Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [3500-3520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2554αμερόληπτος, η, ο [ἀμερόληπτος] α-με-ρό-λη-πτος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από αμεροληψία, αντικειμενικότητα: ~ος: διαιτητής/κριτής (= αδέκαστος, δίκαιος). ~ο άτομο που δεν χαρίζεται σε κανέναν.|| (κατ' επέκτ. για ενέργεια:) ~η: απόφαση/εκτίμηση/εξέταση/κριτική. ~α: κριτήρια. Πβ. αδιάβλητος. Βλ. υποκειμενικός. ΣΥΝ. απροκατάληπτος ΑΝΤ. μεροληπτικός, προκατειλημμένος ● επίρρ.: αμερόληπτα [< γαλλ. impartial, γερμ. unparteiisch]
2555αμεροληψία[ἀμεροληψία] α-με-ρο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ανεπηρέαστη και δίκαιη συμπεριφορά προσώπου που κρίνει, χωρίς να παίρνει το μέρος κάποιου: η ~ του ιστορικού. Ασκεί τα καθήκοντά του με πλήρη ~ και ευσυνειδησία. Πβ. αντικειμενικότητα. Βλ. ουδετερότητα. ΑΝΤ. μεροληψία [< γαλλ. impartialité]
2556αμεσοδημοκρατικός, ή, ό [ἀμεσοδημοκρατικός] α-με-σο-δη-μο-κρα-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με την άμεση δημοκρατία: ~ός: έλεγχος/τρόπος λήψης αποφάσεων. ~ή: συνέλευση. ~ό: κίνημα.
2557άμεσος, η, ο [ἄμεσος] ά-με-σος επίθ. {αμεσότ-ερος, -ατος} 1. που γίνεται χωρίς μεσολάβηση άλλου ή που συνδέεται απευθείας με κάποιον ή κάτι χρονικά ή χωρικά: ~ος: κληρονόμος/προϊστάμενος. ~η: αναφορά/(ΝΟΜ.) αντιπροσώπευση/απήχηση/εκλογή/εμπειρία/επαφή (με το δέρμα)/επέμβαση (π.χ. της Αστυνομίας, του εισαγγελέα)/επίδραση/επικοινωνία/μετάδοση (= απευθείας)/πρόσβαση/συμμετοχή. ~οι: ενδιαφερόμενοι (= άμεσα). Ήμουν παρών στο συμβάν και έχω ~η (= προσωπική) αντίληψη. Έχει ~η σχέση με τον χώρο/το ζήτημα. ΑΝΤ. έμμεσος (1) 2. που συμβαίνει ή πρέπει να γίνει πολύ γρήγορα, χωρίς καθυστέρηση: ~ος: έλεγχος/ψεκασμός. ~η: ανακούφιση (από τον πόνο)/αναχώρηση (πλοίου, πτήσης)/απάντηση/αποζημίωση (πληγέντων, παραγωγών)/βοήθεια/εκκένωση (κτιρίου)/εφαρμογή (νόμου, προγράμματος, σχεδίου)/προστασία (καλλιέργειας). ~o: αποτέλεσμα. ~ες: επιπτώσεις/επιχορηγήσεις. Είναι ~ και αποτελεσματικός. Ζητείται η ~η κινητοποίηση των Αρχών. ~ και σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια υγεία. ~η χειρουργική επέμβαση/εισαγωγή στο νοσοκομείο (ΣΥΝ. επείγουσα). 3. που αφορά το παρόν ή κοντινό μέλλον: ~οι: σκοποί/στόχοι. ~ες: επιδιώξεις/προθέσεις. ~α: σχέδια (ΣΥΝ. προσεχή. ΑΝΤ. απώτερα). ● επίρρ.: άμεσα 1. με άμεσο τρόπο, απευθείας, χωρίς μεσολάβηση ή παρεμβολή (τρίτου): Νοσήματα που σχετίζονται ~ με το κάπνισμα. ~ ασφαλισμένος (: σε αντιδιαστολή με τον έμμεσα ασφαλισμένο, που έχει λ.χ. ασφάλεια από τους γονείς του).