| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 34457 | ντίσκο | ντί-σκο ουσ. (θηλ.) {άκλ.} 1. ΜΟΥΣ. είδος χορευτικής ποπ μουσικής με έντονο επαναλαμβανόμενο ρυθμό, επηρεασμένο από τη φανκ και τη σόουλ, που ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τη δεκαετία του 1980· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος χορός: (κ. ως επίθ.) ~ επιτυχίες/πάρτι. Βλ. ροκ. 2. ντισκοτέκ. [< αμερικ. disco, 1957 < discothece, 1960, γαλλ. ~, 1976] | |
| 34458 | ντισκοτέκ | ντι-σκο-τέκ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} (συνήθ. παλαιότ.): νυχτερινό κέντρο διασκέδασης όπου παίζεται ξένη χορευτική μουσική, κυρ. ντίσκο: υπαίθρια ~. Στην πίστα της ~. Βλ. ελλην-, σκυλ-άδικο, κλαμπ.|| Η ~ του ξενοδοχείου/πλοίου. ΣΥΝ. ντίσκο (2) [< γαλλ. discothèque, περ. 1960] | |
| 34459 | ντιστενγκέ | ντι-στεν-γκέ επίθ. {άκλ.} (κυρ. ειρων.): κομψός και ευγενής, συνήθ. επιδεικτικά και επιτηδευμένα: καλοντυμένος και ~ κύριος. [< γαλλ. distingué] | |
| 34460 | ντιστριμπιτέρ | ντι-στρι-μπι-τέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. (παλαιότ., σε όχημα) διάταξη περιστρεφόμενης επαφής, που διανέμει το ρεύμα στα μπουζί για τη διαδοχική ανάφλεξη του μείγματος στους κυλίνδρους: το ~ του αυτοκινήτου. Πβ. διανομέας. Βλ. πολλαπλασιαστής. [< γαλλ. distributeur] | |
| 34461 | ντιτζέι | ντι-τζέ-ι ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} & ντι-τζέι & DJ/dj: επαγγελματίας που αναλαμβάνει την ηχητική-μουσική κάλυψη σε κλαμπ και εκδηλώσεις (π.χ. πάρτι, γαμήλιες δεξιώσεις) ή στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, επιλέγοντας και βάζοντας ηχογραφημένη μουσική· μπορεί, επίσης, να συνθέτει μουσική, χρησιμοποιώντας δείγματα ηχογραφημένης. ΣΥΝ. ντισκ τζόκεϊ [< αμερικ. deejay, περ. 1948] | |
| 34462 | ντο | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. η πρώτη νότα στην ευρωπαϊκή μουσική κλίμακα· συνεκδ. η μουσική κλίμακα που αρχίζει με αυτή ή η χορδή μουσικού οργάνου που την παράγει: το κλειδί του ~.|| Κοντσέρτο για πιάνο σε ~ ελάσσονα/μείζονα. [< ιταλ. do] | |
| 34463 | ντοβλέτι | βλ. δοβλέτι | |
| 34464 | ντοκ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.-λαϊκό) ντόκος (ο): ΝΑΥΤ. χώρος σε λιμάνι για φορτοεκφόρτωση και επισκευή πλοίων. Πβ. προβλήτα. [< αγγλ. dock] | |
| 34465 | ντοκιμαντέρ | ντο-κι-μα-ντέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΚΙΝΗΜ. -ΤΗΛΕΟΡ. κινηματογραφική ή τηλεοπτική ταινία μορφωτικού περιεχομένου, η οποία βασίζεται στην ακριβή καταγραφή και εξιστόρηση πραγματικών γεγονότων-καταστάσεων που έχουν χαρακτήρα μαρτυρίας: αρχαιολογικό/δημιουργικό/ελληνικό/ιστορικό/οικολογικό/πολιτικό ~. ~ μεγάλου/μικρού μήκους. Φεστιβάλ ~. Βλ. ψευδο~. ΣΥΝ. ταινία τεκμηρίωσης [< γαλλ. (film) documentaire, 1915, πβ. αγγλ. documentary, 1935] | |
