Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [35000-35020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
34336νταρμστάντιονταρμ-στά-ντι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό στοιχείο (σύμβ. Ds, Ζ 110) με μικρή διάρκεια ζωής. [< γερμ. Darmstadtium, 1994, αγγλ. ~, 2003, < γερμ. πόλη Darmstadt]
34337νταρντάνα

νταρ-ντά-να ουσ. (θηλ.) (προφ.): ψηλή και γεροδεμένη, εύσωμη γυναίκα. Πβ. φρεγάτα. [< βεν. tartana, dandana ‘μικρό ιστιοφόρο, χοντρή γυναίκα’]

34338νταρτςουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: ΑΘΛ. άθλημα, ατομικό ή ομαδικό, στο οποίο ο παίκτης προσπαθεί να πετύχει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο σκορ, ρίχνοντας βελάκια σε στόχο από συγκεκριμένη απόσταση. [< αγγλ. darts, 1924]
34339ντάταντά-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} (προφ.): ΠΛΗΡΟΦ. δεδομένα. [< αγγλ. data, 1946]
34340νταχτιρντίντα-χτιρ-ντί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: στην αρχή τραγουδιού για βρέφος ή μικρό παιδί που το ταχταρίζουν, συνήθ. επαναλαμβανόμενο. Βλ. κουπεπέ. [< τουρκ. dahtιrι dahtιrι]
34341ντεμόρ. (προφ.): για να δηλωθεί προτροπή, δυσαρέσκεια ή έντονη αντίδραση: Άντε ~ (= εμπρός λοιπόν), κάνε κάτι! Πες το ~ και μας κοψοχόλιασες! Καλά/σιγά ~, μη φωνάζεις! Κάτσε ~, μη βιάζεσαι!|| (ως παραγέμισμα ομιλίας:) Ο πατέρας του, αυτός ~ που είδαμε στον δρόμο, ... ΣΥΝ. καλέ ● ΦΡ.: (θέλει) σώνει και καλά/ντε και καλά βλ. σώνω, έλα ντε βλ. έλα, έτσι μπράβο/έτσι ντε! βλ. έτσι [< τουρκ. de]
34342ντε γιούρεντε γι-ού-ρε επίρρ. & de jure: ΠΟΛΙΤ. (στη διπλωματία) σύμφωνα με το δίκαιο, νόμιμα: (κ. ως επίθ.) ~ αναγνώριση ενός κράτους. ~ κατάσταση. ΑΝΤ. ντε φάκτο (1) [< λατ. de jure]
34343ντε πιεςουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ντεπιές: γυναικείο ένδυμα που συνδυάζει δύο κομμάτια από το ίδιο ύφασμα (π.χ. παντελόνι με μπλούζα), τα οποία φοριούνται σαν σύνολο: νυφικό/φόρεμα ~. Βλ. μπικίνι, ταγιέρ. [< γαλλ. deux-pièces, 1925]
34344ντε προφούντιςντε προ-φού-ντις επίρρ. & de profundis: εκ βαθέων. [< λατ. de profundis]
34345ντε τε{άκλ.} & ντετέ: ΦΥΣ.-ΜΑΘ. ο μικρότερος δυνατός χρόνος (dt) που μπορεί να υπάρξει. Κυρ. στη ● ΦΡ.: σε χρόνο ρεκόρ/μηδέν/ντε τε/εξπρές βλ. χρόνος
34346ντε φάκτοντε φά-κτο επίρρ. & ντεφάκτο & de facto 1. ΠΟΛΙΤ. (στη διπλωματία) έμπρακτα, εκ των πραγμάτων· για κάτι που ισχύει στην πραγματικότητα, στην πράξη, αλλά δεν έχει (ακόμα) επίσημα αναγνωριστεί από το (Διεθνές) Δίκαιο: Κάτι επιβάλλεται/επικρατεί ~.|| (ως επίθ.) ~ αναγνώριση (κράτους)/ανεξαρτησία. ΑΝΤ. ντε γιούρε 2. (ως επίθ., προφ.) οριστικός (και αμετάβλητος), τετελεσμένος, σίγουρος: ~ γεγονός/κατάσταση. Το θεωρώ ~ ότι ... [< λατ. de facto]
