Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [35080-35100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
34417ντετερμινιστικός, ή, ό ντε-τερ-μι-νι-στι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. αιτιοκρατικός: ~ή: αντίληψη/θεωρία. ~ό: μοντέλο/σύστημα.
34418ντεφάκτοβλ. ντε φάκτο
34419ντέφιντέ-φι ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. (κυρ. στη λαϊκή μουσική) κρουστό όργανο με μορφή κυκλικού τελάρου, με ή χωρίς μεμβράνη και μικρά κύμβαλα ή κουδουνάκια γύρω του, το οποίο παίζεται συνήθ. χτυπώντας το με το χέρι ή σπανιότ. στο πόδι ή κουνώντας το. Πβ. νταϊρές. Βλ. ζίλια, μπεντίρ, νταρμπούκα, ταμπούρλο, τουμπελέκι. ● ΦΡ.: ντέφι να γίνει (αργκό): για δήλωση συγκατάβασης ή αδιαφορίας. ΣΥΝ. κομμάτια/τσιμέντο να γίνει, γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι βλ. στουπί [< τουρκ. tef, def]
34420ντεφιλέντε-φι-λέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: επίδειξη μόδας υψηλής ραπτικής: ανοιξιάτικα-καλοκαιρινά ~. ~ διάσημων σχεδιαστών/των μεγαλύτερων οίκων μόδας. [< γαλλ. défilé]
34421ντεφορμάρισμαντε-φορ-μά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): κακή αγωνιστική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ένας αθλητής ή μια ομάδα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Βλ. -ισμα. [< γαλλ. déformation]
34422ντεφορμέντε-φορ-μέ επίθ. {άκλ.} (προφ., συνήθ. για αθλητή): που δεν είναι σε καλή αγωνιστική κατάσταση: Η ομάδα/ο ποδοσφαιριστής είναι ~. [< γαλλ. déformé]
34423ντι ντι τιουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ΧΗΜ. οργανική ένωση (σύμβ. C14H9Cl5) που αποτελεί ισχυρό συνθετικό εντομοκτόνο, ιδιαίτερα τοξικό. [< αμερικ. dichlorodiphenyltrichloroethane (DDT), 1943]
34430Ντι-Εν-Έιουσ. (ουδ.) {άκλ.} & DNA & ντιενέι 1. ΒΙΟΧ. νουκλεϊκό οξύ με τη μορφή συνήθ. διπλής έλικας, το οποίο αποτελεί τον φορέα των γενετικών πληροφοριών: δίκλωνο ~. Η αλυσίδα/οι πρωτεϊνικές βάσεις (: αδενίνη, γουανίνη, θυμίνη, κυτοσίνη) του ~. Αλληλουχία ~. Αποκωδικοποίηση/χαρτογράφηση του (ανθρώπινου) ~. Βλ. Αρ-Εν-Έι, γενετικό αποτύπωμα/αποτύπωμα DNA, γον-, νουκλεοτ-ίδιο, γονιδίωμα, χρωμόσωμα. ΣΥΝ. δε(σ)οξυριβο(ζο)νουκλεϊ(νι)κό οξύ 2. (μτφ.) το σύνολο των στοιχείων που συνθέτουν την προσωπικότητα, την ταυτότητα κάποιου: Έχει στο ~ του (= στο αίμα του, στα γονίδιά του) τη στόφα του πρωταθλητή. Το άγχος είναι μέρος του ~ της. ● ΣΥΜΠΛ.: τεστ Ντι-Εν-Έι & Ντι-Εν-Έι τεστ: ΙΑΤΡ. ανάλυση δείγματος Ντι-Εν-Έι από ιστό, με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητας κάποιου (π.χ. της πατρότητας ενός παιδιού). [< αγγλ. DNA Test, 1988] , ανασυνδυασμένο DNA βλ. ανασυνδυάζω [< αγγλ. ακρ. D(eoxyribo)N(ucleic) A(cid), 1938]
34424ντίβαντί-βα ουσ. (θηλ.) 1. διάσημη ηθοποιός ή τραγουδίστρια, συνήθ. με έντονη προσωπικότητα και διεθνή ακτινοβολία: απόλυτη/θρυλική/κορυφαία ~. Η μεγάλη ~ του θεάτρου/του κινηματογράφου/της μουσικής/της όπερας. Οι ~ες του Χόλιγουντ. Πβ. σταρ.|| (κατ' επέκτ., για μοντέλα) ~ες της μόδας. 2. (κατ' επέκτ.) για γυναίκα ωραία και εντυπωσιακή, με συνήθ. υπεροπτική συμπεριφορά: η ~ της παρέας/τάξης. Κυκλοφορεί με τουπέ και ύφος ~ας. Την έχει ψωνίσει και το παίζει ~. [< ιταλ. diva]
34425ντιβάνιντι-βά-νι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): χαμηλό και στενό κρεβάτι, συνήθ. πτυσσόμενο: καναπές-~. Πβ. μιντέρι, σοφάς.|| Στο ~ του ψυχαναλυτή. ● Υποκ.: ντιβανάκι (το) [< μεσν. ντιβάνι 'συμβούλιο κυβερνητικών αξιωματούχων' < τουρκ. divan, γαλλ. ~]
34426ντιβανοκασέλαντι-βα-νο-κα-σέ-λα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): είδος ντιβανιού, στο κάτω μέρος του οποίου υπάρχει ειδικός χώρος για τη φύλαξη ρούχων και σκεπασμάτων. Πβ. μπαουλοντίβανο.
