Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [35200-35220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
34536ντουςουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ντουζ 1. πλύσιμο του σώματος με νερό που πέφτει με πίεση: ζεστό/κρύο/πρωινό/χαλαρωτικό ~. Κάνω ~. Πβ. μπάνιο. 2. (ειδικότ.) υδραυλική εγκατάσταση για ροή νερού με πίεση· συνεκδ. ο αντίστοιχος χώρος: τηλέφωνο ~. Μπαίνω/στέκομαι κάτω από το ~.|| Καμπίνες ~. Λουτρό με ~ (= ντουζιέρα). Πβ. καταιονιστήρας. Βλ. τζακούζι. ● ΣΥΜΠΛ.: σκωτσέζικο ντους 1. (μτφ.) για εναλλασσόμενες θετικές και αρνητικές καταστάσεις ή εξελίξεις· για ξαφνική, συνήθ. δυσάρεστη, τροπή των γεγονότων: το ~ ~ της εξωτερικής πολιτικής/του χρηματιστηρίου. Το ματς έμοιαζε με ~ ~. 2. ντους με κρύο και ζεστό νερό εναλλάξ. [< γαλλ. douche]
34537ντουσιέραβλ. ντουζιέρα
34538ντουφεκάω& ντουφεκώ βλ. τουφεκίζω
34539ντουφέκιβλ. τουφέκι
34540ντουφεκιάβλ. τουφεκιά
34541ντουφεκίδιβλ. τουφεκίδι
34542ντουφεκίζωβλ. τουφεκίζω
34543ντουφεκισμόςβλ. τουφεκισμός
34544ντράβαλαντρά-βα-λα ουσ. (ουδ.) (τα) & (σπάν.) τράβαλα (λαϊκό): τραβολογήματα· κυρ. στη ● ΦΡ.: έχω μπλεξίματα/μπελάδες/φασαρίες/τραβήγματα/ντράβαλα βλ. μπλέξιμο [< παλαιότ. ιταλ. travaglia > ιταλ. travaglio]
34545ντράγκστερντρά-γκστερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αυτοκίνητο με πολύ ισχυρό κινητήρα για αγώνες ταχύτητας μικρών αποστάσεων. Βλ. ράλι, φόρμουλα. [< αγγλ. dragster, περ. 1954, γαλλ. ~, 1966]
34546ντράιβντρά-ιβ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) μπάσιμο, διείσδυση: "Τρύπησε" με ~ την αντίπαλη άμυνα. [< αγγλ. drive]
34548ντράιβ-ινντρά-ιβ ιν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. υπαίθριος κινηματογράφος στον οποίο οι θεατές παρακολουθούν την ταινία μέσα από το αυτοκίνητό τους. 2. επιχείρηση, συνήθ. εστιατόριο, στην οποία ο πελάτης εξυπηρετείται, ενώ παραμένει στο αυτοκίνητο ή το μηχανάκι του: ~ φαστ φουντ. [< αμερικ. drive-in, 1937, γαλλ. ~, 1949
34547ντράιβερντρά-ι-βερ ουσ. (αρσ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΠΛΗΡΟΦ. οδηγός. [< αγγλ. driver]
34549ντράμερντρά-μερ ουσ. (αρσ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & ντραμίστας: μουσικός που παίζει ντραμς: ροκ/τζαζ ~. Μπάντα με δύο ~. Ο θρυλικός/πρώην ~ του συγκροτήματος ... Βλ. περκασιονίστας, τυμπανιστής. [< αγγλ. drummer]
34550ντραμςουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. σύνολο από κρουστά όργανα που αποτελείται κυρ. από τύμπανα, πιατίνια και ταμπούρλα διαφορετικού μεγέθους, διατεταγμένα έτσι ώστε να παίζονται ρυθμικά με μπαγκέτες ή πεντάλ: ηλεκτρονικά ~. Βλ. κάσα, κύμβαλο, μπότα. [< αγγλ. drums]
34551ντραπέντρα-πέ επίθ. {άκλ.}: για ύφασμα ραμμένο έτσι ώστε να σχηματίζει μεγάλες και καμπύλες πτυχώσεις: ~ φόρεμα.|| (ως ουσ.) Ανάλαφρα/εντυπωσιακά ~. Τα ~ και οι πιέτες δίνουν έμφαση στον όγκο. Βλ. πλισέ. [< γαλλ. drapé]
34552ντραφτουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. ετήσια διαδικασία επιλογής παικτών για τις ομάδες του NBA, με βασική προϋπόθεση να μην έχουν αγωνιστεί παλαιότερα σε αυτό: Επιλέχθηκε στο νούμερο πέντε του ~. [< αμερικ. draft]
34553ντρέπομαιντρέ-πο-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ντράπ-ηκα, -εί}: νιώθω ντροπή: ~ για την κατάντια τους/λογαριασμό σου/το φέρσιμό του! Δεν ~εσαι να μιλάς έτσι; Καλά, δεν ~ονται καθόλου/λιγάκι; Θα έπρεπε να ~ονται που μας εξαπάτησαν. Είχε ντραπεί πολύ με την απερισκεψία του. Πβ. αισχύνομαι.|| Μη με ~εσαι! ~εται να εμφανιστεί δημοσίως/να της μιλήσει. Δεν ~ηκαν (= σεβάστηκαν) τα χρόνια του! Πβ. κατα~, κοκκινίζω. ● ΦΡ.: σα(ν) δε(ν) ντρέπεσαι/-εται/...!: ντροπή σου/του/...!: ~ ~εσαι, (κοτζάμ άντρας) να λες ψέματα! Σα δεν ~όμαστε/~ονται, λέω γω! [< μεσν. ντρέπομαι < αρχ. ἐντρέπομαι]
34554ντρεσάζντρε-σάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. αγώνισμα της ιππασίας, ατομικό ή ομαδικό, στο οποίο ο αναβάτης εκτελεί συγκεκριμένες κινήσεις με το άλογό του. [< γαλλ. dressage, αγγλ. ~, 1912]
34555ντρέσινγκντρέ-σινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ντρέσιγκ: ΜΑΓΕΙΡ. σάλτσα με καρυκεύματα, που συνοδεύει συνήθ. σαλάτες και κρεατικά: ~ με ελαιόλαδο, ξίδι και μουστάρδα. Περιχύστε τα ζυμαρικά/τα λαχανικά με το ~. Πβ. σος. Βλ. άρτυμα, βινεγκρέτ. [< αγγλ. dressing]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.