|| Θέματα που μας αφορούν/ενδιαφέρουν ~. ΑΝΤ. έμμεσα 2. (καταχρ.) αμέσως, χωρίς καθυστέρηση, αργοπορία, χρονοτριβή: Νομοσχέδιο που προωθείται ~ από την κυβέρνηση. Απόφαση που βγήκε/λύση που δόθηκε ~. (για διαμέρισμα/κατάστημα που ενοικιάζεται ή πωλείται) ~ διαθέσιμο. ● ΣΥΜΠΛ.: άμεση γνώση: ΦΙΛΟΣ. που αποκτάται, προέρχεται αποκλειστικά από τις αισθήσεις., άμεση δράση 1. (με κεφαλ. τα Α, Δ) & (λόγ.) Άμεσος Δράση: αστυνομική υπηρεσία που αντιμετωπίζει χωρίς καθυστέρηση έκτακτα περιστατικά: Καλώ/τηλεφωνώ/φωνάζω την ~ ~ (= το εκατό). 2. που αποβλέπει στην ταχύτατη επίτευξη ενός στόχου με χρήση των πιο αποτελεσματικών κατά περίπτωση μέσων: Πρέπει να αναλάβουμε ~ ~, να κηρύξουμε απεργία., άμεση δημοκρατία βλ. δημοκρατία, άμεση εκλογή βλ. εκλογή, άμεση παράδοση βλ. παράδοση, άμεση/απευθείας πώληση βλ. πώληση, άμεσο αντικείμενο βλ. αντικείμενο, άμεσο μάρκετινγκ/άμεση διαφήμιση βλ. μάρκετινγκ, έκτακτης/άμεσης/πρώτης ανάγκης βλ. ανάγκη ● ΦΡ.: στο άμεσο μέλλον: στο (πολύ) κοντινό μέλλον, προσεχώς, σύντομα: Δεν προβλέπονται σημαντικές αλλαγές/εξελίξεις ~ ~. ΣΥΝ. στο εγγύς μέλλον ΑΝΤ. στο απώτερο μέλλον, υπάρχει άμεση/μεγάλη/(κατ)επείγουσα ανάγκη βλ. ανάγκη [< αρχ. ἄμεσος, γαλλ. immédiat, γαλλ.-αγγλ. direct]
2558αμεσότητα[ἀμεσότητα] α-με-σό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (στην επικοινωνία) έλλειψη παρεμβολής, διαμεσολάβησης, ικανότητα προσέγγισης κάποιου με ειλικρίνεια, απλότητα, σαφήνεια και ακρίβεια: εκφραστική ~. ~ του διαδικτύου/της τηλεόρασης. Ζωντάνια/φυσικότητα και ~ της αφήγησης. Γράφει/μιλά με ~ (πβ. ευθύτητα, ντομπροσύνη· ΣΥΝ. χωρίς περιστροφές). ΑΝΤ. εμμεσότητα 2. έλλειψη καθυστέρησης: ~ της αντίδρασης/απάντησης. ~ στην πληροφόρηση. Βελτίωση της ποιότητας και ~ας των παρεχόμενων υπηρεσιών. Βλ. -ότητα. [< μεσν. ἀμεσότης, αγγλ. directness, γερμ. Direktheit]
2559αμέσως[ἀμέσως] α-μέ-σως επίρρ.: χωρίς καθυστέρηση ή χρονοτριβή: Επιστρέφω ~. Μου απάντησαν ~. Η πωλήτρια με εξυπηρέτησε ~ (= στη στιγμή, στο λεπτό). Πρέπει να βρω ~ λύση (= επειγόντως).|| (εμφατ.) Τώρα ~! Φύγε ~ (= γρήγορα) από εδώ!|| (δηλώνει εμφατ. τη χρονική αλληλουχία) ~ μόλις ενεργοποιηθεί. Τι κάνουμε ~ μετά;|| (ως επιφών. σε θέση κατάφασης· δηλώνει προθυμία του ομιλητή) -Μπορείς να μου το εξηγήσεις πάλι; -~ (= μετά χαράς)! (εμφατ.) ~, έφτασε! Πβ. αμελλητί, ανυπερθέτως, αυθωρεί, αυτοστιγμεί, εν ριπή οφθαλμού, ευθύς, κατευθείαν, μεμιάς, μονομιάς, πάραυτα, παραχρήμα. Βλ. άμεσα. ΑΝΤ. καθυστερημένα ● ΦΡ.: ο αμέσως επόμενος: αυτός που ακολουθεί, χωρίς ενδιάμεση παρεμβολή: ~ ~ στη σειρά κατάταξης. Η ~ ~η χρονιά. Στο ~ ~ο φανάρι, στρίψτε αριστερά., ευθύς αμέσως βλ. ευθύς [< μτγν. ἀμέσως]
