Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [35140-35160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
34476ντομάταντο-μά-τα ουσ. (θηλ.) & τομάτα: ΒΟΤ. ο εδώδιμος καρπός της ντοματιάς, συνήθ. κόκκινος κατά την ωρίμανσή του, με στρογγυλό ή ωοειδές σχήμα, μαλακή σάρκα και πολλούς μικρούς σπόρους· κατ' επέκτ. ντοματιά: βιολογικές/ζουμερές/πράσινες (: άγουρες)/σφιχτές/φρέσκες ~ες. ~ες θερμοκηπίου. ~ες και αγγούρια/λαχανικά. Βλ. λυκοπένιο, ντοματ-άκια, -ίνια.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.-ΜΑΓΕΙΡ.) Αποφλοιωμένες (βλ. κονκασέ)/λιαστές/ξεφλουδισμένες/ξυστές/τριμμένες/ψητές ~ες. Σαλάτα (= ντοματοσαλάτα)/σάλτσα (= κέτσαπ) ~(ς). Πάστα/πελτές ~ (= ντοματοπελτές). Σούπα (= ντοματόσουπα)/χυμός (= ντοματοχυμός) ~ας. ~ες γεμιστές. ● Υποκ.: ντοματούλα & τοματούλα & ντοματίτσα (η) ● ΦΡ.: γίνομαι κόκκινος/κοκκινίζω σαν (το) παντζάρι/(την) παπαρούνα/(τη) ντομάτα βλ. παντζάρι, παίρνω κάποιον με τις λεμονόκουπες/τις ντομάτες/τα γιαούρτια/τ' αβγά βλ. παίρνω [< γαλλ. tomate < ισπαν. tomata]
34477ντοματάκιαντο-μα-τά-κια ουσ. (ουδ.) (τα) & (σπάν.) τοματάκια 1. ΒΟΤ. {σπάν. στον εν. ντοματάκι} καρποί ποικιλίας ντοματιάς με μικρό μέγεθος: λιαστά ~. ~ τουρσί. (Κονσέρβα) ~ κονκασέ.|| ~ Σαντορίνης. 2. ΖΑΧΑΡ. {στον εν.} γλυκό του κουταλιού από τις συγκεκριμένες ντομάτες. ● ΣΥΜΠΛ.: ντοματάκια τσέρι βλ. τσέρι
34478ντοματιάντο-μα-τιά ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) τοματιά: ΒΟΤ. ετήσιο ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Solanum lycopersicum ή Lycopersicum esculentum) που καλλιεργείται κυρ. για τον εδώδιμο καρπό του, τη ντομάτα.
34479ντοματίνιαντο-μα-τί-νια ουσ. (ουδ.) (τα) & τοματίνια: ποικιλία πολύ μικρής ντομάτας (επιστ. ονομασ. Physalis ixocarpa, P. philadelphica) με στρογγυλό καρπό, συνήθ. λίγο μεγαλύτερο από κεράσι: λιαστά ~. Σαλάτα με ρόκα και ~. ΣΥΝ. ντοματάκια τσέρι [< αμερικ. tomatillo, περ. 1913, ιταλ. ~, 1996]
34480ντοματόζουμοντο-μα-τό-ζου-μο ουσ. (ουδ.) & τοματόζουμο (προφ.): ντοματοχυμός.
34481ντοματοκεφτέςντο-μα-το-κε-φτές ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} & τοματοκεφτές: ΜΑΓΕΙΡ. κεφτές χωρίς κιμά, με βασικό συστατικό ψιλοκομμένες ντομάτες, ο οποίος τρώγεται κυρ. ως ορεκτικό: ~έδες με δυόσμο/μυρωδικά. Βλ. -κεφτές.
34482ντοματοπελτές & ντοματοπολτόςντο-μα-το-πελ-τές ουσ. (αρσ.) & τοματοπελτές & τοματοπολτός: ΜΑΓΕΙΡ. -ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πελτές ντομάτας.
34483ντοματοσαλάταντο-μα-το-σα-λά-τα ουσ. (θηλ.) & τοματοσαλάτα: ΜΑΓΕΙΡ. σαλάτα με κύριο συστατικό ντομάτες: ~ με αγγούρι (βλ. αγγουροντομάτα). Βλ. -σαλάτα.
34484ντοματόσουπαντο-μα-τό-σου-πα ουσ. (θηλ.) & τοματόσουπα: ΜΑΓΕΙΡ. σούπα με βασικό συστατικό τη ντομάτα. Βλ. γκασπάτσο, -σουπα.
