| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2562 | αμετάβλητος | , η, ο [ἀμετάβλητος] α-με-τά-βλη-τος επίθ.: που δεν έχει μεταβληθεί, δεν έχει υποστεί αλλαγές: ~η: θερμοκρασία (= σταθερή)/θέση/πολιτική/συμπεριφορά/τιμή. ~ο: επιτόκιο/(ΦΥΣ.-ΧΗΜ.) σύστημα/χρώμα (= αναλλοίωτο). ~ες: συνθήκες. ~α: στοιχεία. ~ παραμένει ο καιρός. Αφήνω/διατηρώ/κρατώ κάτι ~ο. Βλ. ανέπαφος, απαράλλαχτος. ΑΝΤ. ευμετάβλητος, μεταβλητός ● Ουσ.: αμετάβλητο (το): (λόγ.) αμεταβλητότητα: το ~ της απόφασης (ΑΝΤ. το μεταβλητό). ● επίρρ.: αμετάβλητα & (σπάν.-λόγ.) αμεταβλήτως [< αρχ. ἀμετάβλητος, γαλλ. invariable, invariant] | |
| 2563 | αμεταβλητότητα | [ἀμεταβλητότητα] α-με-τα-βλη-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ιδιότητα του αμετάβλητου: χρονική ~. Ακινησία/σταθερότητα και ~.|| (ΜΑΘ.-ΦΥΣ.) ~ στη μετατόπιση/στην ολίσθηση. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. μεταβλητότητα [< γαλλ. invariance, 1903] | |
| 2564 | αμετάθετος | , η, ο [ἀμετάθετος] α-με-τά-θε-τος επίθ. 1. που δεν αλλάζει, μένει σταθερός: ~ος: στόχος. ~η: απόφαση. ~ο: αίτημα/όριο. Είναι ~ (= ακλόνητος) στις θέσεις/στην πίστη του. ΣΥΝ. αμετακίνητος (1) ΑΝΤ. μεταθετός 2. (για δημόσιο υπάλληλο ή στρατιωτικό) που δεν πήρε ή δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει μετάθεση: Θα υπηρετήσει τρία χρόνια ~. Έμεινε ~ λόγω έλλειψης κενών θέσεων. ΑΝΤ. μεταθέσιμος ● Ουσ.: αμετάθετο (το): το δικαίωμα ή η υποχρέωση δημοσίου υπαλλήλου ή ανώτατου κληρικού να μη μετακινείται από την οργανική του θέση. [< μτγν. ἀμετάθετος ‘αμετάβλητος’, ‘η μη δυανατότητα ανάκλησης ή αλλαγής’, γαλλ. inamovible] | |
| 2565 | αμετακίνητος | , η, ο [ἀμετακίνητος] α-με-τα-κί-νη-τος επίθ. 1. (μτφ.) που δεν αλλάζει γνώμη ή θέση, σταθερός: ~ος: στόχος. ~ο: αίτημα (= αμετάθετο). (Παρα)μένω ~ στις απόψεις/θέσεις μου. Πβ. ακλόνητος, ανυποχώρητος. 2. (για πράγμα ή σπανιότ. πρόσ.) που δεν έχει ή δεν μπορεί να μετακινηθεί: ~ος: βράχος. Πβ. ακίνητος, ακούνητος, ασάλευτος.|| ~ος: υπουργός (: που δεν αλλάζει υπουργείο σε ανασχηματισμό). ΑΝΤ. μετακινήσιμος ● επίρρ.: αμετακίνητα: συνήθ. στη σημ. 2: Είμαστε ~ αντίθετοι στον πόλεμο. [< αρχ. ἀμετακίνητος] | |
| 2566 | αμετάκλητος | , η, ο [ἀμετάκλητος] α-με-τά-κλη-τος επίθ. (λόγ.): που δεν μπορεί να ανακληθεί ή να αλλάξει: ~ος: στόχος (βλ. αμετάθετος)/χαρακτήρας (των μέτρων/της ποινής). ~η: απόφαση (= οριστική)/δήλωση/θέση/καταδίκη/λύση/παραίτηση/ποινή (= τελεσίδικη)/συμφωνία. ~ο: βούλευμα/γεγονός/δικαίωμα. Πβ. ανέκκλητος. ΑΝΤ. ανακλητός, μετακλητός ● Ουσ.: αμετάκλητο (το): (λόγ.-επίσ.) η ιδιότητα του αμετάκλητου: το ~ του διακανονισμού/θανάτου. ● επίρρ.: αμετάκλητα & (λόγ.) αμετακλήτως: (εμφατ.) οριστικά και ~. [< μτγν. ἀμετάκλητος, γαλλ. irrévocable] | |
