήχηση/εκλογή/εμπειρία/επαφή (με το δέρμα)/επέμβαση (π.χ. της Αστυνομίας, του εισαγγελέα)/επίδραση/επικοινωνία/μετάδοση (= απευθείας)/πρόσβαση/συμμετοχή. ~οι: ενδιαφερόμενοι (= άμεσα). Ήμουν παρών στο συμβάν και έχω ~η (= προσωπική) αντίληψη. Έχει ~η σχέση με τον χώρο/το ζήτημα. ΑΝΤ. έμμεσος (1) 2. που συμβαίνει ή πρέπει να γίνει πολύ γρήγορα, χωρίς καθυστέρηση: ~ος: έλεγχος/ψεκασμός. ~η: ανακούφιση (από τον πόνο)/αναχώρηση (πλοίου, πτήσης)/απάντηση/αποζημίωση (πληγέντων, παραγωγών)/βοήθεια/εκκένωση (κτιρίου)/εφαρμογή (νόμου, προγράμματος, σχεδίου)/προστασία (καλλιέργειας). ~o: αποτέλεσμα. ~ες: επιπτώσεις/επιχορηγήσεις. Είναι ~ και αποτελεσματικός. Ζητείται η ~η κινητοποίηση των Αρχών. ~ και σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια υγεία. ~η χειρουργική επέμβαση/εισαγωγή στο νοσοκομείο (ΣΥΝ. επείγουσα). 3. που αφορά το παρόν ή κοντινό μέλλον: ~οι: σκοποί/στόχοι. ~ες: επιδιώξεις/προθέσεις. ~α: σχέδια (ΣΥΝ. προσεχή. ΑΝΤ. απώτερα). ● επίρρ.: άμεσα 1. με άμεσο τρόπο, απευθείας, χωρίς μεσολάβηση ή παρεμβολή (τρίτου): Νοσήματα που σχετίζονται ~ με το κάπνισμα. ~ ασφαλισμένος (: σε αντιδιαστολή με τον έμμεσα ασφαλισμένο, που έχει λ.χ. ασφάλεια από τους γονείς του).|| Θέματα που μας αφορούν/ενδιαφέρουν ~. ΑΝΤ. έμμεσα 2. (καταχρ.) αμέσως, χωρίς καθυστέρηση, αργοπορία, χρονοτριβή: Νομοσχέδιο που προωθείται ~ από την κυβέρνηση. Απόφαση που βγήκε/λύση που δόθηκε ~. (για διαμέρισμα/κατάστημα που ενοικιάζεται ή πωλείται) ~ διαθέσιμο. ● ΣΥΜΠΛ.: άμεση γνώση: ΦΙΛΟΣ. που αποκτάται, προέρχεται αποκλειστικά από τις αισθήσεις., άμεση δράση 1. (με κεφαλ. τα Α, Δ) & (λόγ.) Άμεσος Δράση: αστυνομική υπηρεσία που αντιμετωπίζει χωρίς καθυστέρηση έκτακτα περιστατικά: Καλώ/τηλεφωνώ/φωνάζω την ~ ~ (= το εκατό). 2. που αποβλέπει στην ταχύτατη επίτευξη ενός στόχου με χρήση των πιο αποτελεσματικών κατά περίπτωση μέσων: Πρέπει να αναλάβουμε ~ ~, να κηρύξουμε απεργία., άμεση δημοκρατία βλ. δημοκρατία, άμεση εκλογή βλ. εκλογή, άμεση παράδοση βλ. παράδοση, άμεση/απευθείας πώληση βλ. πώληση, άμεσο αντικείμενο βλ. αντικείμενο, άμεσο μάρκετινγκ/άμεση διαφήμιση βλ. μάρκετινγκ, έκτακτης/άμεσης/πρώτης ανάγκης βλ. ανάγκη ● ΦΡ.: στο άμεσο μέλλον: στο (πολύ) κοντινό μέλλον, προσεχώς, σύντομα: Δεν προβλέπονται σημαντικές αλλαγές/εξελίξεις ~ ~. ΣΥΝ. στο εγγύς μέλλον ΑΝΤ. στο απώτερο μέλλον, υπάρχει άμεση/μεγάλη/(κατ)επείγουσα ανάγκη βλ. ανάγκη [< αρχ. ἄμεσος, γαλλ. immédiat, γαλλ.-αγγλ. direct] | |
