Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [35160-35180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
34496ντοπάρισμαντο-πά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ντοπάρω: ~ με νόμιμες ή παράνομες ουσίες.|| (μτφ.) Ψυχολογικό ~. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. ντόπινγκ, φαρμακοδιέγερση
34497ντοπάρωντο-πά-ρω ρ. (μτβ.) {ντόπαρ-ε κ. ντοπάρ-ισε, -ίστηκε, -ιστεί, ντοπάρ-οντας, ντοπαρ-ισμένος} (προφ.) 1. ΑΘΛ. δίνω αναβολικά σε αθλητή (ή άλογο), για να βελτιώσει την απόδοσή του: Βρέθηκε ~ισμένος με τεστοστερόνη/ύποπτα πρωτεϊνούχα σκευάσματα. Πβ. χαπακώνω. 2. (μτφ.) εξάπτω, διεγείρω (συναισθήματα): Οι φίλαθλοι ~αν ψυχολογικά (= αναπτέρωσαν το ηθικό, τόνωσαν) τους παίκτες. Πλήθος ~ισμένο (= πωρωμένο, φανατισμένο) με ρατσιστικές αντιλήψεις. [< αγγλ. dope, γαλλ. doper, 1903]
34498ντοπέντο-πέ επίθ. {άκλ.} (αργκό): ντοπαρισμένος. [< γαλλ. dopé]
34499ντόπερμαν & ντόμπερμανντό-περ-μαν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. ράτσα μεγαλόσωμων σκύλων με δυνατό και μυώδες σώμα, μικρά αυτιά, κοντό και στιλπνό τρίχωμα. [< γερμ. Dobermann, γερμ. ανθρ. K. F. L. Dobermann, γαλλ. doberman, περ. 1960]
34500ντόπινγκντό-πινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ντόπιγκ: χρήση απαγορευμένων ουσιών ή μεθόδων για την τεχνητή βελτίωση της αγωνιστικής ικανότητας αθλητή ή ζώου (π.χ. αλόγου) στη διάρκεια αθλητικής διοργάνωσης ή κατά το στάδιο της προετοιμασίας του: κρούσματα/παράβαση ~. Εθνικό Συμβούλιο Καταπολέμησης ~ (ακρ. Ε.Σ.ΚΑ.Ν.). Βλ. αναβολικά (στεροειδή), χαπάκωμα. ΣΥΝ. ντοπάρισμα, φαρμακοδιέγερση ● ΣΥΜΠΛ.: γονιδιακό ντόπινγκ βλ. γονιδιακός, ντόπινγκ αίματος βλ. αίμα, ντόπινγκ/αντιντόπινγκ έλεγχος/κοντρόλ βλ. αντιντόπινγκ [< αγγλ. doping, γαλλ. ~, 1903]
34501ντοπιολαλιάντο-πιο-λα-λιά ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) τοπολαλιά (λαϊκό): διάλεκτος ή ιδίωμα.
34502ντόπιος, ια, ιο ντό-πιος επίθ. (προφ.) ΣΥΝ. εντόπιος 1. (για πρόσ.) που ζει στον τόπο γέννησης και καταγωγής του, αυτόχθονας: ~ιος: καλλιτέχνης/πληθυσμός. ~ιοι: επαγγελματίες/εργαζόμενοι.|| (κ. ως ουσ.) ~ιοι και μετανάστες/πρόσφυγες. Πβ. ημεδαπός, ιθαγενής. Βλ. αλλοδαπός, έπηλυς, ξενομερίτης. ΣΥΝ. γηγενής ΑΝΤ. ξένος (2) 2. εγχώριος, τοπικός: ~ιος: τουρισμός. ~ια: αγορά/βιοτεχνία/οικονομία/παραγωγή. ~ιο: κρασί/τυρί. ~ια: κρέατα/προϊόντα/υφαντά. ~ιες και ξένες ποικιλίες.|| ~ια: παράδοση. ~ιες: συνήθειες. [< αρχ. ἐντόπιος]
34503ντόπλερντό-πλερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (κ. με κεφαλ. Ν) 1. ΦΥΣ. & φαινόμενο Ντόπλερ: αλλαγή στη συχνότητα ενός κύματος, ανάλογη με τη μεταβολή της απόστασης μεταξύ της πηγής και ενός παρατηρητή, η οποία προκύπτει από κίνηση της πηγής ή του παρατηρητή ή και των δύο ως προς το μέσο διάδοσης. 2. ΙΑΤΡ. μέθοδος εξέτασης που μετρά την ταχύτητα κυκλοφορίας του αίματος και την κατεύθυνση της ροής του, σύμφωνα με το αντίστοιχο φαινόμενο, επιτρέποντας την ανίχνευση ανωμαλιών στον ανθρώπινο οργανισμό: υπερηχογράφημα ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ραντάρ ντόπλερ βλ. ραντάρ [< 1. γερμ. Dopplereffekt, γερμ. ανθρ. C. J. Doppler 2: γαλλ. doppler, 1987]
34504ντορβάςντορ-βάς ουσ. (αρσ.) & τορβάς (παλαιότ.-λαϊκό): είδος πάνινου σάκου που χρησιμοποιούνταν ως ταγάρι ή ταΐστρα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: βάζω το κεφάλι μου στον ντορβά/στην γκιλοτίνα (μτφ.): εκτίθεμαι σε κίνδυνο, διακινδυνεύω: Κανείς δεν θέλει να ανακατευτεί στην υπόθεση και να βάλει ~ του ~. Πβ. πέφτω/μπαίνω/βάζω το κεφάλι μου στο στόμα του λύκου., βάζω στο ίδιο σακί/στο ίδιο τσουβάλι/στον ίδιο ντορβά βλ. σακί [< τουρκ. torba]
34505ντορήςντο-ρής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): άλογο με κοκκινωπό τρίχωμα. [< τουρκ. doru]
34506ντόροςντό-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ.): φασαρία, σάλος: Πολύς/τόσος ~ για το τίποτα! Έχει δημιουργήσει/προκαλέσει ~ο (= σούσουρο) γύρω από το όνομά του. ΣΥΝ. νταβαντούρι, πάταγος (1), σαματάς ● ΦΡ.: γίνεται (μεγάλος/πολύς) ντόρος: συζητιέται πολύ, φημολογείται: ~ ~ για εκείνη/ότι θα παντρευτούν.
