Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [35180-35200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
34516ντουζβλ. ντους
34517ντουζένιντου-ζέ-νι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΜΟΥΣ. τρόπος κουρδίσματος λαϊκών οργάνων, κυρ. του μπουζουκιού. ● ΦΡ.: είναι στα ντουζένια του: σε καλή διάθεση, σε μεγάλα κέφια ή σε έξαρση. [< τουρκ. düzen]
34518ντουζιέραντου-ζιέ-ρα ουσ. (θηλ.) & ντουσιέρα: ρηχή μπανιέρα ή χώρος με ειδική υδραυλική εγκατάσταση όπου μπορεί κάποιος να κάνει ντους: γωνιακή/εξωτερική/τετράγωνη/υπαίθρια ~. ~ με τζάμι ασφαλείας και συρόμενες πόρτες. Καμπίνα ~ας. Μπάνιο/τουαλέτα με ~. ~ες στην παραλία. Πβ. καταιονιστήρας. Βλ. είδη υγιεινής, -ιέρα.
34519ντουζίναντου-ζί-να ουσ. (θηλ.) (προφ.): δωδεκάδα: μια/μισή ~ αβγά.|| Αγοράζω τα σιντί με τις ~ες/με την ~ (= πολλά μαζί· πβ. με το κιλό). [< μεσν. ντουζίνα < ιταλ. διαλεκτ. duzina]
34520ντουίντου-ί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. υποδοχή στην άκρη καλωδίου, στην οποία βιδώνεται ή προσαρμόζεται ηλεκτρικός λαμπτήρας: κεραμικό ~. ~ πορσελάνης. ΣΥΝ. λυχνιολαβή [< γαλλ. douille]
34521ντούκουντού-κου επίρρ. (λαϊκό) : τοις μετρητοίς: Πλήρωσε ~ 1.000 ευρώ. Τα έδωσε/έσκασε όλα ~. ● ΦΡ.: (πάω/κάνω) ντούκου: (σε τυχερά παιχνίδια και χαρτοπαίγνια) πάω πάσο., περνάω κάτι (στο) ντούκου: δεν δίνω ιδιαίτερη σημασία σε κάτι, το προσπερνώ ή το αποσιωπώ: Το θέμα είναι πολύ σημαντικό, για να το περάσω στο ~.|| Το γενονός/η είδηση πέρασε ~. [< λ. ηχομιμητ.]
34522ντούκου ντούκουντού-κου ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: δυνατός, ρυθμικός και επαναλαμβανόμενος ήχος, χτύπος ή θόρυβος, ιδ. μηχανής. [< λ. ηχομιμητ.]
34523ντουλάπαντου-λά-πα ουσ. (θηλ.) 1. έπιπλο μεγάλων διαστάσεων, συνήθ. ορθογώνιου σχήματος, με μία ή περισσότερες πόρτες και κατάλληλη διαμόρφωση (με συρτάρια, ράφια και κρεμάστρες) για την τοποθέτηση και φύλαξη διαφόρων αντικειμένων, κυρ. ρούχων: διπλή/δίφυλλη/μεταλλική/ξύλινη/πλαστική ~. ~ες ανοιγόμενες ή συρόμενες/εντοιχιζόμενες. Η ~ της κρεβατοκάμαρας. ~ εξωτερικού χώρου. 2. (μτφ.-μειωτ. για πρόσ.) εύσωμος, σωματώδης: Ένας τύπος φαρδύς σαν ~. Πβ. φουσκωτός.|| Είχε γίνει σαν ~ (= πολύ χοντρός). ● Υποκ.: ντουλαπίτσα (η): στη σημ.1.
34524ντουλάπιντου-λά-πι ουσ. (ουδ.) {ντουλαπιού}: έπιπλο ορθογώνιου παραλληλόγραμμου σχήματος που κλείνει με ένα ή δύο πορτάκια για την φύλαξη τροφίμων, σκευών ή άλλων αντικειμένων: δίφυλλο/ενσωματωμένο/κλειστό/κρεμαστό/μεταλλικό/ξύλινο ~. Εντοιχισμένα ~ια κουζίνας. ~ ασφαλείας/μπάνιου/νεροχύτη/τοίχου (= επίτοιχο). Βιβλιοθήκη με ράφια και ~ια. Κονσόλα-~. Πβ. ερμάριο. ● Υποκ.: ντουλαπάκι (το) : ~ αυτοκινήτου/συνοδηγού. ● ΦΡ.: βάζω κάτι/κάτι μπαίνει στο ντουλάπι (μτφ.-προφ.): για κάτι που δεν χρησιμοποιείται πια, συνήθ. επειδή δεν είναι χρήσιμο ή έχει ξεπεραστεί. Βλ. στο αρχείο, στον πάγο, στο ψυγείο/στην κατάψυξη, χρονοντούλαπο. [< τουρκ. dolap]
34525ντουμάνιντου-μά-νι ουσ. (ουδ.) (προφ.): πυκνός καπνός, συνήθ. από τσιγάρα· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη βαριά και αποπνικτική ατμόσφαιρα. [< τουρκ. duman]
34526ντουμανιάζωντου-μα-νιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ντουμάνια-σε, -σει, -σμένος} (προφ.) 1. γεμίζω έναν χώρο με καπνό ή δεν μπορώ να αναπνεύσω εξαιτίας του: Το ~σες το δωμάτιο!|| Άνοιξε κανένα παράθυρο, ~σαμε/μας ~σες! Πβ. φλομώνω. 2. {στο γ' πρόσ.} (για κλειστό χώρο) είναι γεμάτος καπνό: Η αίθουσα έχει ~σει.