| 2558 | αμεσότητα | [ἀμεσότητα] α-με-σό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (στην επικοινωνία) έλλειψη παρεμβολής, διαμεσολάβησης, ικανότητα προσέγγισης κάποιου με ειλικρίνεια, απλότητα, σαφήνεια και ακρίβεια: εκφραστική ~. ~ του διαδικτύου/της τηλεόρασης. Ζωντάνια/φυσικότητα και ~ της αφήγησης. Γράφει/μιλά με ~ (πβ. ευθύτητα, ντομπροσύνη· ΣΥΝ. χωρίς περιστροφές). ΑΝΤ. εμμεσότητα 2. έλλειψη καθυστέρησης: ~ της αντίδρασης/απάντησης. ~ στην πληροφόρηση. Βελτίωση της ποιότητας και ~ας των παρεχόμενων υπηρεσιών. Βλ. -ότητα. [< μεσν. ἀμεσότης, αγγλ. directness, γερμ. Direktheit] | |
| 2559 | αμέσως | [ἀμέσως] α-μέ-σως επίρρ.: χωρίς καθυστέρηση ή χρονοτριβή: Επιστρέφω ~. Μου απάντησαν ~. Η πωλήτρια με εξυπηρέτησε ~ (= στη στιγμή, στο λεπτό). Πρέπει να βρω ~ λύση (= επειγόντως).|| (εμφατ.) Τώρα ~! Φύγε ~ (= γρήγορα) από εδώ!|| (δηλώνει εμφατ. τη χρονική αλληλουχία) ~ μόλις ενεργοποιηθεί. Τι κάνουμε ~ μετά;|| (ως επιφών. σε θέση κατάφασης· δηλώνει προθυμία του ομιλητή) -Μπορείς να μου το εξηγήσεις πάλι; -~ (= μετά χαράς)! (εμφατ.) ~, έφτασε! Πβ. αμελλητί, ανυπερθέτως, αυθωρεί, αυτοστιγμεί, εν ριπή οφθαλμού, ευθύς, κατευθείαν, μεμιάς, μονομιάς, πάραυτα, παραχρήμα. Βλ. άμεσα. ΑΝΤ. καθυστερημένα ● ΦΡ.: ο αμέσως επόμενος: αυτός που ακολουθεί, χωρίς ενδιάμεση παρεμβολή: ~ ~ στη σειρά κατάταξης. Η ~ ~η χρονιά. Στο ~ ~ο φανάρι, στρίψτε αριστερά., ευθύς αμέσως βλ. ευθύς [< μτγν. ἀμέσως] | |
| 2560 | αμετάβατος | , η, ο [ἀμετάβατος] α-με-τά-βα-τος επίθ. 1. ΓΡΑΜΜ. που σχετίζεται με το αμετάβατο ρήμα: ~η: σύνταξη/χρήση. 2. (σπάν.) που δεν μεταβιβάζεται: ~η: θέση/ιδιότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: αμετάβατο ρήμα: ΓΡΑΜΜ. του οποίου η ενέργεια δεν μεταβαίνει σε αντικείμενο: π.χ. εργάζομαι, κοιμάμαι. ΑΝΤ. μεταβατικό ρήμα [< 1: μτγν. ἀμετάβατος] | |
| 2561 | αμεταβίβαστος | , η/ος, ο [ἀμεταβίβαστος] α-με-τα-βί-βα-στος επίθ.: ΝΟΜ. που δεν έχει ή δεν μπορεί να παραχωρηθεί ή εκχωρηθεί σε κάποιον: ~η: άδεια/επικαρπία. ~ο: επίδομα. ΣΥΝ. ανεκχώρητος ΑΝΤ. μεταβιβάσιμος ● Ουσ.: αμεταβίβαστο (το) 1. ΝΟΜ. η μη δυνατότητα εκχώρησης σε άλλο πρόσωπο: το ~ της αρμοδιότητας/δικαιοδοσίας. 2. (μτφ.-λόγ.) καθετί που δεν μεταβιβάζεται: το ~ της εμπειρίας. ● ΣΥΜΠΛ.: αμεταβίβαστη αξίωση/αμεταβίβαστο δικαίωμα: ΝΟΜ. προσωποπαγές δικαίωμα που δεν μπορεί να μεταβιβάσει σε άλλον ο κάτοχός του: Το ~ ~ της προσωπικότητας. Βλ. επικαρπία. [< γαλλ. intransférable] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