| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 34616 | νυχιά | νυ-χιά ουσ. (θηλ.) 1. (προφ.) γρατζουνιά από νύχι. 2. (προφ.) ελάχιστη ποσότητα: μια ~ κανέλα. Πβ. πρέζα. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. {στον πληθ.} είδος εγχάρακτης διακόσμησης σε κεραμικά κυρ. ευρήματα: αγγεία με ~ιές. [< μεσν. ονυχέα] | |
| 34617 | νυχοκόπτης | νυ-χο-κό-πτης ουσ. (αρσ.): μικρό μεταλλικό αντικείμενο για το κόψιμο των νυχιών: || ~ης: γάτας/σκύλου. [< γαλλ. coupe-ongle, 1929] | |
| 34618 | νύχτα | νύ-χτα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) νύκτα & (λαϊκό-λογοτ.) νυχτιά & (αρχαιοπρ.) νυξ {νυκτός, νυκτί} 1. η χρονική διάρκεια ανάμεσα στη δύση και την ανατολή του ήλιου, κατά την οποία επικρατεί σκοτάδι, επειδή στον συγκεκριμένο γεωγραφικό τόπο δεν φτάνουν οι ηλιακές ακτίνες: βαθιά/έναστρη/ζεστή/κρύα/μαύρη ~. ~ με πανσέληνο/χωρίς φεγγάρι. Έχει παγωνιά τη ~. Η ~ της Πρωτοχρονιάς. Κρέμα ~ας/νυκτός. Πουλί της ~ας (= νυχτοπούλι). Μετά/πριν τις έντεκα τη ~. Η ~ (= το σκοτάδι) έπεσε/σκέπασε την πόλη. Ήρθε (αργά) τη ~. Ξύπνησε μες στην (άγρια) ~ (= τα μεσάνυχτα). Δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι όλη (τη) ~. (ως επίρρ.) Σηκώνεται ~ (= ξημερώματα), για να πάει στη δουλειά. Μην οδηγήσεις ~! Το νομοσχέδιο πέρασε ~ (: γρήγορα και ξαφνικά, για να αποφευχθούν αντιδράσεις). Πβ. βράδυ. ΑΝΤ. ημέρα (1) 2. (κατ' επέκτ.) το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, οι ώρες του βραδινού ύπνου ή ό,τι γίνεται κατά τη διάρκειά του: μοιραία ~. ~ αγωνίας/βομβαρδισμών/τρόμου. Μια ~ στην εξοχή/του χειμώνα. ~ες κεφιού/μοναξιάς (πβ. βραδιά). Είχα ανήσυχη/άσχημη ~ χθες. Η πρώτη ~ του γάμου ~. Καλή σου ~ (= καληνύχτα)! Δεν μπορώ να κοιμηθώ τη ~, έχω αϋπνίες. Πέρασε μια/τη ~ άγρυπνος/στο κρατητήριο. Μεγάλη ~ η χθεσινή (: συνέβησαν κρίσιμα, σημαντικά γεγονότα)! Άνθρωπος της ~ας. Οι νονοί της ~ας. Δουλεύει στη ~. 3. (μτφ.) περίοδος οπισθοδρόμησης, απαισιοδοξίας, θλίψης: η ~ της Κατοχής/του Μεσαίωνα. Πβ. ζοφερότητα, σκοτάδι. ● ΣΥΜΠΛ.: Άγια Νύχτα: η νύχτα των Χριστουγέννων· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο χριστουγεννιάτικο τραγούδι., η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου: για περιπτώσεις που έλαβε ή πρόκειται να λάβει χώρα ένα αποτρόπαιο, φρικαλέο ή συνταρακτικό συμβάν: Θα γίνει ~ ~! [< γαλλ. la nuit de la Saint Barthélémy] , λευκές νύχτες: που οφείλονται στο φαινόμενο του ήλιου του μεσονυχτίου, είναι ορατές στις περιοχές που βρίσκονται ελάχιστα εκτός των ορίων των αρκτικών κύκλων και χαρακτηρίζονται από την ύπαρξη φωτός στον ουρανό, ακόμα και μετά τη δύση του ήλιου: οι ~ ~ της Αγίας Πετρούπολης., λευκή νύχτα 1. βράδυ αϋπνίας: ~ ~ σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες (: όταν τα μπαρ, τα μουσεία, τα εστιατόρια, τα μαγαζιά μένουν ανοιχτά μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες). 