2560αμετάβατος, η, ο [ἀμετάβατος] α-με-τά-βα-τος επίθ. 1. ΓΡΑΜΜ. που σχετίζεται με το αμετάβατο ρήμα: ~η: σύνταξη/χρήση. 2. (σπάν.) που δεν μεταβιβάζεται: ~η: θέση/ιδιότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: αμετάβατο ρήμα: ΓΡΑΜΜ. του οποίου η ενέργεια δεν μεταβαίνει σε αντικείμενο: π.χ. εργάζομαι, κοιμάμαι. ΑΝΤ. μεταβατικό ρήμα [< 1: μτγν. ἀμετάβατος]
2561αμεταβίβαστος, η/ος, ο [ἀμεταβίβαστος] α-με-τα-βί-βα-στος επίθ.: ΝΟΜ. που δεν έχει ή δεν μπορεί να παραχωρηθεί ή εκχωρηθεί σε κάποιον: ~η: άδεια/επικαρπία. ~ο: επίδομα. ΣΥΝ. ανεκχώρητος ΑΝΤ. μεταβιβάσιμος ● Ουσ.: αμεταβίβαστο (το) 1. ΝΟΜ. η μη δυνατότητα εκχώρησης σε άλλο πρόσωπο: το ~ της αρμοδιότητας/δικαιοδοσίας. 2. (μτφ.-λόγ.) καθετί που δεν μεταβιβάζεται: το ~ της εμπειρίας. ● ΣΥΜΠΛ.: αμεταβίβαστη αξίωση/αμεταβίβαστο δικαίωμα: ΝΟΜ. προσωποπαγές δικαίωμα που δεν μπορεί να μεταβιβάσει σε άλλον ο κάτοχός του: Το ~ ~ της προσωπικότητας. Βλ. επικαρπία. [< γαλλ. intransférable]
2562αμετάβλητος, η, ο [ἀμετάβλητος] α-με-τά-βλη-τος επίθ.: που δεν έχει μεταβληθεί, δεν έχει υποστεί αλλαγές: ~η: θερμοκρασία (= σταθερή)/θέση/πολιτική/συμπεριφορά/τιμή. ~ο: επιτόκιο/(ΦΥΣ.-ΧΗΜ.) σύστημα/χρώμα (= αναλλοίωτο). ~ες: συνθήκες. ~α: στοιχεία. ~ παραμένει ο καιρός. Αφήνω/διατηρώ/κρατώ κάτι ~ο. Βλ. ανέπαφος, απαράλλαχτος. ΑΝΤ. ευμετάβλητος, μεταβλητός ● Ουσ.: αμετάβλητο (το): (λόγ.) αμεταβλητότητα: το ~ της απόφασης (ΑΝΤ. το μεταβλητό). ● επίρρ.: αμετάβλητα & (σπάν.-λόγ.) αμεταβλήτως [< αρχ. ἀμετάβλητος, γαλλ. invariable, invariant]
2563αμεταβλητότητα[ἀμεταβλητότητα] α-με-τα-βλη-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ιδιότητα του αμετάβλητου: χρονική ~. Ακινησία/σταθερότητα και ~.|| (ΜΑΘ.-ΦΥΣ.) ~ στη μετατόπιση/στην ολίσθηση. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. μεταβλητότητα [< γαλλ. invariance, 1903]
2564αμετάθετος, η, ο [ἀμετάθετος] α-με-τά-θε-τος επίθ. 1. που δεν αλλάζει, μένει σταθερός: ~ος: στόχος. ~η: απόφαση. ~ο: αίτημα/όριο. Είναι ~ (= ακλόνητος) στις θέσεις/στην πίστη του. ΣΥΝ. αμετακίνητος (1) ΑΝΤ. μεταθετός 2. (για δημόσιο υπάλληλο ή στρατιωτικό) που δεν πήρε ή δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει μετάθεση: Θα υπηρετήσει τρία χρόνια ~. Έμεινε ~ λόγω έλλειψης κενών θέσεων. ΑΝΤ. μεταθέσιμος ● Ουσ.: αμετάθετο (το): το δικαίωμα ή η υποχρέωση δημοσίου υπαλλήλου ή ανώτατου κληρικού να μη μετακινείται από την οργανική του θέση. [< μτγν. ἀμετάθετος ‘αμετάβλητος’, ‘η μη δυανατότητα ανάκλησης ή αλλαγής’, γαλλ. inamovible]