34485ντοματοχυμόςντο-μα-το-χυ-μός ουσ. (αρσ.) & τοματοχυμός: χυμός ντομάτας: συμπύκνωση ~ού. Κοκτέιλ βότκας με ~ό. ΣΥΝ. ντοματόζουμο
34486ντόμινοντό-μι-νο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. επιτραπέζιο παιχνίδι το οποίο αποτελείται από ορθογώνια πλακίδια (πούλια), που έχουν από καμία μέχρι έξι μαύρες κουκίδες στη μια πλευρά τους, και στο οποίο νικητής αναδεικνύεται ο παίκτης που θα απαλλαγεί πρώτος από τα πούλια του. 2. (κατ' επέκτ.) παιχνίδι στο οποίο με τα αντίστοιχα ή παρόμοια χρωματιστά πλακίδια, τοποθετημένα στη σειρά, δημιουργούνται διάφορες πολύπλοκες κατασκευές, όπου το ένα πούλι παρασέρνει με την πτώση του όλα τα άλλα, δημιουργώντας ένα εντυπωσιακό θέαμα· συνεκδ. τα συγκεκριμένα πλακίδια. 3. (μτφ.) αλυσιδωτή αντίδραση: ~ αλλαγών/αποκαλύψεων/εξελίξεων/καταγγελιών. ~ ανατιμήσεων φέρνει στην αγορά η αύξηση του ΦΠΑ. 4. (κυρ. παλαιότ.) αποκριάτικο κοστούμι αποτελούμενο από μακρύ και ριχτό μαύρο φόρεμα με φαρδιά κουκούλα και συνήθ. μάσκα· συνεκδ. ο μεταμφιεσμένος με αυτό. ● ΣΥΜΠΛ.: θεωρία του ντόμινο 1. ΠΟΛΙΤ. σύμφωνα με την οποία τα πολιτικά γεγονότα βρίσκονται σε άμεση αλληλεξάρτηση, δηλ. το ένα μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτά άλλα παρόμοια. 2. ΓΕΩΦ. αυτή που υποστηρίζει ότι ένας σεισμός μεγάλου μεγέθους επιταχύνει τις σεισμικές διαδικασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη σε άλλες γειτονικές συνήθ. περιοχές, με αποτέλεσμα την πρόωρη εκδήλωση άλλων σεισμών. [< αγγλ. domino theory, 1965], φαινόμενο (του) ντόμινο: συσσωρευτικό αποτέλεσμα που ξεκινά από ένα συμβάν το οποίο δημιουργεί αλλεπάλληλα παρόμοια γεγονότα, συνήθ. αρνητικά. [< αγγλ. domino effect, 1966, γαλλ. effet domino] [< 1,2,4: γαλλ. domino 3: αγγλ. domino, 1954]
34487ντόμπερμανβλ. ντόπερμαν
34488ντόμπρος, α, ο ντό-μπρος επίθ. (λαϊκό): ευθύς, ειλικρινής: ~ος: χαρακτήρας. Είναι ~ άνθρωπος και μπεσαλής. Παιδί ~ο και ξηγημένο. ΑΝΤ. ανειλικρινής, υποκριτής.|| ~α: συμπεριφορά. ~ες: απαντήσεις/εξηγήσεις/κουβέντες (= καθαρές, σαφείς). ● επίρρ.: ντόμπρα [< σλαβ. dobăr, dobro]
34489ντομπροσύνηντο-μπρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.): ευθύτητα, ειλικρίνεια. Βλ. -οσύνη.
34490ντόνατντό-νατ ουσ. (ουδ.) {άκλ. εν. κ. πληθ. -ς} 1. ΖΑΧΑΡ. γλύκισμα από αφράτη ζύμη, τηγανισμένο ή ψημένο, συνήθ. στρογγυλό ή σε σχήμα δακτυλίου: ~ με (γέμιση) μαρμελάδα/ζαμπόν και τυρί. ~ κανέλας/σοκολάτας. Πβ. λουκουμάς. Βλ. κρουασάν, τηγανίτα. 2. (αργκό) γρήγορη στροφή 360 μοιρών που παίρνει ένα αγωνιστικό όχημα μετά από μανούβρα του οδηγού. [< 1: αμερικ. do(ugh)nut 2: αμερικ. doughnut, 1960]
34491ντονέρντο-νέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ντόνερ: ΜΑΓΕΙΡ. γύρος από μοσχαρίσιο κρέας και συνεκδ. το σουβλάκι με πίτα που τον περιέχει: ~ κεμπάπ. [< τουρκ. döner]
34492ντόπα1ντό-πα ουσ. (θηλ.) (αργκό): αναβολικά και κατ’ επέκτ. καθετί που προκαλεί έντονη διέγερση ή και εξάρτηση. [< αγγλ. dope, γαλλ. ~, 1943]
34493ντόπα2ντό-πα ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΒΙΟΧ. Αμινοξύ (σύμβ. C9H11NO4), πρόδρομη μορφή της ντοπαμίνης και ενδιάμεσο προϊόν στη βιοσύνθεση της νοραδρεναλίνης, της αδρεναλίνης και της μελανίνης. Βλ. λεβο~. [< αγγλ. dopa, 1917, L-dopa, 1939, γαλλ. ~, 1949]
34494ντοπαμινεργικός, ή, ό ντο-πα-μι-νερ-γι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. -ΙΑΤΡ. (για σύστημα νευρώνων) που απελευθερώνουν ντοπαμίνη ή αντιδρούν σε αυτή ως νευροδιαβιβαστές· για καθετί που σχετίζεται με αυτούς τους νευρώνες ή τους επηρεάζει: ~ός: αγωνιστής. ~ή: δραστηριότητα. ~οί: υποδοχείς. ● Ουσ.: ντοπαμινεργικά (τα): ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακα με ντοπαμινεργική δράση. [< αγγλ. dopaminergic, 1966, γαλλ. dopaminergique, 1978]
34495ντοπαμίνηντο-πα-μί-νη ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΧ. κατεχολαμίνη (σύμβ. C8H11NO2) που παράγεται από την ντόπα, αποτελεί ενδιάμεσο προϊόν στη σύνθεση της νοραδρεναλίνης και δρα ως νευροδιαβιβαστής στο κεντρικό νευρικό σύστημα. 2. ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακο που χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση κυρ. της νόσου του Πάρκινσον, της καρδιακής προσβολής και του καρκίνου, ενώ είναι απαραίτητο για την ομαλή λειτουργία του εγκεφάλου. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. dopamine, 1949, αγγλ. ~, 1959]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.