| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 34556 | ντρέτος | , η, ο ντρέ-τος επίθ. (λαϊκό) 1. (μτφ.) ειλικρινής, ντόμπρος, ξεκάθαρος: τίμιος, ~, μπεσαλής. ΣΥΝ. ευθύς (2) 2. ίσιος: ~ο: ξύλο. [< πβ. μεσν. επίρρ. ντρέτα < βεν. dreto] | |
| 34557 | ντριμ τιμ | ουσ. (θηλ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. ομάδα, συνήθ. μπάσκετ, που αποτελείται από εξαιρετικούς παίκτες και πετυχαίνει συνέχεια νίκες: πανίσχυρη ~. Κατάκτηση του μουντομπάσκετ από την ~.|| Η ~ της άρσης βαρών. 2. (κατ' επέκτ.) κάθε σύνολο ατόμων που αξιολογούνται ως οι καλύτεροι στον τομέα τους: μαθητική ~. [< αμερικ. Dream Team, 1977] | |
| 34558 | ντριμπλαδόρος | βλ. τριπλαδόρος | |
| 34559 | ντριμπλέρ | βλ. τριπλέρ | |
| 34560 | ντριν | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ήχος, συνήθ. κουδουνιού ή τηλεφώνου. Βλ. ντιν νταν. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 34561 | ντρίπλα | βλ. τρίπλα | |
| 34562 | ντριπλαδόρος | βλ. τριπλαδόρος | |
| 34563 | ντριπλάρω | βλ. τριπλάρω | |
| 34564 | ντριπλέρ | βλ. τριπλέρ | |
| 34565 | ντρόγκα | ντρό-γκα ουσ. (θηλ.) (αργκό): ναρκωτικά. Πβ. ντόπα. [< ιταλ. droga] | |
| 34566 | ντροπαλός | , ή, ό ντρο-πα-λός επίθ. & (σπάν.) ντροπιάρης, α, ικο: που αισθάνεται μεγάλη ντροπή απέναντι στους άλλους: ~ό: παιδί. Είναι πολύ ~, διστάζει να κάνει το πρώτο βήμα.|| ~ό: βλέμμα. ΣΥΝ. αιδήμων, συνεσταλμένος ● επίρρ.: ντροπαλά [< μεσν. ντροπαλός, εντροπιάρης] | |
| 34567 | ντροπαλότητα | ντρο-πα-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & ντροπαλοσύνη (λόγ.): η ιδιότητα του ντροπαλού: υπερβολική ~. Πβ. ντροπή. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. αιδημοσύνη, συστολή (3) | |
| 34568 | ντροπή | ντρο-πή ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) εντροπή 1. αίσθημα ενοχής, ταπείνωσης και κατωτερότητας που νιώθει κάποιος, επειδή διέπραξε κάτι ανάρμοστο ή αξιοκατάκριτο· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) η πράξη ή συμπεριφορά εξαιτίας της οποίας βιώνει κάποιος το αντίστοιχο συναίσθημα: εθνική ~. Εικόνες ~ής. Συμβάν που αποτελεί ~ για την κοινωνία/τον πολιτισμό μας. Είναι ~ να φέρεσαι με αγένεια! Δεν είναι ~ να πεις ότι δεν ξέρεις! Αισθάνομαι (μεγάλη) ~ για ό,τι έγινε. Τι ~! Πβ. αιδώς, (κατ)αισχύνη, όνειδος, τσίπα.