34347ντεγκραντέντε-γκρα-ντέ επίθ. {άκλ.} 1. για μαλλιά κομμένα σε διαφορετικά μήκη, κλιμακωτά: χτένισμα ~ με μύτες. Πβ. φιλαριστός. 2. για χρώμα του οποίου η πυκνότητα ή η φωτεινότητα ελαττώνεται βαθμιαία: φίλτρο ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Γέµισµα ~ (: που αποτελείται από διαβαθμίσεις αποχρώσεων). [< γαλλ. dégradé]
34348ντεζαβαντάζντε-ζα-βα-ντάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ντεσαβαντάζ (προφ.): μειονέκτημα, συνήθ. στον αθλητισμό: ψυχολογικό ~. Ένα από τα ~ της ομάδας είναι ότι ... Πβ. χάντικαπ. ΑΝΤ. αβαντάζ (1), ατού (1) [< γαλλ. désavantage]
34349ντεζαβούντε-ζα-βού ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΨΥΧΟΛ. ψευδαίσθηση ότι μια εμπειρία του παρελθόντος επαναλαμβάνεται στο παρόν: Έχω/παθαίνω (ένα) ~. 2. (γενικότ.) επανάληψη γεγονότος ή κατάστασης: Ζήσαμε ένα ~ στον τελικό. Το σκηνικό είναι γνωστό, ένα ~. Βλ. η ιστορία επαναλαμβάνεται. [< γαλλ. déjà(-)vu]
34350ντέιμντέ-ιμ ουσ. (θηλ.): (συνήθ. με κεφαλ. Ν) τίτλος ευγενείας στην Αγγλία (απονέμεται σε γυναίκα). Βλ. σερ. [< αγγλ. dame]
34351ντεϊσμόςντε-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφική άποψη η οποία αποδέχεται την ύπαρξη ενός υπέρτατου όντος, δημιουργού του κόσμου, όχι όμως και τη θεία αποκάλυψη και τα δόγματα. Πβ. θεϊσμός. Βλ. αγνωστικισμός, αθεϊσμός. [< γαλλ. déisme]
34352ντεϊστήςντε-ϊ-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του ντεϊσμού. Πβ. θεϊστής. Βλ. αγνωστικιστής, αθεϊστής. [< γαλλ. déiste]
34353ντεκουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΝΑΥΤ. κατάστρωμα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. {κ. πληθ. -ς} συσκευή για την αναπαραγωγή ή εγγραφή ήχου, συνήθ. σε μαγνητική ταινία, η οποία πρέπει να είναι συνδεδεμένη με ηχοσύστημα· κατ' επέκτ. κονσόλα: διπλό ~ κασέτας.|| Παλιές λαϊκές επιτυχίες στα ~ του σταθμού. Η ραδιοφωνική παραγωγός ... θα βρίσκεται στα ~ του μπαρ ... Βλ. πλατό. [< αγγλ. deck]
34354ντεκαντάνςντε-κα-ντάνς ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.} (προφ.-ειρων.): παρακμή, κατάπτωση: το απόλυτο ~. Τι ~! Πβ. εκπεσμός.|| (ως επίθ.) ~ ατμόσφαιρα. ~ κλίμα/σκηνικό. ~ καταστάσεις. [< γαλλ. décadence]
34355ντεκαπάζντε-κα-πάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αποχρωματισμός μαλλιών, συνήθ. για να γίνει νέα βαφή: σκόνη ~. Κάνω ~. Πβ. ξάνοιγμα. [< γαλλ. décapage]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.