Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [35060-35080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
34397ντεπώβλ. ντεπό
34398ντεραγιέρντε-ρα-γιέρ ουσ. (ουδ.) & ντεραγιέ: ΜΗΧΑΝΟΛ. μηχανισμός ταχυτήτων που επιτρέπει στην αλυσίδα του ποδηλάτου να αλλάζει θέση κατά την κίνηση: εμπρόσθιο/οπίσθιο ~. ΣΥΝ. εκτροχιαστής [< γαλλ. dérailleur, 1911]
34399ντεραπάρισμαβλ. ντελαπάρισμα
34400ντεραπάρωβλ. ντελαπάρω
34401ντερβέναγαςβλ. δερβέναγας
34402ντερβίσηςβλ. δερβίσης
34403ντερέκιντε-ρέ-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.): (κυρ. για άνδρα) υπερβολικά ψηλός και συνήθ. λεπτός. Πβ. νταγλαράς, τηλεγραφόξυλο, ψηλέας. ΑΝΤ. ζουμπάς (1) [< τουρκ. direk]
34404ντερμπεντέρηςντερ-μπε-ντέ-ρης ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. ντερμπεντέρισσα} & ντελμπεντέρης (λαϊκό): ντόμπρος, ανοιχτόκαρδος και αξιαγάπητος άνθρωπος. Πβ. λεβέντης. [< τουρκ. derbeder]
34405ντέρμπιντέρ-μπι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. πολύ σημαντικός αγώνας μεταξύ ομάδων που έχουν την ίδια περίπου δυναμικότητα ή θεωρούνται παραδοσιακά αντίπαλες: επεισοδιακό/καυτό/σούπερ/συναρπαστικό/τοπικό ~. ~ κορυφής/ουραγών/πρωτοπόρων. Το ~ της Κυριακής/της χρονιάς. Ήττα/νίκη στο ~. Το ~ θα κρίνει τον πρωταθλητή. Ισόπαλο έληξε το ~. Έχασαν/κέρδισαν το ~. Επικράτησαν στο ~. 2. (μτφ.) κρίσιμη και αμφίρροπη σύγκρουση ή αναμέτρηση: εκλογικό/πολιτικό ~. [< αγγλ. derby, 1909]
34406ντέρτιντέρ-τι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): βάσανο, στενοχώρια, πόνος συνήθ. ερωτικός: το ~ της καρδιάς. ~ια και καημοί. Έχει ~ια. Πβ. σεβντάς. ΣΥΝ. νταλκάς, σεκλέτι [< τουρκ. dert]
34407ντεσαβαντάζβλ. ντεζαβαντάζ
34408ντεσένντε-σέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: διακοσμητικό σχέδιο σε ύφασμα ή ρούχο. Βλ. μοτίβο. [< γαλλ. dessin]
34409ντεσιμπέλντε-σι-μπέλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης (σύμβ. dB) της έντασης του ήχου: κλίμακα των ~. Βλ. ακουστότητα. ● ΦΡ.: πολλών μεγατόνων/ρίχτερ/ντεσιμπέλ βλ. πολύς, πολλή, πολύ [< αγγλ. decibel, 1928 γαλλ. décibel, 1932]
34410ντεσιμπελόμετροντε-σι-μπε-λό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΡΟΛ. μετρητής ντεσιμπέλ: αναλογικό/ψηφιακό ~. Βλ. -μετρο.
34411ντέσκτοπντέσκ-τοπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. επιτραπέζιος ηλεκτρονικός υπολογιστής που αποτελείται από τρία βασικά ξεχωριστά εξαρτήματα, την οθόνη, την κεντρική μονάδα και το πληκτρολόγιο. Βλ. λάπτοπ, νέτμπουκ. [< αμερικ. desktop, 1983]
34412ντεσούντε-σού ουσ. (ουδ.) {άκλ.} {συνήθ. στον πληθ.} 1. (μτφ.) οτιδήποτε αποκρύπτεται και δεν είναι ευρύτερα γνωστό: τα ~ της βραδιάς/μιας συμφωνίας/της υπόθεσης. Πβ. μυστικό, παρασκήνιο. ΣΥΝ. παραλειπόμενα 2. (σπάν.) γυναικεία εσώρουχα. [< γαλλ. εν. (le) dessous (du jeu)]
34413ντετέβλ. ντε τε
34414ντετέκτιβντε-τέ-κτιβ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} & ντέτεκτιβ & (λαϊκό) ντέντεκτιβ & ντεντέκτιβ: ιδιωτικός συνήθ. αστυνομικός που ασχολείται με την έρευνα προσωπικών υποθέσεων έναντι αμοιβής: δαιμόνιος/ερασιτέχνης ~. Γραφείο ~. Έβαλε/προσέλαβε ~. [< αγγλ. detective]
34415ντετερμινισμόςντε-τερ-μι-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. αιτιοκρατία: βιολογικός/γενετικός/ιστορικός/οικονομικός/τεχνολογικός ~. Βλ. -ισμός, τυχαιότητα. ΑΝΤ. ιντετερμινισμός
34416ντετερμινιστήςντε-τερ-μι-νι-στής ουσ. (αρσ.): αιτιοκράτης.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.