2. (κυρ. για συζύγους) χωρίς σεξουαλική επαφή. [< γαλλ. nuit blanche] , δοχείο νυκτός βλ. δοχείο, μαύρα/βαθιά/άγρια μεσάνυχτα βλ. μεσάνυχτα, πεταλούδα/πεταλουδίτσα της νύχτας βλ. πεταλούδα ● ΦΡ.: (μέσα) σε μια νύχτα: μέσα σε ένα βράδυ, δηλ. πολύ γρήγορα, με συνοπτικές διαδικασίες: Έγινε πλούσιος ~ ~. Πβ. μέσα σε μια στιγμή, στο άψε σβήσε. ΣΥΝ. εν μία νυκτί, διά νυκτός (λόγ.): κατά τη διάρκεια της νύχτας: φυγή ~ ~., έγινε η νύχτα μέρα/έκαναν τη(ν) νύχτα μέρα: φωτίστηκε/φώτισαν πολύ το μέρος (σαν να ήταν μέρα): Έγινε ~ με τα πυροτεχνήματα. Οι φωτοβολίδες έκαναν ~., έκανε/έχει κάνει τη νύχτα μέρα (προφ.) 1. κοιμάται τη μέρα και εργάζεται ή διασκεδάζει τη νύχτα. 2. εργάζεται ακατάπαυστα πρωί βράδυ. , εν μία νυκτί (λόγ.): μέσα σε μια νύχτα, ξαφνικά., εν τω μέσω της νυκτός (λόγ.): κατά τη διάρκεια της νύχτας, μέσα στη νύχτα: ληστεία ~ ~., η νύχτα βγάζει επίσκοπο κι η αυγή μητροπολίτη (παροιμ.): για μη αναμενόμενη εξέλιξη σε χρονοβόρες παρασκηνιακές ενέργειες ανάδειξης προσώπων σε αξιώματα., θα φύγει/έφυγε νύχτα (αργκό): θα αποχωρήσει κακήν κακώς. Πβ. σαν τον κλέφτη/σαν κλέφτης., μας πήρε/μας έπιασε/μας βρήκε η νύχτα/το βράδυ & το πρωί/το ξημέρωμα: νύχτωσε, βράδιασε· για δήλωση πολύωρης διάρκειας ή καθυστέρησης: Θα μας βρει/πάρει ~ μέχρι να φτάσουμε (: θα πέσει το σκοτάδι). Με πήρε ~ διαβάζοντας.|| (ως έκφρ. δυσαρέσκειας) Μας πήρε ~ μέχρι να ετοιμαστεί (= βραδιάσαμε, νυχτώσαμε)!, μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά (μαύρη σαν καλιακούδα) (προφ.) 1. για να δηλωθεί η πλήρης άγνοια κάποιου σε έναν τομέα: Του ζήτησα βοήθεια, αλλά ~ ~! 2. για δήλωση απαισιοδοξίας: -Πώς πάνε τα πράγματα; -~ ~! 3. σε περιπτώσεις που επικρατεί το μαύρο χρώμα ή σκοτάδι. Πβ. μαύρη (/πολλή) μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα., νύχτα (το) πήρες το δίπλωμα; (ειρων.): προς κάποιον που αποδεικνύεται ανάξιος κάτοχος ενός διπλώματος, συνήθ. οδήγησης., ο κόσμος της νύχτας: άνθρωποι που δραστηριοποιούνται στον χώρο της νυχτερινής διασκέδασης (π.χ. τραγουδιστές, ιδιοκτήτες νυχτερινών κέντρων και οι εργαζόμενοι σε αυτά) ή/και ασχολούνται με παράνομες δραστηριότητες (π.