34427ντιβιντίντι-βι-ντί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ντι βι ντι & DVD ΤΕΧΝΟΛ. 1. οπτικός δίσκος χωρητικότητας πάνω από 4,7 γιγαμπάιτ: κινηματογραφικά/μουσικά ~. Ταινίες ~. Αποθήκευσε τις φωτογραφίες σε ~. Βλ. εμ-πι-θρι, σιντί. ΣΥΝ. βιντεοδίσκος 2. συσκευή αναπαραγωγής των αντίστοιχων δίσκων: ενσωματωμένο ~. ~ εγγραφής.|| Βλέπει ταινίες στο ~ (= ντιβιντί πλέιερ). [< αμερικ. Digital Versatile Disk (DVD), 1993]
34428ντιβιντί πλέιερντι-βι-ντί πλέ-ι-ερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονική συσκευή αναπαραγωγής DVD: επαγγελματικό/επιτραπέζιο/οικιακό/υβριδικό/φορητό ~. ~ υψηλής ευκρίνειας/υψηλής ποιότητας. ~ του υπολογιστή. Πβ. ντιβιντί. Βλ. βίντεο, σιντί πλέιερ. [< αμερικ. D(igital) V(ersatile) D(isc) player, 1996]
34429ντιγκιντάγκαςντι-γκι-ντά-γκας ουσ. (αρσ.) (αργκό-μειωτ.): ομοφυλόφιλος ή θηλυπρεπής άντρας. Πβ. κουνιστός. ΣΥΝ. ντιντής
34431ντίζαντί-ζα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. είδος καλωδίου για τη σύνδεση εξαρτημάτων μηχανών: ~ ανάρτησης/γκαζιού/κοντέρ/σέλας/συμπλέκτη. [< γερμ. Düse]
34432ντιζάινντι-ζά-ιν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. σχεδιασμός βιομηχανικών χρηστικών προϊόντων ή χώρων, με έμφαση στη λειτουργικότητα και τη μοντέρνα αισθητική· κατ' επέκτ. ο κλάδος που ασχολείται με το συγκεκριμένο αντικείμενο: δωμάτια με διαχρονικό/κομψό/μινιμαλιστικό/μοντέρνο/πρωτοποριακό/σύγχρονο ~. Αμάξι με σπορ ~.|| Αρχιτεκτονικό/βιομηχανικό ~. Βλ. βιομηχανική αισθητική, βιομηχανικός σχεδιασμός. 2. (ως επίθ.) ντιζαϊνάτος: ~ έπιπλα. [< αγγλ. design, γαλλ. ~, 1959]
34433ντιζαϊνάτος, η, ο [ντιζαϊνᾶτος] ντι-ζα-ϊ-νά-τος επίθ. (προφ.): που έχει μοντέρνα αισθητική ή/και χρηστική σχεδίαση: ~ος: χώρος. ~η: διακόσμηση. ~ο: αυτοκίνητο/εστιατόριο. ~ες: συσκευές. ~α: ρούχα. Βλ. -άτος.|| (σπάν.-κατ' επέκτ. για πρόσ.) ~ και μέσα στη μόδα.
34434ντιζάινερντι-ζά-ι-νερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: αυτός που ασχολείται επαγγελματικά με το ντιζάιν. Πβ. διακοσμητής, στιλίστας, σχεδιαστής. [< αγγλ. designer]
34435ντιζέζντι-ζέζ ουσ. (θηλ.) {άκλ. | σπάν. αρσ. ντιζέρ} (παρωχ.): τραγουδίστρια σε κέντρο διασκέδασης. Πβ. αρτίστα. [< γαλλ. diseuse]
34436ντίζελντί-ζελ ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. καύσιμο που χρησιμοποιείται στους κινητήρες ντίζελ: συμβατικό ~. ~ θέρμανσης/κίνησης. Βλ. βιο~.|| (ως επίθ.) Όχημα/πετρέλαιο ~ (: που κινείται με το αντίστοιχο καύσιμο). ● ΣΥΜΠΛ.: κινητήρας ντίζελ & μηχανή ντίζελ: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. κινητήρας εσωτερικής καύσης, που λειτουργεί σύμφωνα με την αρχή της συμπίεσης-ανάφλεξης: ~ ~ νέας γενιάς. ΣΥΝ. ντιζελοκινητήρας, πετρελαιοκινητήρας, πετρελαιομηχανή [< γερμ. Diesel, γερμ. ανθρ. R. Diesel, γαλλ. diesel, 1913]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.