2565αμετακίνητος, η, ο [ἀμετακίνητος] α-με-τα-κί-νη-τος επίθ. 1. (μτφ.) που δεν αλλάζει γνώμη ή θέση, σταθερός: ~ος: στόχος. ~ο: αίτημα (= αμετάθετο). (Παρα)μένω ~ στις απόψεις/θέσεις μου. Πβ. ακλόνητος, ανυποχώρητος. 2. (για πράγμα ή σπανιότ. πρόσ.) που δεν έχει ή δεν μπορεί να μετακινηθεί: ~ος: βράχος. Πβ. ακίνητος, ακούνητος, ασάλευτος.|| ~ος: υπουργός (: που δεν αλλάζει υπουργείο σε ανασχηματισμό). ΑΝΤ. μετακινήσιμος ● επίρρ.: αμετακίνητα: συνήθ. στη σημ. 2: Είμαστε ~ αντίθετοι στον πόλεμο. [< αρχ. ἀμετακίνητος]
2566αμετάκλητος, η, ο [ἀμετάκλητος] α-με-τά-κλη-τος επίθ. (λόγ.): που δεν μπορεί να ανακληθεί ή να αλλάξει: ~ος: στόχος (βλ. αμετάθετος)/χαρακτήρας (των μέτρων/της ποινής). ~η: απόφαση (= οριστική)/δήλωση/θέση/καταδίκη/λύση/παραίτηση/ποινή (= τελεσίδικη)/συμφωνία. ~ο: βούλευμα/γεγονός/δικαίωμα. Πβ. ανέκκλητος. ΑΝΤ. ανακλητός, μετακλητός ● Ουσ.: αμετάκλητο (το): (λόγ.-επίσ.) η ιδιότητα του αμετάκλητου: το ~ του διακανονισμού/θανάτου. ● επίρρ.: αμετάκλητα & (λόγ.) αμετακλήτως: (εμφατ.) οριστικά και ~. [< μτγν. ἀμετάκλητος, γαλλ. irrévocable]
2567αμέταλλος, η, ο [ἀμέταλλος] α-μέ-ταλ-λος επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: αμέταλλα (στοιχεία): ΧΗΜ. χημικά στοιχεία (όπως άνθρακας, άζωτο, ευγενή αέρια, υδρογόνο, οξυγόνο, θείο) που δεν έχουν καμιά από τις χαρακτηριστικές ιδιότητες των μετάλλων (ηλεκτρική αγωγιμότητα, πλαστικότητα, σκληρότητα). Πβ. μεταλλοειδή. [< γερμ. Nichtmetall]
2568αμετανοησία[ἀμετανοησία] α-με-τα-νο-η-σί-α ουσ. (θηλ.): ΘΕΟΛ. η ιδιότητα του αμετανόητου. ΑΝΤ. μεταμέλεια, μετάνοια (1) [< μτγν. ἀμετανοησία]
2569αμετανόητος, η, ο [ἀμετανόητος] α-με-τα-νό-η-τος επίθ. 1. που δεν μετανοεί για αμαρτία, έγκλημα, σφάλμα: ~ος: δολοφόνος/τρομοκράτης. ~ για τις πράξεις του. 2. (κατ' επέκτ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) που εμμένει πεισματικά σε έναν τρόπο ζωής, σε μια ιδεολογία: ~ος: γυναικάς/επαναστάτης/εργένης. Βλ. αδιόρθωτος. ● επίρρ.: αμετανόητα [< μτγν. ἀμετανόητος]
2571αμετάτρεπτος, η, ο [ἀμετάτρεπτος] α-με-τά-τρε-πτος επίθ.: που δεν έχει ή δεν μπορεί να αλλάξει: ~η: απόφαση (= αμετάκλητη)/θέληση/μοίρα. ~ο: γεγονός. Πβ. αμετάβλητος, αμετάλλακτος.|| (ως ουσ., επίσ.) Το ~ο της ποινής. ΑΝΤ. μετατρέψιμος ● επίρρ.: αμετάτρεπτα [< μτγν. ἀμετάτρεπτος]
2572αμετάφραστος, η, ο [ἀμετάφραστος] α-με-τά-φρα-στος επίθ.: που δεν μεταφράστηκε ή που είναι αδύνατο ή δύσκολο να μεταφραστεί: ~ος: όρος. ~η: λέξη. ~ο: κείμενο.|| ~ο: λογοπαίγνιο. ΑΝΤ. μεταφράσιμος [< μεσν. αμετάφραστος]
2573αμεταχείριστος, η, ο [ἀμεταχείριστος] α-με-τα-χεί-ρι-στος επίθ.: που δεν χρησιμοποιήθηκε καθόλου: ~η: συσκευή. ~α: ρούχα (= αφόρετα). Πωλείται φούρνος τελείως ~ στο κουτί του (= καινούργιος, ολοκαίνουργιος). ΣΥΝ. αχρησιμοποίητος ΑΝΤ. μεταχειρισμένος [< αρχ. ἀμεταχείριστος, γερμ. ungebraucht]
2574άμετεβλ. άμε

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.