| 34466 | ντοκιμαντερίστας | ντο-κι-μα-ντε-ρί-στας ουσ. (αρσ.): δημιουργός ντοκιμαντέρ. Βλ. -ίστας. [< γαλλ. documentariste, περ. 1935] | |
| 34467 | ντοκιμαντερίστικος | , η, ο ντο-κι-μα-ντε-ρί-στι-κος επίθ. (προφ.): ΚΙΝΗΜ. που σχετίζεται με ντοκιμαντέρ: ~η: αισθητική/γραφή/ματιά. ~ο: ύφος. Βλ. -ίστικος. | |
| 34468 | ντόκος | βλ. ντοκ | |
| 34469 | ντοκουμενταρισμένος | , η, ο ντο-κου-με-ντα-ρι-σμέ-νος επίθ. (προφ.): τεκμηριωμένος: ~η: μελέτη. ~ες: καταγγελίες. | |
| 34470 | ντοκουμέντο | ντο-κου-μέ-ντο ουσ. (ουδ.): καθετί που μπορεί να αποτελέσει αποδεικτικό στοιχείο, τεκμήριο για ένα γεγονός, κυρ. ιστορικής ή κοινωνικοπολιτικής σημασίας: επίσημο/ηχητικό/κοινωνικό/οπτικοακουστικό/συγκλονιστικό/φωτογραφικό ~. Αδιάσειστα/αυθεντικά ~α. Σπάνια ~α της εποχής/από τον πόλεμο. (ως παραθετικό σύνθ.) Βίντεο-/λεύκωμα-/ταινία-/φωτογραφία-~. Μαρτυρίες-~α. Βλ. πηγή. [< ιταλ. documento] | |
| 57327 | ντοκουμέντο | χρη-σά-με-νος ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. χρησαμένη}: ΝΟΜ. πρόσωπο στο οποίο παραχωρείται αγαθό με χρησιδάνειο. Βλ. μισθωτής. [< μτχ. αορ. του αρχ. ρ. χρῶμαι] | |
| 34471 | ντοκτορά | ντο-κτο-ρά ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) δοκτορά (προφ.): διδακτορικό: Κάνει το ~ του. Βλ. μάστερ1. [< γαλλ. doctorat] | |
| 34472 | ντολμάδες | ντολ-μά-δες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπάν. στον εν. ντολμάς}: ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό που παρασκευάζεται από ρύζι ή/και κιμά, καθώς και διάφορα μυρωδικά, και τυλίγεται σε μικρές ποσότητες με αμπελόφυλλα ή λαχανόφυλλα: ~ αυγολέμονο. Πβ. λαχανο~. ● Υποκ.: ντολμαδάκια (τα) {σπάν. στον εν. ντολμαδάκι}: μικροί ντολμάδες. Βλ. γιουβαρλάκια. ΣΥΝ. γιαπράκια, σαρμαδάκια ● ΣΥΜΠΛ.: ντολμαδάκια/ντολμάδες γιαλαντζί βλ. γιαλαντζί [< τουρκ. dolma] | |
| 34473 | ντολμέν | ντολ-μέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΡΧΑΙΟΛ. προϊστορικός μεγαλιθικός τάφος που σχηματίζεται από κατακόρυφους λίθους, οι οποίοι στηρίζουν συνήθ. μία οριζόντια λίθινη πλάκα. Βλ. μενίρ. [< γαλλ. dolmen] | |
| 34474 | ντόλμπι | ντόλ-μπι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός που επιτυγχάνει τη μείωση του θορύβου και βελτιώνει την απόδοση και την πιστότητα των ηχητικών εγγραφών. ● ΣΥΜΠΛ.: ντόλμπι στέρεο: σύστημα στερεοφωνικής αναπαραγωγής ήχου. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. dolby, 1966, γαλλ. ~, περ. 1978, αμερικ. ανθρ. R. M. Dolby] | |
| 34475 | ντόλτσε βίτα | ντόλ-τσε βί-τα ουσ. (θηλ.) {άκλ.} (προφ.): ξένοιαστη ζωή με ανέσεις, απολαύσεις και συχνά καταχρήσεις: Κάνει ~. Πβ. καλοπέραση. [< ιταλ. dolce vita, 1959] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