34527ντουμπλ φαςεπίθ. {άκλ.}: διπλής όψης: μαξιλάρια (καρέκλας)/μπουφάν ~. ΣΥΝ. ντούμπλεξ (3) [< γαλλ. double-face]
34528ντουμπλάρισμαντου-μπλά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {ντουμπλαρίσμ-ατος} & ντουμπλάζ (προφ.) 1. ΚΙΝΗΜ. αντικατάσταση ηθοποιού (σε επικίνδυνες ή ερωτικές σκηνές) ή της φωνής του: Έπαιξε στην ταινία χωρίς ~. Βλ. κασκαντέρ. 2. μεταγλώττιση: ~ ξένων κινηματογραφικών ταινιών. ~ σε κινούμενα σχέδια. 3. επένδυση συνήθ. υφάσματος και γενικότ. επικάλυψη υλικού: σιλικόνη/φόδρα ~ατος. ΣΥΝ. επίστρωση, φοδράρισμα 4. (συνήθ. ΑΘΛ.) διπλασιασμός: ~ αυτοκινήτου σε αγώνες ταχύτητας (: το ένα προηγείται κατά έναν γύρο του άλλου). Βλ. -ισμα. [< γαλλ. doublage]
34529ντουμπλάρωντου-μπλά-ρω ρ. (μτβ.) {ντούμπλαρ-ε κ. ντουμπλάρ-ισε, -ίστηκε, -ιστεί, -ισμένος, ντουμπλάρ-οντας} (προφ.) 1. ΚΙΝΗΜ. αντικαθιστώ ηθοποιό (σε επικίνδυνες ή ερωτικές σκηνές) ή τη φωνή του: Τον ~ε κασκαντέρ. Την ~ε γνωστή τραγουδίστρια. 2. μεταγλωττίζω: αγγλικές ταινίες ~ισμένες στα Ελληνικά. 3. (συνήθ. ΑΘΛ.) διπλασιάζω: ~ε τις ολυμπιακές νίκες του/τα χρυσά του μετάλλια.|| ~ει τον αθλητή (: προηγείται κατά έναν γύρο). 4. επενδύω, επικαλύπτω: καμπαρντίνα ~ισμένη (= φοδραρισμένη) με βαμβακερό ύφασμα.|| Μέταλλο ~ισμένο (= επιστρωμένο) με φύλλο χρυσού. [< γαλλ. doubler]
34530ντούμπλεξ[ντοῦμπλεξ] ντού-μπλεξ επίθ. {άκλ.} & (σπάν.) ντούπλεξ 1. ΤΗΛΕΠ. σύστημα επικοινωνίας που επιτρέπει την ταυτόχρονη μετάδοση μηνυμάτων από δύο ή περισσότερους σταθμούς ή γενικότ. αποτελείται από δύο τμήματα: ~ τηλέφωνο.|| (ως ουσ.) Άκουσα τη συζήτησή τους από το ~. 2. διαμέρισμα δύο ορόφων, που συνδέονται με εσωτερική σκάλα: ~ σουίτα (βλ. μεζονέτα). 3. ντουμπλ φας. [< 1: αγγλ. duplex, γαλλ. ~, 1954 2: αμερικ. ~, 1922, γαλλ. ~, περ. 1960]
34531ντούμπνιοντού-μπνι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό στοιχείο (σύμβ. Db, Ζ 105) με μικρή διάρκεια ζωής. [< αγγλ. dubnium, 1994, γαλλ. ~, 1995 < ρωσ. πόλη Dubna]
34532ντουνιάςντου-νιάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): κυρ. στη ● ΦΡ.: κόσμος και ντουνιάς βλ. κόσμος [< τουρκ. dünya]
34533ντουντούκαντου-ντού-κα ουσ. (θηλ.) (προφ.): φορητό μεγάφωνο, τηλεβόας: πορεία/συλλαλητήριο με πανό και ~ες. [< τουρκ. düdük]
34534ντουραλουμίνιοντου-ρα-λου-μί-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΑΛΛ. κράμα από αλουμίνιο και σε μικρότερο βαθμό, χαλκό, μαγνήσιο και μαγγάνιο, με ευρεία χρήση κυρ. στην κατασκευή αεροπλάνων, βαγονιών και αυτοκινήτων, επειδή είναι ελαφρύ μέταλλο ιδιαίτερης αντοχής. [< γερμ. εμπορ. ονομασ. Duralumin]
34535ντούρος, α, ο [ντοῦρος] ντού-ρος επίθ. (προφ.-συνήθ. ειρων., για πρόσ.) 1. γερός και δυνατός, άκαμπτος, αλύγιστος. 2. στητός, καμαρωτός. [< ιταλ. duro]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.