|| Δεν ξεπλένονται οι/θα ξεσκεπάσω τις ~ές σου! Πάει να κουκουλώσει τις ~ές τους. 2. αίσθημα δειλίας, διστακτικότητας και υποχώρησης, που νιώθει κάποιος απέναντι σε πρόσωπο άγνωστο, αξιοσέβαστο, ανώτερό του ή διαφορετικού φύλου ή απέναντι στην έκθεση ή θέα του γυμνού σώματος: Μόλις τον είδε, έγινε κατακόκκινη/χαμήλωσε το βλέμμα από ~/από τη ~ της. (προφ.) Άσε τις ~ές και μίλησέ του! Α! Δεν θέλω ~ές. Τον έπιασαν οι ~ές (του). ΣΥΝ. αιδημοσύνη, ντροπαλότητα, συστολή (3) ΑΝΤ. αδιαντροπιά ● ΦΡ.: (η) μισή ντροπή δική μου (και η) μισή ντροπή δική του: (σε περιπτώσεις δισταγμού) αν υπάρχει κάποιος λόγος να ντραπώ για κάτι, το ίδιο ισχύει και για τον άλλον., ... της ντροπής (προφ.): για κάτι που έχει απομείνει τελευταίο και όλοι διστάζουν να το πάρουν· κυρ. για το τελευταίο κομμάτι φαγητού στο πιάτο., ντροπή σου/του: (στην αρχή ή στο τέλος του λόγου) για ενέργεια ή συμπεριφορά που πρέπει να προκαλεί ενοχή, τύψεις: ~ σου για ό,τι έκανες/~ του που σε άφησε αβοήθητη/~ στους υπεύθυνους! ΣΥΝ. σα(ν) δε(ν) ντρέπεσαι/-εται/...!, ντροπή!: για να αποτραπεί ή να δηλωθεί αξιόμεμπτη πράξη: Μην αντιμιλάς! ~!|| ~! Τι πράγματα είναι αυτά!, ντροπής πρά(γ)ματα! (λαϊκό) : για να δηλωθεί ότι μια ενέργεια ή συμπεριφορά είναι απαράδεκτη., χωρίς/δίχως (καμία/την παραμικρή) ντροπή/αιδώ & χωρίς ίχνος ντροπής: χωρίς τσίπα, φιλότιμο· με θράσος, ξεδιάντροπα., η δουλειά/καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή βλ. δουλειά, ντροπή και αίσχος βλ. αίσχος [< μεσν. ντροπή, γαλλ. honte] | |
| 34569 | ντροπιάζω | ντρο-πιά-ζω ρ. (μτβ.) {ντρόπια-σα, -σει, -στηκα, ντροπιάζ-οντας, ντροπια-σμένος} 1. προσβάλλω, εκθέτω, εξευτελίζω κάποιον: Τον ~σε μπροστά σε όλους. ~στηκε μπροστά σε όλη την τάξη. Έφυγε ~σμένος. Πβ. γελοιοποιώ, διασύρω, κατα~, ρεζιλεύω. 2. κάνω κάποιον να ντρέπεται εξαιτίας των ενεργειών μου: ~ει την οικογένειά του. Μας ~σες με τα λόγια σου! Πβ. ατιμάζω. [< μεσν. ντροπιάζω] | |
| 34570 | ντροπιάρης | , α, ικο βλ. ντροπαλός | |
| 34571 | ντρόπιασμα | ντρό-πια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ντροπιάζω. Πβ. γελοιοποίηση, διασυρμός, εξευτελισμός, προσβολή, ρεζιλίκι, ταπείνωση. | |
| 34572 | ντροπιαστικός | , ή, ό ντρο-πια-στι-κός επίθ. (προφ.): που προκαλεί ντροπή: ~ή: ήττα (: με μεγάλη διαφορά στο σκορ)/συμπεριφορά. ~ό: αποτέλεσμα/θέαμα. Πβ. εξευτελιστ-, προσβλητ-ικός. | |
| 34573 | ντύμα | ντύ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): επένδυση, προστατευτικό κάλυμμα: πλαστικό ~ για βιβλία ή τετράδια (: αυτοκόλλητο, συνήθ. διαφανές). Πβ. εξώφυλλο.|| Το ~ του φιδιού (πβ. πουκάμισο).|| (μτφ.) Ιδεολογικό ~. Πβ. ένδυμα. [< αρχ. ἔνδυμα] | |