χ. προστασία, εμπόριο ναρκωτικών): ο επικίνδυνος/σκληρός ~ ~. Κυκλώματα που σχετίζονται με τον ~ο ~., όποιος νύχτα περπατεί, λάσπες και σκατά πατεί (παροιμ.): όποιος κινείται σε ύποπτους χώρους ή εμπλέκεται σε επικίνδυνες υποθέσεις, υφίσταται τις συνέπειες., από/απ' το πρωί ως/μέχρι το βράδυ βλ. βράδυ, η μέρα με τη νύχτα βλ. μέρα, η νύχτα των κρυστάλλων βλ. κρύσταλλο, μέρα-νύχτα βλ. μέρα, όνειρο θερινής νυκτός βλ. όνειρο, της νύχτας τα καμώματα/τα καμώματα της νύχτας τα βλέπει η μέρα και γελά βλ. κάμωμα, χίλιες και μια νύχτες βλ. χίλιοι [< μεσν. νύχτα < αρχ. νύξ, γαλλ. nuit, αγγλ. night, γερμ. Nacht] | |
| 34619 | νυχτέρι | νυ-χτέ-ρι ουσ. (ουδ.) 1. (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό) ξενύχτι, ιδ. λόγω νυχτερινής δραστηριότητας: ~ια για το ξάσιμο του μαλλιού. Βλ. ολονυκτία. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τύπος παραδοσιακού ξηρού λευκού κρασιού της Σαντορίνης, το οποίο στην τυπική του σύνθεση περιλαμβάνει την ποικιλία ασύρτικο με προσμείξεις από αθήρι. [< 1: μτγν. νυκτέριον (ἔργον)] | |
| 34620 | νυχτερίδα | νυ-χτε-ρί-δα ουσ. (θηλ.) & νυκτερίδα: ΖΩΟΛ. μικρό, νυκτόβιο θηλαστικό της τάξης των χειροπτέρων (Chiroptera), με κεφάλι σαν του ποντικιού, μικρά μάτια και λεπτή, δερμάτινη μεμβράνη που ενώνει τα μέλη του σώματός του, ώστε να μπορεί να πετά: ~ες βαμπίρ. Βλ. ηχοεντοπισμός.|| (μτφ., που μοιάζει με ~:) Γυαλιά/μανίκια ~. ● Υποκ.: νυχτεριδάκι (το), νυχτεριδούλα (η) ● ΦΡ.: έχει το κοκαλάκι της νυχτερίδας βλ. κοκαλάκι [< μεσν. νυχτερίδα, νυκτερίδα < αρχ. νυκτερίς] | |
| 34621 | νυχτερινό | νυ-χτε-ρι-νό ουσ. (ουδ.) & νυκτερινό: ΜΟΥΣ. μουσική σύνθεση με ονειρικό, λυρικό ή μελαγχολικό χαρακτήρα: ~ για πιάνο/πνευστά. ΣΥΝ. νυχτωδία [< γαλλ. nocturne, ιταλ. notturno] | |
| 34622 | νυχτερινός | , ή, ό νυ-χτε-ρι-νός επίθ. & (λόγ.) νυκτερινός 1. που σχετίζεται με τη νύχτα ή γίνεται κατά τη διάρκειά της: ~ός: ύπνος/φωτισμός. ~ή: βάρδια/βόλτα/εργασία/οδήγηση/όραση/περίπολος/πτήση. ~ό: κέντρο διασκέδασης/μαγαζί (βλ. μπαρ, ξενυχτάδικο)/μπάνιο (στη θάλασσα)/τιμολόγιο ρεύματος/τρένο/ψάρεμα/ωράριο. ~ά: γυρίσματα (ταινίας)/δρομολόγια/τοπία. Θέρετρο με έντονη ~ή ζωή (= διασκέδαση). Πβ. βραδινός, νυχτιάτικος. ΑΝΤ. πρωινός 2. που εργάζεται κατά τη διάρκεια της νύχτας: ~ός: φύλακας. ~ή: αποκλειστική (αδελφή/νοσοκόμα). ● Ουσ.: νυχτερινό (το) (προφ.-παλαιότ.) : ενν. σχολείο: Πάει (στο) ~ (= εσπερινό). [< αρχ. νυκτερινός] | |
| 34623 | νυχτιά | βλ. νύχτα | |
| 34624 | νυχτιάτικος | , η, ο νυ-χτιά-τι-κος επίθ. (προφ.): που συμβαίνει τη νύχτα, συνήθ. για να δηλωθεί το ακατάλληλο της ώρας. Πβ. βραδ-, νυχτερ-ινός. Βλ. -ιάτικος. ● επίρρ.: νυχτιάτικα & (λαϊκότ.) νυχτιάτικο: βραδιάτικα. | |
| 34625 | νυχτικό | νυ-χτι-κό ουσ. (ουδ.) & νυχτικιά (η): γυναικείο ριχτό ένδυμα που φοριέται στον ύπνο ή γενικότ. μέσα στο σπίτι. [< ουσιαστικοπ. ουδ. του μεσν. επιθ. νυχτικός, πβ. γαλλ. chemise de nuit] | |
