Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [35020-35040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
34356ντεκαπέντε-κα-πέ επίθ. {άκλ.}: ειδικού τύπου βαφή και επεξεργασία μιας επιφάνειας, η οποία τρίβεται και βάφεται σε δύο διαφορετικές στρώσεις χρώματος: ~ λαμαρίνα. ~ δάπεδο/ξύλο. [< γαλλ. décapé]
34357ντεκαφεϊνέντε-κα-φε-ϊ-νέ επίθ. {άκλ.}: για καφέ με ελάχιστη ή καθόλου καφεΐνη, που χρησιμοποιείται συνήθ. ως υποκατάστατο του κανονικού. [< γαλλ. décaféiné, αρχές του 20ού αι., πβ. αγγλ. decaffeinated, 1921]
34358ντεκέςβλ. τεκές
34359ντεκλανσέρ & ντεκλασέρντε-κλαν-σέρ ουσ. (ουδ.): ΦΩΤΟΓΡ. καλώδιο που συνδέεται με τη φωτογραφική μηχανή και ενεργοποιεί το κλείστρο της από απόσταση, αποτρέποντας τη δημιουργία κραδασμών κατά τη φωτογράφηση. Βλ. τηλεχειριστήριο. [< γαλλ. déclencheur]
34360ντεκολτέντε-κολ-τέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: άνοιγμα σε γυναικείο ρούχο που αφήνει ακάλυπτο τον λαιμό και την αρχή του στήθους· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη περιοχή του σώματος: αβυσσαλέο/αποκαλυπτικό/βαθύ/εντυπωσιακό/προκλητικό/στρογγυλό/τετράγωνο ~. ~ σε σχήμα βε. Μπλούζα με ανοιχτό/κλειστό ~. Πβ. καρέ.|| (ως επίθ.) ~ φόρεμα (= με ~). [< γαλλ. décolleté]
34361ντεκόρντε-κόρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. διακόσμηση εσωτερικού χώρου· κατ' επέκτ. διάκοσμος: εντυπωσιακό/μινιμαλιστικό/μοντέρνο/πολυτελές/χριστουγεννιάτικο ~. Το ~ του δωματίου/εστιατορίου.|| Ζεστή γωνιά με ~ το ξύλο.|| (μτφ.) Τον έχουν απλά για ~ (= δεν έχει ουσιαστική συμμετοχή). 2. σκηνικό: αριστουργηματικό/τεχνητό/φυσικό ~. ~ τρόμου. Τα ~ (= σκηνικά) της ταινίας. Πβ. σκηνικός διάκοσμος.|| (μτφ.) Ειδυλλιακό/φυσικό ~ (= περιβάλλον, τοπίο). [< γαλλ. décor]
34362ντεκορατέρντε-κο-ρα-τέρ ουσ. (αρσ.) {άκλ. | σπάν. θηλ. ντεκορατρίς}: διακοσμητής. [< γαλλ. décorateur]
34363ντεκουπάζντε-κου-πάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) ντεκουπάρισμα 1. ΚΙΝΗΜ. -ΤΗΛΕΟΡ. σχεδιασμός της δομής ενός έργου, ανάλυση του σεναρίου σε πλάνα και καταγραφή των λεπτομερειών τους (μεγέθη πλάνου, γωνίες λήψης, κινήσεις κάμερας, ατάκες): αναλυτικό/κλασικό/συνθετικό ~. 2. ΦΩΤΟΓΡ. απόσπαση τμήματος ή και ολόκληρης εικόνας από το φόντο της. ΣΥΝ. ξεγύρισμα 3. τεχνική διακόσμησης με κομμάτια χαρτιού τα οποία επικολλώνται πάνω σε μια επιφάνεια (μέταλλο, πέτρα, ξύλο, γυαλί, κεραμικά): κόλλα ~. Βλ. τεχνική (της) χαρτοπετσέτας. [< γαλλ. découpage 3: αγγλ. ~, 1946]
34364ντεκρεσέντοντε-κρε-σέ-ντο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. ντιμινουέντο. ΑΝΤ. κρεσέντο (2) [< ιταλ. decrescendo]