| 34574 | ντύνω | ντύ-νω ρ. (μτβ.) {έντυ-σα, ντύ-σει, -θηκα, -θεί, ντύν-οντας, ντυ-μένος} 1. βάζω σε κάποιον ρούχα ή τον βοηθώ να τα βάλει: ~ το παιδί. Τον ~σε με κασκόλ και παλτό. ΣΥΝ. ενδύω ΑΝΤ. γδύνω (1), ξεντύνω, τσιτσιδώνω 2. ράβω ρούχα για κάποιον ή τον προμηθεύω με είδη ρουχισμού: Ποιος σχεδιαστής την ~ει; Μαγαζί που ~ει τη γυναίκα, τον άνδρα, το παιδί. 3. καλύπτω, επενδύω: ~σαν το πάτωμα με πλακάκια. Τοίχοι ~μένοι με ξύλο.|| (μτφ.) Καλαίσθητα έπιπλα ~ουν όμορφα τον χώρο. ~σε με τη μουσική του την ταινία. Πράξεις ~μένες με τον μανδύα της νομιμότητας. ● Παθ.: ντύνομαι 1. βάζω τα ρούχα μου: ~εται μόνος του. ~μένος απλά/βαριά/γιορτινά/ελαφρά/εξεζητημένα/επίσημα/ζεστά/κομψά/πρόχειρα/συντηρητικά. ~μένος με κουστούμι και γραβάτα/με πολιτικά/με στολή (βλ. άντυτος, καλο-, κακο-ντυμένος). ΑΝΤ. γδύνομαι.|| ~εται σε μοδίστρα (= ράβεται)/στο εξωτερικό (: αγοράζει τα ρούχα του από εκεί).|| Ξέρει να ~θεί (: να φορέσει τα κατάλληλα ρούχα για κάθε περίσταση).|| (προφ.) ~θηκε ναύτης/φαντάρος (: κατατάχθηκε στις Ένοπλες Δυνάμεις). 2. (ειδικότ.) μεταμφιέζομαι: ~θηκε αρλεκίνος/κλόουν. Τι θα ~θείς τις Απόκριες; ● ΦΡ.: καλύτερα να τον ντύνεις, παρά να τον ταΐζεις: για κάποιον που συνηθίζει να τρώει πολύ: Τρώει τον αγλέουρα, ~ ~!, ντύνομαι γαμπρός/νύφη: παντρεύομαι: Ετοιμάζεται να ~θεί ~., ντύνομαι στα λευκά & στα άσπρα 1. (για γυναίκα) παντρεύομαι. 2. {στο γ' πρόσ.} καλύπτεται με χιόνι: Στα λευκά ~θηκαν πολλές περιοχές της χώρας. 3. {στο γ' πρόσ.} (λογοτ., κυρ. για αμυγδαλιά) ανθίζει., ντύνω/ντύνομαι στα (+ συγκεκριμένο χρώμα): ~θηκε στα μαύρα (= πενθεί)., ντύνομαι στα/στο χακί βλ. χακί [< μεσν. ντύνω < αρχ. ἐνδύω, γαλλ. habiller] | |
| 34575 | ντύσιμο | ντύ-σι-μο ουσ. (ουδ.) {ντυσίμ-ατος | -ατα} 1. ενδυμασία ή τρόπος ένδυσης: άνετο/αντισυμβατικό/απλό/βραδινό/επίσημο/κάζουαλ/καλόγουστο/κλασικό/κιτς/κομψό/μοντέρνο/σπορ/στιλάτο/φανταχτερό ~. Εκκεντρικά ~ατα. Αξεσουάρ που δίνουν στιλ στο ~. Προσέχει πολύ το ~ό της. Πβ. αμφίεση, περιβολή. ΣΥΝ. ένδυση ΑΝΤ. γδύσιμο (1), ξεντύσιμο, τσιτσίδωμα 2. ΛΑΟΓΡ. τελετουργική διαδικασία κάλυψης του σώματος με ρούχα: το ~ του γαμπρού/της νύφης. 3. επένδυση, κάλυμμα: εξωτερικό/εσωτερικό ~. ~ αυτοκινήτων.|| (μτφ.) Μουσικό ~ ταινίας. ● Υποκ.: ντυσιματάκι (το) |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