| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 34315 | νταν1 | επίρρ. (λαϊκό): ακριβώς: Έξι ~ να είσαι στο σπίτι μου. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 34316 | νταν2 | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: βαθμός μαύρης ζώνης στις πολεμικές τέχνες: πρώτο/δεύτερο ~. [< αγγλ. dan, 1941, γαλλ. ~, 1944] | |
| 34317 | ντάνα | ντά-να ουσ. (θηλ.) 1. (λαϊκό) στοίβα. 2. ΝΑΥΤ. σειρά πλοίων, αγκυροβολημένων ή παροπλισμένων, κατά τρόπο ώστε η πλευρά του ενός να είναι δίπλα στην πλευρά του άλλου. [< ιταλ. andana] | |
| 34319 | ντανταϊσμός | ντα-ντα-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.) & νταντά (το): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνικό κίνημα που αναπτύχθηκε στην Ευρώπη μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, άσκησε επίδραση στις εικαστικές τέχνες, την ποίηση, τη λογοτεχνία, το θέατρο και τη γραφιστική και είχε ως βασικά χαρακτηριστικά την απόρριψη κάθε συμβατικότητας, την απόλυτη ελευθερία έκφρασης και τον εσκεμμένο παραλογισμό: ~, υπερρεαλισμός, κονστρουκτιβισμός, κυβισμός, μπάουχαους (: τα καλλιτεχνικά ρεύματα της περιόδου του μεσοπολέμου). [< γαλλ. dadaïsme, 1916] | |
| 34320 | ντανταϊστής | ντα-ντα-ϊ-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του ντανταϊσμού. Βλ. εξπρεσιον-, κονστρουκτιβ-, υπερρεαλ-, φουτουρ-ιστής. [< γαλλ. dadaïste, 1918] | |
| 34321 | ντανταϊστικός | , ή, ό ντα-ντα-ϊ-στι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με τον ντανταϊσμό: ~ό: κίνημα/ποίημα. Βλ. εξπρεσιον-, κονστρουκτιβ-, υπερρεαλ-, φουτουρ-ιστικός. [< γαλλ. dadaïste, 1918] | |
| 34322 | ντάντεμα | ντά-ντε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. φροντίδα, περιποίηση βρέφους ή μικρού παιδιού: ~ του μωρού. 2. (ειρων.) κανάκεμα: Θέλει συνέχεια ~. Μεγάλωσε πια, δεν χρειάζεται ~. | |
| 34323 | νταντεύω | ντα-ντεύ-ω ρ. (μτβ.) {ντάντ-εψα, -έψει, νταντεύ-οντας} (προφ.) 1. (κ. ειρων.) περιποιούμαι, φροντίζω μωρό ή μικρό παιδί: Έχει δυο κουτσούβελα να ~έψει. 2. (ειρων.) παραχαϊδεύω, κανακεύω: Ολόκληρος άντρας και τον ~ουν ακόμα! Πβ. κακομαθαίνω. | |
| 34324 | νταούλι | ντα-ού-λι ουσ. (ουδ.) & νταβούλι: ΜΟΥΣ. παραδοσιακό κρουστό όργανο, που αποτελείται από ξύλινο κύλινδρο ποικίλων διαστάσεων καλυμμένο με δέρμα στα δύο του ανοίγματα και παίζεται κρεμασμένο από τον λαιμό με δύο ξύλα, ένα χοντρό (για τους βαθείς ήχους) στο ένα χέρι και ένα λεπτό (για τους ψιλούς) στο άλλο: ~ και ζουρνάς (βλ. ζυγιά). Βλ. κόπανος, μεμβρανόφωνο, μπεντίρ, νταρμπούκα, ντέφι. ● Υποκ.: νταουλάκι (το) ● ΦΡ.: έγινε νταούλι (μτφ.-λαϊκό): πρήστηκε: Η κοιλιά του ~ ~ (από το πολύ φαΐ). [< μεσν. νταούλι] | |
