| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 34417 | ντετερμινιστικός | , ή, ό ντε-τερ-μι-νι-στι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. αιτιοκρατικός: ~ή: αντίληψη/θεωρία. ~ό: μοντέλο/σύστημα. | |
| 34418 | ντεφάκτο | βλ. ντε φάκτο | |
| 34419 | ντέφι | ντέ-φι ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. (κυρ. στη λαϊκή μουσική) κρουστό όργανο με μορφή κυκλικού τελάρου, με ή χωρίς μεμβράνη και μικρά κύμβαλα ή κουδουνάκια γύρω του, το οποίο παίζεται συνήθ. χτυπώντας το με το χέρι ή σπανιότ. στο πόδι ή κουνώντας το. Πβ. νταϊρές. Βλ. ζίλια, μπεντίρ, νταρμπούκα, ταμπούρλο, τουμπελέκι. ● ΦΡ.: ντέφι να γίνει (αργκό): για δήλωση συγκατάβασης ή αδιαφορίας. ΣΥΝ. κομμάτια/τσιμέντο να γίνει, γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι βλ. στουπί [< τουρκ. tef, def] | |
| 34420 | ντεφιλέ | ντε-φι-λέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: επίδειξη μόδας υψηλής ραπτικής: ανοιξιάτικα-καλοκαιρινά ~. ~ διάσημων σχεδιαστών/των μεγαλύτερων οίκων μόδας. [< γαλλ. défilé] | |
| 34421 | ντεφορμάρισμα | ντε-φορ-μά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): κακή αγωνιστική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ένας αθλητής ή μια ομάδα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Βλ. -ισμα. [< γαλλ. déformation] | |
| 34422 | ντεφορμέ | ντε-φορ-μέ επίθ. {άκλ.} (προφ., συνήθ. για αθλητή): που δεν είναι σε καλή αγωνιστική κατάσταση: Η ομάδα/ο ποδοσφαιριστής είναι ~. [< γαλλ. déformé] | |
| 34423 | ντι ντι τι | ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ΧΗΜ. οργανική ένωση (σύμβ. C14H9Cl5) που αποτελεί ισχυρό συνθετικό εντομοκτόνο, ιδιαίτερα τοξικό. [< αμερικ. dichlorodiphenyltrichloroethane (DDT), 1943] | |
| 34430 | Ντι-Εν-Έι | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & DNA & ντιενέι 1. ΒΙΟΧ. νουκλεϊκό οξύ με τη μορφή συνήθ. διπλής έλικας, το οποίο αποτελεί τον φορέα των γενετικών πληροφοριών: δίκλωνο ~. Η αλυσίδα/οι πρωτεϊνικές βάσεις (: αδενίνη, γουανίνη, θυμίνη, κυτοσίνη) του ~. Αλληλουχία ~. Αποκωδικοποίηση/χαρτογράφηση του (ανθρώπινου) ~. Βλ. Αρ-Εν-Έι, γενετικό αποτύπωμα/αποτύπωμα DNA, γον-, νουκλεοτ-ίδιο, γονιδίωμα, χρωμόσωμα. ΣΥΝ. δε(σ)οξυριβο(ζο)νουκλεϊ(νι)κό οξύ 2. (μτφ.) το σύνολο των στοιχείων που συνθέτουν την προσωπικότητα, την ταυτότητα κάποιου: Έχει στο ~ του (= στο αίμα του, στα γονίδιά του) τη στόφα του πρωταθλητή. Το άγχος είναι μέρος του ~ της. ● ΣΥΜΠΛ.: τεστ Ντι-Εν-Έι & Ντι-Εν-Έι τεστ: ΙΑΤΡ. ανάλυση δείγματος Ντι-Εν-Έι από ιστό, με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητας κάποιου (π.χ. της πατρότητας ενός παιδιού). [< αγγλ. DNA Test, 1988] , ανασυνδυασμένο DNA βλ. ανασυνδυάζω [< αγγλ. ακρ. D(eoxyribo)N(ucleic) A(cid), 1938] | |
| 34424 | ντίβα | ντί-βα ουσ. (θηλ.) 1. διάσημη ηθοποιός ή τραγουδίστρια, συνήθ. με έντονη προσωπικότητα και διεθνή ακτινοβολία: απόλυτη/θρυλική/κορυφαία ~. Η μεγάλη ~ του θεάτρου/του κινηματογράφου/της μουσικής/της όπερας. Οι ~ες του Χόλιγουντ. Πβ. σταρ.|| (κατ' επέκτ., για μοντέλα) ~ες της μόδας. 2. (κατ' επέκτ.) για γυναίκα ωραία και εντυπωσιακή, με συνήθ. υπεροπτική συμπεριφορά: η ~ της παρέας/τάξης. Κυκλοφορεί με τουπέ και ύφος ~ας. Την έχει ψωνίσει και το παίζει ~. [< ιταλ. diva] | |