| 34626 | νυχτοβάτης | νυ-χτο-βά-της ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) νυκτοβάτης 1. υπνοβάτης. 2. (μτφ.) πρόσωπο που δρα τη νύχτα: Σε βανδαλισμούς προέβησαν άγνωστοι ~ες. 3. ΖΩΟΛ. {κυρ. στον τ. νυκτοβάτης} είδος νυχτερίδας (επιστ. ονομασ. Nyctalys noctula). [< 1: μεσν. νυκτοβάτης] | |
| 34627 | νυχτόβιος | , α, ο βλ. νυκτόβιος | |
| 34628 | νυχτοκάματο | νυ-χτο-κά-μα-το ουσ. (ουδ.) (προφ.): αμοιβή για εργασία που έγινε στη διάρκεια μιας νύχτας. Βλ. μεροκάματο. | |
| 34629 | νυχτοκόρακας | νυ-χτο-κό-ρα-κας ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) νυκτοκόρακας: ΟΡΝΙΘ. νυκτόβιο αποδημητικό πουλί (επιστ. ονομασ. Nycticorax nycticorax), που ανήκει στο γένος των ερωδιών, μικρό σε μέγεθος, με χαρακτηριστικό λευκό λοφίο στο κεφάλι, μαύρο το πάνω μέρος του σώματος, γκρι φτερά και ουρά, λευκό στήθος, κόκκινα μάτια, μαύρο ράμφος και κοντά κιτρινοπράσινα πόδια. [< μεσν. νυκτοκόρακας 'μικρός μπούφος'] | |
| 34630 | νυχτολούλουδο | νυ-χτο-λού-λου-δο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. κοινή ονομασία φυτών (επιστ. ονομασ. Mirabilis jalapa & Cestrum nocturnum) με πολύχρωμα άνθη που ανοίγουν και αναδίδουν το άρωμά τους μετά τη δύση του ήλιου, τα οποία καλλιεργούνται και ως καλλωπιστικά. ΣΥΝ. μιράμπιλις | |
| 34631 | νυχτομάγαζο | νυ-χτο-μά-γα-ζο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-συχνά μειωτ.): κέντρο νυχτερινής διασκέδασης: ~ της παραλιακής. Βλ. μπουζουκομάγαζο. | |
| 34632 | νυχτοπερπατήματα | νυ-χτο-περ-πα-τή-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. νυχτοπερπάτημα} (προφ.): νυχτερινές έξοδοι, βόλτες· ειδικότ. ξενύχτια ή ύποπτες δραστηριότητες (παρανομίες ή ερωτοδουλειές) κατά τη διάρκεια της νύχτας: ~ στα κέντρα διασκέδασης/στα μπαράκια. | |
| 34633 | νυχτοπερπατώ | [νυχτοπερπατῶ] νυ-χτο-περ-πα-τώ ρ. (αμτβ.) {-άς κ. -είς ... | νυχτοπερπάτ-ησε} (προφ.): επιδίδομαι σε νυχτοπερπατήματα: ~ά σε κακόφημα μέρη/κλαμπ. [< μεσν. νυκτοπεριπατώ] | |
| 34634 | νυχτοπεταλούδα | νυ-χτο-πε-τα-λού-δα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. πεταλούδα, συνήθ. νυκτόβια, χωρίς έντονα χρώματα· τρέφεται κυρ. με νέκταρ λουλουδιών και πολλά από τα είδη της είναι επιβλαβή για τη γεωργία. Βλ. σκόρος, τριχόπτερα. | |
| 34635 | νυχτοπούλι | νυ-χτο-πού-λι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. κάθε νυκτόβιο πουλί. Βλ. -πούλι. 2. (μτφ.) πρόσωπο που ξενυχτά ή κοιμάται πολύ αργά τη νύχτα. ΣΥΝ. νυκτόβιος (2), ξενύχτης (1) |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