34365ντελάληςντε-λά-λης ουσ. (αρσ.) {ντελάλ-ηδες} & τελάλης 1. (παλαιότ.) κήρυκας που ανήγγελλε μεγαλόφωνα είδηση ή γεγονός στις γειτονιές πόλης ή χωριού: γυρολόγος και ~.|| Ο ~ του μαγαζιού. Πβ. κράχτης.|| (μειωτ.) Καλοπληρωμένοι ~ηδες, φερέφωνα. 2. (μτφ.-μειωτ.) πρόσωπο που διαδίδει ό,τι του έχουν εκμυστηρευτεί ή πρέπει να παραμείνει κρυφό. Πβ. διαλαλητής. Βλ. μαρτυριάρης. ● ΦΡ.: βγάζω ντελάλη (προφ.): κοινολογώ μυστικό, συνήθ. με επιδεικτικό τρόπο: Δεν είναι να της εμπιστευτείς τίποτα! Αμέσως ~ει ~. [< μεσν. θηλ. (ν)τελάλισσα, τουρκ. tellâl]
34366ντελαλίζωντε-λα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {ντελαλίζ-οντας} & τελαλίζω & (σπάν.) (ν)τελαλώ (λαϊκό) 1. (παλαιότ.) ανακοινώνω δημόσια είδηση ή γεγονός με την ιδιότητα του ντελάλη. 2. (μτφ.) διαδίδω, κοινολογώ μυστικό: 'Ο,τι του πεις, το ~ει! Πβ. διαλαλώ.
34367ντελαπάρισμαντε-λα-πά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) & ντεραπάρισμα (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ντελαπάρω. Πβ. τουμπάρισμα. Βλ. γλίστρημα, πλαγιολίσθηση, -ισμα.
34368ντελαπάρωντε-λα-πά-ρω ρ. (αμτβ.) {ντελαπάρ-ισε, -οντας, ντελαπαρ-ισμένο} & ντεραπάρω (προφ.): (για όχημα) αναποδογυρίζω, τουμπάρω, ανατρέπομαι: Το αυτοκίνητο/φορτηγό ~ισε στην εθνική οδό. ~ισμένο: αμάξι. [< ιταλ. derapar(e)]
34369ντελιβεράςντε-λι-βε-ράς ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ντιλιβεράς (προφ.): υπάλληλος με μηχανάκι που κάνει ντελίβερι. Βλ. -άς, πιτσαδόρος.
34370ντελίβεριντε-λί-βε-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ντιλίβερι (προφ.): παράδοση προϊόντων κατ' οίκον, κυρ. έτοιμου φαγητού· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο γεύμα: φαστ φουντ με υπηρεσίες ~.|| Τρώει συνέχεια ~. Πβ. φαγητό σε πακέτο.|| (κ. ως επίθ.) ~ μπόι (= ντελιβεράς). Βλ. κούριερ. [< αγγλ. delivery]
34371ντελικανήςντε-λι-κα-νής ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ντεληκανής (λαϊκό): λεβέντης, παλικάρι. [< τουρκ. delikani]
34372ντελικατέσενντε-λι-κα-τέ-σεν ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: εκλεκτά τυποποιημένα τρόφιμα που ξεχωρίζουν για τη σπανιότητα, τον τρόπο παρασκευής, την ιδιαίτερη γεύση και την ανάλογη τιμή τους· συνεκδ. το αντίστοιχο κατάστημα: είδη ~. [< γερμ. Delikatessen]
34373ντελικάτος, η, ο [ντελικᾶτος] ντε-λι-κά-τος επίθ. 1. λεπτός και κομψός· χαριτωμένος, φινετσάτος: (για πρόσ.) ~η: κοπέλα.|| ~η: εμφάνιση. ~ο: σώμα. ~ες: κινήσεις/φιγούρες. ~α: χέρια.|| ~η: γεύση. ~ο: άρωμα. 2. ευγενικός ή/και ευαίσθητος: ~οι: τρόποι.|| ~η: υγεία. ~ο: στομάχι.|| (για πρόσ.) ~ο: παιδί. Βλ. -άτος. [< μεσν. ντελικάτος ‘νόστιμος’, γαλλ. délicat]
34374ντελιριακός, ή, ό ντε-λι-ρι-α-κός επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με το ντελίριο: ~ή: ερμηνεία/κωμωδία. ~ό: κρεσέντο/ξέσπασμα.
34376ντελμπεντέρηςβλ. ντερμπεντέρης

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.