| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 34596 | νυμφίος | νυμ-φί-ος ουσ. (αρσ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. Ν) ο Χριστός: οι Ακολουθίες του ~ου. 2. (λόγ.) γαμπρός. Βλ. νύμφη. [< αρχ. νυμφίος] | |
| 34597 | νυμφομανής | νυμ-φο-μα-νής επίθ. {θηλ.}: (για γυναίκα) που διακατέχεται από νυμφομανία. Βλ. -μανής. ΣΥΝ. μητρομανής [< γαλλ. nymphomane, αγγλ. nymphomaniac] | |
| 34598 | νυμφομανία | νυμ-φο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. (για γυναίκα) παθολογική, ακόρεστη σεξουαλική επιθυμία. Βλ. -μανία. [< γαλλ. nymphomanie, αγγλ. nymphomania] | |
| 34599 | νυμφώνας | νυμ-φώ-νας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): νυφική κρεβατοκάμαρα. Βλ. -ώνας. Κυρ. στη ● ΦΡ.: εκτός νυμφώνος (μτφ.): για αποκλεισμό από κάπου: Η άνοδος των βάσεων άφησε ~ ~ πολλούς υποψηφίους. Η ομάδα έμεινε ~ ~ (= δεν προκρίθηκε). [< μτγν. νυμφών] | |
| 34600 | νυν | [νῦν] επίρρ. (αρχαιοπρ.) 1. τώρα. 2. (ως επίθ., με άρθ.) τωρινός, σημερινός: Ο ~ δήμαρχος/πρύτανης. Ο ~ και ο μέλλων πρόεδρος. Πβ. παρών. ΑΝΤ. πρώην, τέως ● ΦΡ.: νυν και αεί: (εκκλησιαστική φρ.) τώρα και πάντα: ~ ~ και εις τους αιώνας των αιώνων., στο νυν και αεί: στο έσχατο όριο αντοχής, στο απροχώρητο: Τον έχει φέρει ~ ~ με τα καμώματά της! Δεν μπορούσε πια τα ψέματά του, είχε φτάσει ~ ~. ΣΥΝ. στο αμήν (1), νυν υπέρ πάντων ο αγών βλ. αγώνας [< αρχ. νῦν] | |
| 34601 | νυξ | βλ. νύχτα | |
| 34602 | νύξη | νύ-ξη ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) υπαινικτική αναφορά σε κάποιον ή κάτι: απλή/σαφής ~ (πβ. καρφί). Έμμεσες νύξεις (= αιχμές, σπόντες, μπηχτές). Δεν έγινε (καμία) ~ στο θέμα (πβ. μνεία). Απέφυγε να κάνει την παραμικρή ~ γι' αυτόν. Πβ. κρούση. ΣΥΝ. υπαινιγμός, υπονοούμενο 2. (λόγ.) τσίμπημα, κέντρισμα με κάτι αιχμηρό: (στην ξιφασκία) νύξεις, αμυχές και κοψίματα (: είδη χτυπημάτων). Πβ. νυγμός.|| (ΜΟΥΣ.) ~ χορδής.|| (μτφ.) Άρωμα με νύξεις μπαχαρικών. [< μτγν. νύξις] | |
| 34603 | νύστα | νύ-στα ουσ. (θηλ.) (προφ.): υπνηλία: Μετά το φαγητό με πιάνει ~. Φάρμακο που προκαλεί ~. Αυτή η εκπομπή μού φέρνει ~. Κλείνουν τα μάτια μου από τη ~. Πβ. γλάρωμα. Βλ. κούραση. ΣΥΝ. νυσταγμός (2) | |
| 34604 | νυσταγμός | νυ-σταγ-μός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. ακούσιες ταχείες κινήσεις των οφθαλμικών βολβών, που προκαλούνται από μυϊκό σπασμό και αποτελούν σύμπτωμα νευρολογικών και οπτικών διαταραχών: κάθετος/οπτικοκινητικός/οριζόντιος ~. 2. (λόγ.) νύστα: γλυκός ~. [< 1: γαλλ.-αγγλ. nystagmus 2: αρχ. νυσταγμός] | |
| 34605 | νυστάζω | νυ-στά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {νύστα-ξα, -ξει, νυστάζ-οντας, νυστα-γμένος} ΑΝΤ. ξενυστάζω 1. νιώθω υπνηλία: Πάω να ξαπλώσω, ~ξα. ~γμένος: οδηγός. Ξενυχτισμένη και ~γμένη. Πβ. γλαρώνω, κλείνουν τα μάτια μου. 2. προκαλώ νύστα, κάνω κάποιον να αποκοιμηθεί: Η ταινία με ~ξε. [< 1: αρχ. νυστάζω] | |