34507ντορόςντο-ρός ουσ. (αρσ.) & τορός (λαϊκό): ίχνη, πατημασιές, κυρ. θηραμάτων. ● ΦΡ.: (εδώ) τον λύκο (τον) βλέπουμε, τον ντορό γυρεύουμε/ψάχνουμε; (παροιμ.): σε περιπτώσεις που κάποιος αρνείται να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα.
34508ντόρτιαντόρ-τια ουσ. (ουδ.) (τα): (στο τάβλι) τεσσάρες. [< τουρκ. dört]
34509ντοσιέντο-σιέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: φάκελος, συνήθ. με σκληρό εξώφυλλο, για την ταξινόμηση ή/και φύλαξη εγγράφων: πλαστικό/χάρτινο ~. ~ με κορδόνια/κρίκους/λάστιχο. ~ γραφείου/παρουσίασης/σεμιναρίων/συνεδρίων. Αρχειοθέτηση σε ~. Φύλλα ~. Βλ. κλασέρ.|| ~ εργασίας (βλ. πορτφόλιο). Οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να υποβάλουν ~ με δείγματα της δουλειάς τους. ● Υποκ.: ντοσιεδάκι (το) [< γαλλ. dossier]
34510ντοτ κομ: ΠΛΗΡΟΦ. επίθημα σε ηλεκτρονικές διευθύνσεις επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται κυρ. στο διαδίκτυο· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη επιχείρηση. || (ως επίθ.) ~ εταιρείες. [< αμερικ. dot-com, 1994]
34511ντουουσ. (ουδ.) {άκλ.} (αργκό): ορμητική ή/και μαζική εισβολή, έφοδος: Έγινε/έκαναν ~ στο γραφείο του ... Ετοιμάζονται για μεγάλο ~!
34512ντουβάριντου-βά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. τοίχος: πέτρινο/ψηλό ~.|| Κλεισμένοι στα τέσσερα ~ια (του σπιτιού). 2. (μτφ.) για άτομο περιορισμένης νοητικής ικανότητας ή ανεπίδεκτο μαθήσεως: Είναι σκέτο/τελείως ~ στα μαθηματικά. Πβ. βλάκας, κουμπούρας, κούτσουρο, σκράπας, στόκος, στουρνάρι, τούβλο. ● Υποκ.: ντουβαράκι (το) [< τουρκ. duvar]
34513ντουγάνιντου-γά-νι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ανόητος, αμόρφωτος, ξεροκέφαλος. Πβ. ντουβάρι. [< τουρκ. doğan]
34514ντουγρούντου-γρού επίρρ. {άκλ.} (λαϊκό) 1. ευθεία, κατευθείαν, ίσια: Πήγαινε ~ στην πλατεία/πάνω στην κολόνα.|| (μτφ.) Πάει ~ στην καταστροφή. 2. ευθύς αμέσως, χωρίς καθυστέρηση: ~ για ύπνο/στο σπίτι. [< τουρκ. doğru]
34515ντουέτοντου-έ-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΜΟΥΣ. σύνθεση που προορίζεται για δύο όργανα ή δύο φωνές: ~ για βιολιά/βιολοντσέλο και πιάνο. ~ για σοπράνο και βαρύτονο (ΣΥΝ. διφωνία, διωδία, ΑΝΤ. μονωδία). Ηχογράφησε ένα ~ με τον ... Βλ. τερτσέτο. 2. δύο πρόσωπα, συνήθ. καλλιτέχνες, που εμφανίζονται μαζί ή συνεργάζονται: καλλιτεχνικό/κινηματογραφικό/κωμικό/μουσικό/πιανιστικό/χορευτικό ~. Βλ. σόλο.|| Ερωτικό (= ζευγάρι)/συγγραφικό (= δίδυμο) ~.|| (ως επίρρ.) Τραγούδησαν ~. [< ιταλ. duetto]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.