Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [35240-35260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
34576νυγμόςνυγ-μός ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} & νύγμα (το) {νύγμ-ατος | -ατα, -άτων} (λόγ.): τσίμπημα: (ΙΑΤΡ.) δερματικές δοκιμασίες διά ~ού (: για διάγνωση αλλεργικών νοσημάτων). ~οί με βελόνα. ~οί εντόμων (βλ. δήγμα).|| (μτφ.) Ειρωνικοί ~οί (= υπαινιγμοί). ΣΥΝ. νύξη (2) [< μτγν. νυγμός]
34577νύκταβλ. νύχτα
34578νυκτερίδαβλ. νυχτερίδα
34579νυκτερινόβλ. νυχτερινό
34580νυκτερινός, ή, ό βλ. νυχτερινός
34581νυκτίβλ. νύχτα
34585νυκτο-/νυχτο- & νυκτό-/νυχτό- & νυκτ-/νυχθ-: α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται στη νύχτα: νυχτο-φύλακας. Νυχτο-κάματο.|| (λογιότ.) Νυκτο-βάτης. Νυκτό-βιος (ΑΝΤ. ημερό-). Νυχθ-ημερόν.|| (σε κοινές ονομασ. φυτών κ. ζώων) Νυχτο-λούλουδο. Νυχτο-πεταλούδα/~πούλι.|| Νυκτ-ουρία.
34582νυκτοβάτηςβλ. νυχτοβάτης
34583νυκτόβιος, α, ο νυ-κτό-βι-ος επίθ. & (προφ.) νυχτόβιος 1. ΖΩΟΛ. (για ζώο) που δραστηριοποιείται (περισσότερο) κατά τη διάρκεια της νύχτας για αναζήτηση τροφής, με αποτέλεσμα να έχει ιδιαίτερα αναπτυγμένες κυρ. την ακοή και την όσφρηση: ~α: αρπακτικά (π.χ. γκιόνης, κουκουβάγια, μπούφος)/έντομα/θηλαστικά (π.χ. τσακάλι). Βλ. -βιος. ΑΝΤ. ημερόβιος 2. (μτφ.) ξενύχτης. ΣΥΝ. νυχτοπούλι (2) [< 1: μτγν. νυκτόβιος]
34584νυκτοκόρακαςβλ. νυχτοκόρακας
34586νυκτός, ή, ό νυ-κτός επίθ.: ΜΟΥΣ. (για έγχορδο όργανο) που παίζεται με τα δάχτυλα ή με πένα (δηλ. όχι με δοξάρι). Βλ. άρπα, κανονάκι, κιθάρα, λαούτο, μαντολίνο, μπουζούκι, ούτι. [< αρχ. νύσσω ‘τσιμπώ, πλήττω’]
34587νυκτουρίανυ-κτου-ρί-α ουσ. (θηλ.) & νυχτουρία: ΙΑΤΡ. αυξημένη αποβολή ούρων κατά τη διάρκεια της νύχτας, η οποία οφείλεται σε παθολογικά αίτια: ~ λόγω νεφρικών παθήσεων. Βλ. ενούρηση, δυσ-, πολυ-, συχν-ουρία. [< γαλλ. nycturie, 1903, αγγλ. nycturia, nocturia, 1911]
34588νυκτοφύλακαςβλ. νυχτοφύλακας
34589νυκτωδίαβλ. νυχτωδία
34590νύκτωρνύ-κτωρ επίρρ. (αρχαιοπρ.): κατά τη διάρκεια της νύχτας: Φυγαδεύτηκε ~ για το ... [< αρχ. νύκτωρ]
34591νυμφαίο[νυμφαῖο] νυμ-φαί-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΑΡΧ. τόπος λατρείας των Νυμφών. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. (κυρ. κατά τη ρωμαϊκή περίοδο) μνημειακή κρήνη. [< μτγν. νυμφαῖον]
34592νυμφεύωνυμ-φεύ-ω ρ. (μτβ.) {νύμφευσε, νυμφεύ-εται, -θηκε, -μένος, συνήθ. μεσοπαθ.} (λόγ.): παντρεύω. ● Παθ.: νυμφεύομαι: (για άνδρα) παντρεύομαι. Πβ. στεφανώνομαι. ● Μτχ.: νυμφευμένος , η, ο: παντρεμένος. ΑΝΤ. ανύμφευτος [< αρχ. νυμφεύω]
34593νύμφηνύμ-φη ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. το δεύτερο στάδιο της μεταμόρφωσης των εντόμων, μετά την κάμπια και πριν το ακμαίο: ~ες του δάκου. Πβ. χρυσαλλίδα. Βλ. προ~. 2. (λόγ.) νύφη. Βλ. νυμφίος.Νύμφες (οι): ΜΥΘ. κατώτερες γυναικείες θεότητες των βουνών, των δασών, των δέντρων, των ποταμών και των πηγών· δεν ήταν αθάνατες, αλλά ζούσαν πολλά χρόνια, χωρίς να γερνάνε, γι' αυτό απεικονίζονταν ως νεαρές κόρες και αποτελούσαν συχνό θέμα της αρχαίας τέχνης. Πβ. νεράιδα. ● ΣΥΜΠΛ.: νύμφη Χριστού 1. ΕΚΚΛΗΣ. η Εκκλησία. 2. μοναχή., η νύ(μ)φη του Θερμαϊκού βλ. Θερμαϊκός ● ΦΡ.: Χαίρε νύμφη ανύμφευτε βλ. ανύμφευτος [< αρχ. νύμφη, γαλλ. nymphe, αγγλ. nymph]
34594νυμφίδιονυμ-φί-δι-ο ουσ. (ουδ.) (υποκ. του ουσ. νύμφη): κορίτσι με έντονη σεξουαλικότητα. Πβ. λολίτα. Βλ. -ίδιο. [< γαλλ. nymphette, διαδόθηκε περ. το 1960, αγγλ. nymphet, 1955 (αρχ. νυμφίδιος 'νυφικός, γαμήλιος')]
34595νυμφικός, ή, ό νυμ-φι-κός επίθ.: ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με τη νύμφη: ~ή: ανάπτυξη/εκτροφή/καλλιέργεια. ~ά: στάδια εντόμου. Βλ. προ~. [< αρχ. νυμφικός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.