| 34606 | νυσταλέος | , α, ο νυ-στα-λέ-ος επίθ. 1. (λόγ.) που νιώθει έντονη νύστα, νυσταγμένος. ΣΥΝ. υπναλέος.|| ~ο: βλέμμα. 2. (μτφ.) νωθρός, αργοκίνητος: παθητικός και ~ ακροατής. Βλ. -αλέος. ΣΥΝ. νωχελικός ● επίρρ.: νυσταλέα [< 1: μτγν. νυσταλέος] | |
| 34607 | νυστέρι | νυ-στέ-ρι ουσ. (ουδ.): εργαλείο για τομές, που μοιάζει με μικρό μαχαίρι και χρησιμοποιείται συνήθ. σε χειρουργικές επεμβάσεις· κατ' επέκτ. εγχείρηση: (προφ.) Απέφυγε/γλίτωσε το ~. Θεραπεία χωρίς ~. ● ΦΡ.: βάζω (βαθιά το)/μπαίνει νυστέρι (σε κάτι) (μτφ.-προφ.): χρησιμοποιώ δραστικά μέτρα για την εξυγίανση μιας κατάστασης: Αποφάσισαν να βάλουν βαθιά το ~ στη διαφθορά. Μπαίνει ~ στα κυκλώματα κερδοσκοπίας. [< μτγν. *νυστήριον < αρχ. νύσσω ‘τρυπώ’] | |
| 34608 | νύφη | νύ-φη ουσ. (θηλ.) {νυφών} 1. γυναίκα την ώρα του γάμου της ή νεόνυμφη ή μελλόνυμφη: μέλλουσα ~. Βλ. γαμπρός, νυφικό. 2. κοπέλα σε ηλικία γάμου ή υποψήφια σύζυγος: περιζήτητη/πλούσια/πολύφερνη ~. Ψάχνει να βρει ~. 3. {λαϊκό πληθ. νυφάδες} η γυναίκα του αδερφού ή του γιου κάποιου. ● Υποκ.: νυφούλα (η) (οικ.): (ευχετ.) Να δεις/να καμαρώσεις την κόρη σου (ντυμένη) ~! Άντε και ~!|| (μτφ.-λογοτ.) Η αμυγδαλιά ντύθηκε ~. ● ΣΥΜΠΛ.: η νύ(μ)φη του Θερμαϊκού βλ. Θερμαϊκός ● ΦΡ.: όπως η/σαν τη νύφη με την πεθερά: για να δηλωθεί ότι δύο πρόσωπα, συνήθ. γυναίκες, τσακώνονται συνέχεια: Μαλώνουν/τρώγονται ~ ~. ΣΥΝ. σαν τον σκύλο με τη γάτα, σα(ν)/αν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, (τύφλα να 'χει ο πεθερός) (παροιμ.): η διαφορετική γνώμη ή οι αντιρρήσεις τρίτων προσώπων δεν είναι ικανές να σταθούν εμπόδιο στην πραγματοποίηση της επιθυμίας των άμεσα ενδιαφερομένων., ντύνομαι γαμπρός/νύφη βλ. ντύνω, όλα του γάμου δύσκολα (κι η νύφη γκαστρωμένη) βλ. γάμος, πληρώνω τα σπασμένα/τη νύφη/το μάρμαρο βλ. πληρώνω, τα λέω στην πεθερά, για να τ' ακούσει η νύφη βλ. πεθερά [< μεσν. νύφη < αρχ. νύμφη] | |
| 34609 | νυφιάτικος | , η, ο νυ-φιά-τι-κος επίθ. (λαϊκό): νυφικός. Βλ. -ιάτικος. ● Ουσ.: νυφιάτικα (τα) 1. (λαϊκό) νυφικό. Βλ. γαμπριάτικα. 2. ΛΑΟΓΡ. τραγούδια της ημέρας του γάμου. | |
| 34610 | νυφικός | , ή, ό νυ-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη νύφη ή το ζευγάρι που παντρεύεται: ~ή: ανθοδέσμη/κόμμωση/(ΛΑΟΓΡ.) φορεσιά.|| ~ή: λαμπάδα/σουίτα. Πβ. γαμήλιος. ΣΥΝ. νυφιάτικος ● Ουσ.: νυφικά (τα): είδη γάμου., νυφικό (το): το λευκό συνήθ. φόρεμα που φορά η νύφη στη γαμήλια τελετή: οίκος ~ών. ΣΥΝ. νυφιάτικα (1) [< αρχ. νυμφικός] | |
| 34611 | νυφίτσα | νυ-φί-τσα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. σαρκοφάγο θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Mustela nivalis) με μικρό, κυλινδρικό και λεπτό σώμα, στενόμακρο κεφάλι, δυνατά νύχια, πυκνό και μαλακό τρίχωμα (καφέ στην πλάτη και λευκό στην κοιλιά), το οποίο ανήκει στην ίδια οικογένεια με τον ασβό και το κουνάβι. Βλ. ζιμπελίνα. 2. (μτφ.) άνθρωπος πονηρός, δόλιος, πανούργος. [< μεσν. νυφίτσα < νυμφίτσα < νύμφη, επειδή έχει τη χάρη νεαρού κοριτσιού.] | |