| 2567 | αμέταλλος | , η, ο [ἀμέταλλος] α-μέ-ταλ-λος επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: αμέταλλα (στοιχεία): ΧΗΜ. χημικά στοιχεία (όπως άνθρακας, άζωτο, ευγενή αέρια, υδρογόνο, οξυγόνο, θείο) που δεν έχουν καμιά από τις χαρακτηριστικές ιδιότητες των μετάλλων (ηλεκτρική αγωγιμότητα, πλαστικότητα, σκληρότητα). Πβ. μεταλλοειδή. [< γερμ. Nichtmetall] | |
| 2568 | αμετανοησία | [ἀμετανοησία] α-με-τα-νο-η-σί-α ουσ. (θηλ.): ΘΕΟΛ. η ιδιότητα του αμετανόητου. ΑΝΤ. μεταμέλεια, μετάνοια (1) [< μτγν. ἀμετανοησία] | |
| 2569 | αμετανόητος | , η, ο [ἀμετανόητος] α-με-τα-νό-η-τος επίθ. 1. που δεν μετανοεί για αμαρτία, έγκλημα, σφάλμα: ~ος: δολοφόνος/τρομοκράτης. ~ για τις πράξεις του. 2. (κατ' επέκτ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) που εμμένει πεισματικά σε έναν τρόπο ζωής, σε μια ιδεολογία: ~ος: γυναικάς/επαναστάτης/εργένης. Βλ. αδιόρθωτος. ● επίρρ.: αμετανόητα [< μτγν. ἀμετανόητος] | |
| 2571 | αμετάτρεπτος | , η, ο [ἀμετάτρεπτος] α-με-τά-τρε-πτος επίθ.: που δεν έχει ή δεν μπορεί να αλλάξει: ~η: απόφαση (= αμετάκλητη)/θέληση/μοίρα. ~ο: γεγονός. Πβ. αμετάβλητος, αμετάλλακτος.|| (ως ουσ., επίσ.) Το ~ο της ποινής. ΑΝΤ. μετατρέψιμος ● επίρρ.: αμετάτρεπτα [< μτγν. ἀμετάτρεπτος] | |
| 2572 | αμετάφραστος | , η, ο [ἀμετάφραστος] α-με-τά-φρα-στος επίθ.: που δεν μεταφράστηκε ή που είναι αδύνατο ή δύσκολο να μεταφραστεί: ~ος: όρος. ~η: λέξη. ~ο: κείμενο.|| ~ο: λογοπαίγνιο. ΑΝΤ. μεταφράσιμος [< μεσν. αμετάφραστος] | |
| 2573 | αμεταχείριστος | , η, ο [ἀμεταχείριστος] α-με-τα-χεί-ρι-στος επίθ.: που δεν χρησιμοποιήθηκε καθόλου: ~η: συσκευή. ~α: ρούχα (= αφόρετα). Πωλείται φούρνος τελείως ~ στο κουτί του (= καινούργιος, ολοκαίνουργιος). ΣΥΝ. αχρησιμοποίητος ΑΝΤ. μεταχειρισμένος [< αρχ. ἀμεταχείριστος, γερμ. ungebraucht] | |
| 2574 | άμετε | βλ. άμε | |
| 2575 | αμέτι-μουχαμέτι | [ἀμέτι-μουχαμέτι] α-μέ-τι μου-χα-μέ-τι επίρρ. (προφ.): οπωσδήποτε, σώνει και καλά: Έχει βάλει ~ ~ (= στόχο) να ... Μ' έχει πρήξει, ~ ~ (= σώνει και καλά) να πάμε! [< τουρκ. amet muhabbet] | |
| 2576 | αμέτοχος | , η, ο [ἀμέτοχος] α-μέ-το-χος επίθ. (λόγ.): που κρατά ουδέτερη στάση, δεν παίρνει μέρος ή δεν συμμετέχει σε κάτι: ~ος: θεατής (= παθητικός)/παρατηρητής (= ουδέτερος). ~ο: κοινό. Είμαι/(παρα)μένω ~ σε κάτι (ΑΝΤ. ανακατεμένος). Παρακολουθεί ~, απαθής και αδιάφορος τις εξελίξεις.|| (λόγ.) ~ του εγκλήματος (ΑΝΤ. συμμέτοχος). ΑΝΤ. αναμεμειγμένος (1) ● επίρρ.: αμέτοχα [< μτγν. ἀμέτοχος] | |
