Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [35040-35060]

IDΛήμμαΕρμηνεία
34377ντεμακιγιάζντε-μα-κι-γιάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: απομάκρυνση του μακιγιάζ από το δέρμα με ειδικά προϊόντα· συνεκδ. τα σχετικά καλλυντικά: γαλάκτωμα/λοσιόν ~. ~ ματιών/προσώπου. Κάνω ~ (= ξεβάφομαι).|| Απαλό/υγρό ~. Μαντιλάκια ~. Βλ. πον-πον. [< γαλλ. démaquillage, 1913]
34378ντεμαράζντε-μα-ράζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. αύξηση του ρυθμού και της απόδοσης αθλητή ή ομάδας, συνήθ. προς το τέλος αγώνα ή διοργάνωσης, με στόχο την κατάκτηση τίτλου: Έκανε ένα εκπληκτικό ~ και κατάφερε να κατακτήσει την τρίτη θέση. Πβ. επιτάχυνση.|| (μτφ.) ~ καλών εμφανίσεων/μεταγραφών/νικών. 2. ξεκίνημα οχήματος. [< γαλλ. démarrage]
34379ντεμίντε-μί επίθ. {άκλ.}: που βρίσκεται σε ενδιάμεση κατάσταση, ελλιπής, μη ολοκληρωμένος: (προφ.) ~ λύσεις (: μεσοβέζικες). (ως ουσ.) Είμαι στο ~ να ... Βλ. ημι-.|| ~ πανσιόν (= ημιδιατροφή).|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ γκλας (: είδος σάλτσας που περιέχει ζωμό κρεατικών). ● ΣΥΜΠΛ.: ντεμί σεζόν: εποχή κατά την οποία ο καιρός δεν είναι ούτε πολύ ψυχρός, ούτε πολύ θερμός, δηλ. άνοιξη ή φθινόπωρο· (κυρ. κατ' επέκτ.) τα αντίστοιχα ρούχα: κοστούμια/φόρεμα ~ ~. [< γαλλ. demi-saison] [< γαλλ. demi]
34380ντεμί-σεκντε-μί σεκ επίθ. {άκλ.} & (σπάν.) ντεμισέκ: (για κρασί) ημίξηρο: ροζέ/σαμπάνια ~. [< γαλλ. demi-sec]
34381ντέμοντέ-μο ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.} (προφ.): δείγμα προϊόντος για επίδειξη ή/και αξιολόγηση, που αφορά συνήθ. καινούργια τραγούδια ή λογισμικά: Το γκρουπ ηχογράφησε ένα ~ (: σιντί). Κυκλοφόρησε το ~ του παιχνιδιού. (ως επίθ.) ~ έκδοση. Βλ. πρόμο. [< αγγλ. demo, 1936]
34382ντεμοντέντε-μο-ντέ επίθ. {άκλ.} (προφ.): παλιομοδίτικος. ΣΥΝ. πασέ [< γαλλ. démodé]
34383ντεμπίναντε-μπί-να ουσ. (θηλ.): ποικιλία σταφυλιού και ιδ. το λευκό ξηρό κρασί με μέτρια οξύτητα που παράγεται από αυτή. Βλ. ασύρτικο. [< ιταλ. de vino]
34384ντεμπιτάντντε-μπι-τάντ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} 1. κοπέλα νεαρής ηλικίας που πρωτοεμφανίζεται στην υψηλή κοινωνία: ο χορός των ~. 2. (κυρ. παλαιότ.) πρωτοεμφανιζόμενη ηθοποιός. Βλ. ενζενί. [< γαλλ. débutante, 1930]
34385ντεμπουτάρωντε-μπου-τά-ρω ρ. (αμτβ.) {ντεμπουτάρ-ισε κ. ντεμπούταρ-ε} (προφ.): κάνω ντεμπούτο· πρωτοεμφανίζομαι: ~ισε στη δημοσιογραφία/στον κινηματογράφο.|| Το νέο μοντέλο κινητού θα ~ει σύντομα στην αγορά. [< γαλλ. débuter]
34386ντεμπούτο[ντεμποῦτο] ντε-μπού-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): πρώτη εμφάνιση, συνήθ. για ηθοποιό, τραγουδιστή ή αθλητή: μουσικό/σκηνοθετικό ~. Έκανε το ~ της (= ντεμπουτάρισε) στη δισκογραφία/στο θέατρο/στην τηλεόραση.|| Επίσημο/νικηφόρο/ονειρεμένο ~ για .../του ... με τη φανέλα της ομάδας.|| Αγωνιστικό ~ (: για νέο μοντέλο αγωνιστικού αυτοκινήτου). Πβ. έναρξη, ξεκίνημα.|| (ως επίθ.) ~ άλμπουμ. [< ιταλ. debutto]
34387ντεμπραγιάζντε-μπρα-γιάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΗΧΑΝΟΛ. συμπλέκτης. ΣΥΝ. αμπραγιάζ [< γαλλ. débrayage]
34388ντενεκεδένιος, ια, ιο βλ. τενεκεδένιος
34389ντενεκεδούποληβλ. τενεκεδούπολη
34390ντενεκέςβλ. τενεκές
34391ντενιέντε-νιέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης του πάχους του νήματος της υφαντουργίας, που καθορίζει την αντοχή του υφάσματος: καλσόν 800 ~. [< γαλλ. denier]
34392ντεντέκτιβ & ντέντεκτιββλ. ντετέκτιβ
34393ντεπιέςβλ. ντε πιες
34394ντεπόντε-πό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.) 1. προϊόντα που δεν έχουν διατεθεί στην αγορά και αποθηκεύονται: Θα εκτεθούν έργα από το ~ της γκαλερί. ΣΥΝ. απόθεμα (2), στοκ 2. (συνεκδ.) αποθήκη: ~ γερανών, αυτοκινήτων και εκσκαφέων. Τα ~ των τρένων. Βλ. αμαξοστάσιο. [< γαλλ. dépôt
34395ντεπόζιτοντε-πό-ζι-το ουσ. (ουδ.) & τεπόζιτο: δοχείο ή χώρος αποθήκευσης υγρών: ανοξείδωτο/εξωτερικό/πλαστικό ~. ~ βενζίνης/καυσίμων/νερού. ~ ασφαλείας. ΣΥΝ. δεξαμενή (1), ρεζερβουάρ (1) [< μεσν. ντεπόζιτο ‘κατάθεση’ < ιταλ. deposito]
34396ντεπόνντε-πόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΑΡΜΑΚ. παυσίπονο, αντιπυρετικό, αναλγητικό φάρμακο με βασικό συστατικό την παρακεταμόλη: αναβράζον ~. Πήρα ~ για τον πονοκέφαλο. Βλ. ασπιρίνη, παναντόλ. [< ελλην. εμπορ. ονομασ. Depon, 1971]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.