| 34612 | νυφοπάζαρο | νυ-φο-πά-ζα-ρο ουσ. (ουδ.) 1. (οικ.-ειρων.) μέρος όπου συγκεντρώνονται νέοι και μπορούν να φλερτάρουν. 2. (παλαιότ.) χώρος, κυρ. στην επαρχία, που προσφερόταν για περίπατο και γνωριμία ανύπαντρων ανδρών και γυναικών, με απώτερο σκοπό τον γάμο. | |
| 34613 | νυχάκι | νυ-χά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) μικρό νύχι και ειδικότ. το νύχι του μικρού δαχτύλου του χεριού. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποικιλία ρυζιού. Βλ. καρολίνα, μπασμάτι, πιλάφι. ● ΦΡ.: δεν τον φτάνεις/δεν του μοιάζεις ούτε στο νυχάκι/(μικρό του) δαχτυλάκι/δάχτυλο βλ. δάχτυλο ● βλ. νύχι | |
| 34614 | νυχθημερόν | νυ-χθη-με-ρόν επίρρ. (λόγ.): μέρα και νύχτα· αδιάκοπα, ασταμάτητα: Διαβάζει ~ (ΣΥΝ. πρωί βράδυ, εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο). Οι εργασίες συνεχίζονται ~ (: εντατικά). [< μτγν. ουσ. νυχθήμερον] | |
| 34615 | νύχι | νύ-χι ουσ. (ουδ.) {νυχ-ιού | -ιών} 1. καθεμία από τις σκληρές, κεράτινες προστατευτικές πλάκες που αναπτύσσονται στο άκρο κάθε δαχτύλου των χεριών και των ποδιών του ανθρώπου: η ρίζα του ~ιού. Βαμμένα (βλ. ασετόν, μανό)/βρόμικα/εύθραυστα/καθαρά/κίτρινα/κομμένα/μακριά/σπασμένα/τετραγωνισμένα/τεχνητά/φαγωμένα ~ια. Λίμα/περιποίηση/σκληρυντικό/ψαλιδάκι ~ιών (βλ. μανικιούρ, πεντικιούρ). Λευκά στίγματα/μύκητες στα ~ια. Ξύνω με το ~ μου. Τρώει τα ~ια του (βλ. ονυχοφαγία). ΣΥΝ. όνυχας1 (1) 2. καθένα από τα αντίστοιχα μυτερά και γαμψά κεράτινα περιβλήματα των ποδιών στα πτηνά και ορισμένα θηλαστικά· χηλή, οπλή: Η γάτα γδέρνει τον καναπέ με τα ~ια της. Ο αετός άρπαξε τον λαγό με τα δυνατά του ~ια.|| (μτφ.) Τα ~ια της εξουσίας (βλ. σαγόνι). 3. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε έχει αντίστοιχο σχήμα: το ~ της άγκυρας/ζάντας. ● Μεγεθ.: νυχάρα (η) ● ΦΡ.: (πατώ/περπατώ) στα νύχια (των ποδιών): προσπαθώντας να μην κάνω θόρυβο (για να μη με αντιληφθούν). Πβ. στις μύτες (των ποδιών)., είναι νύχι-κρέας/σαν το νύχι με το κρέας (προφ.): για πρόσωπα που έχουν πολύ στενή σχέση ή για καταστάσεις που συνδέονται άμεσα: Είναι συνέχεια μαζί, σαν το ~ ~. Πβ. κώλος και βρακί, φηλί-κλειδί.|| Οικονομική κρίση και ανεργία είναι ~ ~., με νύχια και με δόντια (μτφ.): με όλες μου τις δυνάμεις, με πάθος: Αγωνίστηκαν/αμύνθηκαν/αντιστάθηκαν/πάλεψαν ~ ~., όποιος δεν έχει νύχια να ξυστεί ... & αλίμονο σ' αυτόν που δεν έχει νύχια να ξυστεί (παροιμ.): αλίμονο σε αυτόν που δεν μπορεί να στηριχτεί στις δυνάμεις του., στα/από τα νύχια κάποιου (μτφ.): στην/από την παγίδα: Έπεσε στα ~ εκβιαστών/εμπόρων του λευκού θανάτου.|| Γλίτωσε/ξέφυγε από τα ~ του., τρώει τα νύχια του για καβγά & (σπάν.) ξύνει τα νύχια του για καβγά (παροιμ.): ψάχνει να βρει αφορμή να τσακωθεί, είναι οξύθυμος., ακονίζουν τα μαχαίρια βλ. ακονίζω, από την κορυφή ως τα νύχια βλ. κορυφή, δείχνει τα δόντια/τα νύχια (του) βλ. δόντι, θα/να μυρίσω τα δάχτυλά μου/τα νύχια μου; βλ. μυρίζω ● βλ. νυχάκι [< μεσν. νύχι(ν), γαλλ. ongle, αγγλ. nail] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