| 34325 | νταουλτζής | ντα-ουλ-τζής ουσ. (αρσ.) & νταουλιέρης (λαϊκό): μουσικός που παίζει νταούλι. | |
| 34326 | ντάουν1 | ντά-ουν: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: σύνδρομο ντάουν/Down: ΙΑΤΡ. μορφή συγγενούς διαταραχής που προκαλείται από την παρουσία ενός επιπλέον εικοστού πρώτου χρωμοσώματος, με τυπικά γνωρίσματα τη νοητική καθυστέρηση, το κοντό ανάστημα, το επίπεδο και πλατύ πρόσωπο. Βλ. τρισωμία. ΣΥΝ. μογγολισμός (1), μογγολοειδής ιδιωτεία [< αγγλ. Down's syndrome, 1961, αγγλ. ανθρ. J. L. H. Down] | |
| 34327 | ντάουν2 | ντά-ουν: μόνο στη ● ΦΡ.: είμαι (στα) ντάουν (μου) (προφ.): έχω κακή διάθεση, πεσμένη ψυχολογία. Πβ. νιώθω/αισθάνομαι/είμαι κάπως. ΣΥΝ. είμαι στα κάτω μου ΑΝΤ. είμαι στα πάνω μου [< αγγλ. down] | |
| 34328 | νταουνλόουντ | ντα-ουν-λό-ουντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ΠΛΗΡΟΦ. κατέβασμα. | |
| 34329 | ντάπα ντούπα | επιφών. & ντάμπα ντούμπα & ντάγκα ντούγκα & ντάκα ντούκα: για δυνατό και ενοχλητικό, ρυθμικά επαναλαμβανόμενο χτύπο ή θόρυβο, συνήθ. από έντονη μουσική: ~ χτυπούσε η καρδιά του/το σφυρί στον τοίχο.|| (ως ουσ.) Μου πήραν τ' αυτιά τα ~ (απ' τα ηχεία) όλο το βράδυ! [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 34330 | ντάπια | βλ. τάπια | |
| 34331 | ντάρα | βλ. τάρα | |
| 34332 | νταραβέρι | ντα-ρα-βέ-ρι ουσ. (ουδ.) & νταλαβέρι (λαϊκό) 1. δοσοληψία, συναλλαγή, σχέση: επιχειρηματικό ~. Ερωτικό ~ (πβ. δεσμός). Έγινε το ~. Έχει ανοίξει/αρχίσει/ξεκινήσει ~ια με ύποπτες παρέες. Πβ. συναναστροφή. ΣΥΝ. αλισβερίσι 2. {συνήθ. στον πληθ.} διαπληκτισμοί, φασαρίες, καβγάδες: Πολύ φοβάμαι ότι θα 'χουμε ~ια. ● ΦΡ.: έχω παρτίδες/πάρε-δώσε/νταραβέρια βλ. έχω [< τουρκ. dalavere] | |
| 34333 | νταραβερίζομαι | ντα-ρα-βε-ρί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {σπάν. νταραβερίστηκε} & (σπάν.) νταλαβερίζομαι (λαϊκό): έχω οικονομική δοσοληψία ή ερωτική σχέση με κάποιον: ~όταν με τύπους της νύχτας. ΣΥΝ. συναλλάσσομαι.|| ~εται με τον/την ... (= έχει δεσμό· πβ. σχετίζεται). | |
| 34334 | ντάρμα | ντάρ-μα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΘΡΗΣΚ. (στον ινδουισμό και τον βουδισμό) δόγμα το οποίο αφορά τη δομή και τη λειτουργία του κόσμου και της κοινωνίας και οι αντίστοιχοι κανόνες, οι οποίοι πρέπει να τηρούνται προκειμένου να επέλθει η λύτρωση: υποταγή στο ~. Βλ. κάρμα. [< αγγλ. dharma] | |
| 34335 | νταρμπούκα | νταρ-μπού-κα ουσ. (θηλ.) & νταραμπούκα & ταραμπούκα: ΜΟΥΣ. παραδοσιακό κρουστό όργανο με μακρόστενο πήλινο ή μεταλλικό ηχείο και δερμάτινη ή πλαστική επιφάνεια κρούσης που στερεώνεται σε διπλό στεφάνι. Πβ. τουμπελέκι. Βλ. μπεντίρ, νταούλι. [< τουρκ. darbuka] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