ντε-ρα-γιέρ ουσ. (ουδ.) & ντεραγιέ: ΜΗΧΑΝΟΛ. μηχανισμός ταχυτήτων που επιτρέπει στην αλυσίδα του ποδηλάτου να αλλάζει θέση κατά την κίνηση: εμπρόσθιο/οπίσθιο ~. ΣΥΝ. εκτροχιαστής [< γαλλ. dérailleur, 1911]
ντέρ-μπι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. πολύ σημαντικός αγώνας μεταξύ ομάδων που έχουν την ίδια περίπου δυναμικότητα ή θεωρούνται παραδοσιακά αντίπαλες: επεισοδιακό/καυτό/σούπερ/συναρπαστικό/τοπικό ~. ~ κορυφής/ουραγών/πρωτοπόρων. Το ~ της Κυριακής/της χρονιάς. Ήττα/νίκη στο ~. Το ~ θα κρίνει τον πρωταθλητή. Ισόπαλο έληξε το ~. Έχασαν/κέρδισαν το ~. Επικράτησαν στο ~.2. (μτφ.) κρίσιμη και αμφίρροπη σύγκρουση ή αναμέτρηση: εκλογικό/πολιτικό ~. [< αγγλ. derby, 1909]
34406
ντέρτι
ντέρ-τι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): βάσανο, στενοχώρια, πόνος συνήθ. ερωτικός: το ~ της καρδιάς. ~ια και καημοί. Έχει ~ια. Πβ. σεβντάς. ΣΥΝ. νταλκάς, σεκλέτι [< τουρκ. dert]
ντέσκ-τοπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. επιτραπέζιος ηλεκτρονικός υπολογιστής που αποτελείται από τρία βασικά ξεχωριστά εξαρτήματα, την οθόνη, την κεντρική μονάδα και το πληκτρολόγιο. Βλ. λάπτοπ, νέτμπουκ. [< αμερικ. desktop, 1983]
34412
ντεσού
ντε-σού ουσ. (ουδ.) {άκλ.} {συνήθ. στον πληθ.} 1. (μτφ.) οτιδήποτε αποκρύπτεται και δεν είναι ευρύτερα γνωστό: τα ~ της βραδιάς/μιας συμφωνίας/της υπόθεσης. Πβ. μυστικό, παρασκήνιο. ΣΥΝ. παραλειπόμενα 2. (σπάν.) γυναικεία εσώρουχα. [< γαλλ. εν. (le) dessous (du jeu)]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.