| 34425 | ντιβάνι | ντι-βά-νι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): χαμηλό και στενό κρεβάτι, συνήθ. πτυσσόμενο: καναπές-~. Πβ. μιντέρι, σοφάς.|| Στο ~ του ψυχαναλυτή. ● Υποκ.: ντιβανάκι (το) [< μεσν. ντιβάνι 'συμβούλιο κυβερνητικών αξιωματούχων' < τουρκ. divan, γαλλ. ~] | |
| 34426 | ντιβανοκασέλα | ντι-βα-νο-κα-σέ-λα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): είδος ντιβανιού, στο κάτω μέρος του οποίου υπάρχει ειδικός χώρος για τη φύλαξη ρούχων και σκεπασμάτων. Πβ. μπαουλοντίβανο. | |
| 34427 | ντιβιντί | ντι-βι-ντί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ντι βι ντι & DVD ΤΕΧΝΟΛ. 1. οπτικός δίσκος χωρητικότητας πάνω από 4,7 γιγαμπάιτ: κινηματογραφικά/μουσικά ~. Ταινίες ~. Αποθήκευσε τις φωτογραφίες σε ~. Βλ. εμ-πι-θρι, σιντί. ΣΥΝ. βιντεοδίσκος 2. συσκευή αναπαραγωγής των αντίστοιχων δίσκων: ενσωματωμένο ~. ~ εγγραφής.|| Βλέπει ταινίες στο ~ (= ντιβιντί πλέιερ). [< αμερικ. Digital Versatile Disk (DVD), 1993] | |
| 34428 | ντιβιντί πλέιερ | ντι-βι-ντί πλέ-ι-ερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονική συσκευή αναπαραγωγής DVD: επαγγελματικό/επιτραπέζιο/οικιακό/υβριδικό/φορητό ~. ~ υψηλής ευκρίνειας/υψηλής ποιότητας. ~ του υπολογιστή. Πβ. ντιβιντί. Βλ. βίντεο, σιντί πλέιερ. [< αμερικ. D(igital) V(ersatile) D(isc) player, 1996] | |
| 34429 | ντιγκιντάγκας | ντι-γκι-ντά-γκας ουσ. (αρσ.) (αργκό-μειωτ.): ομοφυλόφιλος ή θηλυπρεπής άντρας. Πβ. κουνιστός. ΣΥΝ. ντιντής | |
| 34431 | ντίζα | ντί-ζα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. είδος καλωδίου για τη σύνδεση εξαρτημάτων μηχανών: ~ ανάρτησης/γκαζιού/κοντέρ/σέλας/συμπλέκτη. [< γερμ. Düse] | |
| 34432 | ντιζάιν | ντι-ζά-ιν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. σχεδιασμός βιομηχανικών χρηστικών προϊόντων ή χώρων, με έμφαση στη λειτουργικότητα και τη μοντέρνα αισθητική· κατ' επέκτ. ο κλάδος που ασχολείται με το συγκεκριμένο αντικείμενο: δωμάτια με διαχρονικό/κομψό/μινιμαλιστικό/μοντέρνο/πρωτοποριακό/σύγχρονο ~. Αμάξι με σπορ ~.|| Αρχιτεκτονικό/βιομηχανικό ~. Βλ. βιομηχανική αισθητική, βιομηχανικός σχεδιασμός. 2. (ως επίθ.) ντιζαϊνάτος: ~ έπιπλα. [< αγγλ. design, γαλλ. ~, 1959] | |
| 34433 | ντιζαϊνάτος | , η, ο [ντιζαϊνᾶτος] ντι-ζα-ϊ-νά-τος επίθ. (προφ.): που έχει μοντέρνα αισθητική ή/και χρηστική σχεδίαση: ~ος: χώρος. ~η: διακόσμηση. ~ο: αυτοκίνητο/εστιατόριο. ~ες: συσκευές. ~α: ρούχα. Βλ. -άτος.|| (σπάν.-κατ' επέκτ. για πρόσ.) ~ και μέσα στη μόδα. | |
| 34434 | ντιζάινερ | ντι-ζά-ι-νερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: αυτός που ασχολείται επαγγελματικά με το ντιζάιν. Πβ. διακοσμητής, στιλίστας, σχεδιαστής. [< αγγλ. designer] | |
| 34435 | ντιζέζ | ντι-ζέζ ουσ. (θηλ.) {άκλ. | σπάν. αρσ. ντιζέρ} (παρωχ.): τραγουδίστρια σε κέντρο διασκέδασης. Πβ. αρτίστα. [< γαλλ. diseuse] | |
| 34436 | ντίζελ | ντί-ζελ ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. καύσιμο που χρησιμοποιείται στους κινητήρες ντίζελ: συμβατικό ~. ~ θέρμανσης/κίνησης. Βλ. βιο~.|| (ως επίθ.) Όχημα/πετρέλαιο ~ (: που κινείται με το αντίστοιχο καύσιμο). ● ΣΥΜΠΛ.: κινητήρας ντίζελ & μηχανή ντίζελ: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. κινητήρας εσωτερικής καύσης, που λειτουργεί σύμφωνα με την αρχή της συμπίεσης-ανάφλεξης: ~ ~ νέας γενιάς. ΣΥΝ. ντιζελοκινητήρας, πετρελαιοκινητήρας, πετρελαιομηχανή [< γερμ. Diesel, γερμ. ανθρ. R. Diesel, γαλλ. diesel, 1913] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