| 2578 | αμετροέπεια | [ἀμετροέπεια] α-με-τρο-έ-πει-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): λόγια χωρίς μέτρο, ουσία, ποιότητα ή σκοπό· φλυαρία: πολιτική ~. ~ και κομπορρημοσύνη. ~ στην απόδοση χαρακτηρισμών. Υπερβολές και ~ες. Πβ. λογοδιάρροια, μεγαλοστομία, πάρλα, περιττο-, πολυ-λογία. ΑΝΤ. λακωνικότητα [< μτγν. ἀμετροεπία] | |
| 2579 | αμετροεπής | , ής, ές [ἀμετροεπής] α-με-τρο-ε-πής επίθ. {αμετροεπ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν έχει όρια και μέτρο στον λόγο· (συνήθ. για πρόσ.) φλύαρος, μεγαλόστομος ή θρασύς: ~είς: δηλώσεις.|| ~ και αλαζόνας/εμπαθής/επηρμένος/υπερφίαλος. Πβ. πολυλογάς, φαφλατάς. ΑΝΤ. λακωνικός (1) ● επίρρ.: αμετροεπώς [-ῶς] [< αρχ. ἀμετροεπής] | |
| 2580 | άμετρος | , η, ο [ἄμετρος] ά-με-τρος επίθ. (λόγ.): που ξεπερνά κάθε μέτρο, αμέτρητος, υπερβολικός: ~ος: σεβασμός. ~η: αγάπη/αισιοδοξία/θλίψη/φιλοδοξία/χαρά. ~ο: θράσος/πάθος (= έντονο). Πβ. υπερβολικός, υπέρμετρος. Βλ. εγκρατής, -μετρος. ● επίρρ.: άμετρα [< αρχ. ἄμετρος] | |
| 2581 | αμετρωπία | [ἀμετρωπία] α-με-τρω-πί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. γενική ονομασία οφθαλμικών παθήσεων (π.χ. αστιγματισμός, μυωπία, υπερμετρωπία, πρεσβυωπία) που χαρακτηρίζονται από ελαττωματική εστίαση των εικόνων στον αμφιβληστροειδή με αποτέλεσμα τη μείωση της οπτικής οξύτητας. ΣΥΝ. διαθλαστική ανωμαλία ΑΝΤ. εμμετρωπία [< γαλλ. amétropie, αγγλ. ametropia] | |
| 2582 | αμή | βλ. αμέ | |
| 2583 | αμήν | [ἀμήν] α-μήν επιφών.: (στο τέλος προσευχής, θρησκευτικού ύμνου ή ψαλμού, με ευχετική σημασία και γενικότ. ευχή για την πραγματοποίηση επιθυμίας που μόλις εκφράστηκε) μακάρι: (ΕΚΚΛΗΣ.) Εις τον αιώνα των αιώνων. ~.|| ~, από το στόμα σου και στου Θεού τ' αυτί! Πβ. γένοιτο, είθε. ● Ουσ.: αμήν (το) {άκλ.}: το ακρότατο σημείο, όριο, τέλος: Η υπομονή του ξεπέρασε το ~. ● ΦΡ.: αμήν και πότε! (προφ.-εμφατ.): (σε απάντηση) δηλώνει ανυπομονησία για την πραγματοποίηση ευχής που μόλις διατυπώθηκε: -Με το καλό να γυρίσεις! -~ ~!, αμήν Παναγία/Παναγιά μου! (προφ.-εμφατ.): μακάρι: -Θα βρεθεί λύση/όλα καλά θα πάνε, μην ανησυχείς. -~ ~!, στο αμήν (προφ.) 1. & (σπανιότ.) μέχρι το αμήν: σε οριακό σημείο (αντοχής, απελπισίας, δυνατοτήτων, υπομονής), στο απροχώρητο: Φέρνω/φτάνω κάποιον ~ ~. Βρίσκομαι/έρχομαι ~ ~. ΣΥΝ. στο μη παρέκει/περαιτέρω, στο νυν και αεί 2. (+ να) παρά λίγο: Έφτασε ~ ~ να παραιτηθεί/να φύγει. Είμαι ~ ~ να τα παρατήσω. Πβ. στο παρά πέντε., ώσπου να πεις αμήν (προφ.): σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, στη στιγμή: Δεν θα καθυστερήσω, θα τελειώσω ~ ~! ΣΥΝ. αμέσως, μέχρι/ώσπου/όσο να πεις κύμινο/κρεμμύδι, στο άψε σβήσε, στο πι και φι ΑΝΤ. αργά (1) [< μτγν. ἀμήν] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