| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 34636 | νυχτουρία | βλ. νυκτουρία | |
| 34637 | νυχτοφύλακας | νυ-χτο-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ.) & νυκτοφύλακας: νυχτερινός φύλακας: Δουλεύει (ως) ~ σε εργοστάσιο/μουσείο. Βλ. -φύλακας. ● ΦΡ.: κράτος-νυχτοφύλακας: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. θεωρία του ακραίου νεοφιλελευθερισμού του 18ου και 19ου αι., που δέχεται την παρέμβαση του κράτους, για την περιφρούρηση της ελεύθερης οικονομίας από την ασυδοσία της επιχειρηματικής δραστηριότητας [< γερμ. Nachtwächterstaat]. Βλ. κοινωνικό κράτος, κράτος πρόνοιας. [< αρχ. νυκτοφύλαξ ‘νυχτερινός φρουρός’] | |
| 34638 | νυχτωδία | νυ-χτω-δί-α ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) νυκτωδία: ΜΟΥΣ. νυχτερινό. Βλ. σερενάτα. [< ιταλ. serenata, γαλλ. sérénade] | |
| 34639 | νύχτωμα | νύ-χτω-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): ερχομός της νύχτας. Πβ. δειλινό, σούρουπο. ΑΝΤ. ξημέρωμα | |
| 34640 | νυχτωμένος | , η, ο νυ-χτω-μέ-νος επίθ. 1. (πρόφ.-για πρόσ.) που έχει παντελή άγνοια σχετικά με κάτι: Είσαι βαθιά/μακριά ~ αν νομίζεις ότι ... Πβ. ανυποψίαστος, αφελής. 2. (σπάν.-λογοτ.) που τον έχει σκεπάσει το σκοτάδι: ~η: πόλη. | |
| 34641 | νυχτώνει | νυ-χτώ-νει ρ. {νύχτω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, νυχτών-οντας, νυχτω-μένος} & νυκτώνει: πέφτει η νύχτα: ~ αργά/νωρίς. ΣΥΝ. βραδιάζει, σκοτεινιάζει ΑΝΤ. ξημερώνει ● νυχτώσαμε & νυχτωθήκαμε (προφ.): μας βρήκε η νύχτα, συνήθ. λόγω αργοπορίας: Μέχρι να ετοιμαστεί, ~. ~θήκαμε στο βουνό/στον δρόμο. ΣΥΝ. βραδιάσαμε [< μεσν. νυχτώνω, νυκτώνω] | |
| 34642 | νωδός | , ή/ός, ό νω-δός επίθ. (επιστ.): χωρίς δόντια. Πβ. φαφούτης. ● Ουσ.: νωδά (τα): ΖΩΟΛ. τάξη εντομοφάγων και χορτοφάγων θηλαστικών που είτε δεν έχουν καθόλου δόντια είτε αυτά που έχουν είναι εκφυλισμένα. [< γαλλ. édentés] [< αρχ. νωδός] | |
| 34643 | Νώε | [Νῶε] Νώ-ε κύριο όν. (αρσ.) {άκλ.}: στα ● ΣΥΜΠΛ.: Κιβωτός του Νώε βλ. κιβωτός ● ΦΡ.: από τον καιρό του Νώε & από τον καιρό του Αδάμ (και της Εύας) (εμφατ.): από πολύ παλιά: έπιπλα ~ ~ (= παμπάλαια). Έχω να τον δω ~ ~ (= εδώ και πολύ καιρό)., κατακλυσμός του Νώε βλ. κατακλυσμός [< μτγν. Νῶε] | |
| 34644 | νωθρός | , ή, ό νω-θρός επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από αργούς ρυθμούς, απροθυμία για εργασία ή/και δράση και έλλειψη ζωντάνιας και ενεργητικότητας: ~ό: άτομο (= οκνηρός, τεμπέλης). Πβ. αργοκίνητος. ΑΝΤ. δραστήριος, εργατικός.|| ~ές: κινήσεις (ΑΝΤ. ζωηρές). ΣΥΝ. μαλθακός (1), νυσταλέος (2), νωχελικός, ράθυμος ● επίρρ.: νωθρά [< αρχ. νωθρός] | |
| 34645 | νωθρότητα | νω-θρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του νωθρού: πνευματική και σωματική ~ (= οκνηρία). Πβ. αδράνεια, βραδύτητα, τεμπελιά. ΣΥΝ. μαλθακότητα, νωχέλεια, ραθυμία [< αρχ. νωθρότης] | |
| 34646 | νωματάρχης | βλ. ενωμοτάρχης | |
| 49324 | Νωπογραφ* | [σφῦρα] σφύ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΑΘΛ. μεταλλική σφαίρα που συνδέεται μέσω ατσάλινου σύρματος με λαβή και χρησιμοποιείται στο άθλημα της σφυροβολίας· συνεκδ. το ίδιο το άθλημα: Έριξε τη ~ στα ... μέτρα.|| Αγωνίζεται/προπονείται στη ~. Πήρε το χάλκινο μετάλλιο στη ~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. σφυρί ή άλλο εργαλείο παρόμοιου σχήματος ή ειδικό κρουστικό μηχάνημα για θραύση, διάτρηση ή παραμόρφωση μετάλλων, πετρωμάτων: μηχανική ~. 3. ΑΝΑΤ. το πρώτο από τα τρία μικρά οστά του μέσου αυτιού των θηλαστικών, ανάμεσα στον άκμονα και τον αναβολέα. 4. ΤΕΧΝΟΛ. επικρουστήρας. ● ΦΡ.: μεταξύ σφύρας και άκμονος/άκμονα βλ. άκμονας [< αρχ. σφῦρα ‘σφυρί, σκαπάνη’, γαλλ. marteau] | |
| 34647 | νωπογραφία | νω-πο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. τεχνική δημιουργίας τοιχογραφιών, η οποία βασίζεται στον χρωματισμό της ζωγραφικής επιφάνειας όσο αυτή είναι ακόμα νωπή, με αποτέλεσμα τη διατήρηση των χρωμάτων για μεγάλο χρονικό διάστημα· συνεκδ. η αντίστοιχη τοιχογραφική παράσταση. || Οι ~ες της Κνωσού. Βλ. -γραφία. ΣΥΝ. φρέσκο1 [< ιταλ. pittura a fresco, afresco] | |
| 34648 | νωπός | , ή, ό νω-πός επίθ. (λόγ.) 1. φρέσκος: ~ός: κιμάς. ~ή: μαγιά. ~ό: γάλα/τυρί (ΣΥΝ. χλωρό, ΑΝΤ. ξερό). Κρέατα/ψάρια ~ά, διατηρημένα σε απλή ψύξη ή κατεψυγμένα. ~οί ή αποξηραμένοι/ξηροί καρποί.|| ~ά: λαχανικά/φρούτα (= πρόσφατης παραγωγής). Πβ. φρεσκοκομμένος. 2. (μτφ.) πρόσφατος: Είναι ακόμα ~ές οι μνήμες/~ά τα τραύματα από την καταστροφή. Κυβέρνηση με ~ή λαϊκή εντολή. 3. υγρός, νοτισμένος: ~ός: πηλός/σοβάς. ~ή: επιδερμίδα/πετσέτα. ~ό: σκυρόδεμα/χώμα. ΑΝΤ. στεγνός (1) [< μεσν. νωπός] | |
| 34649 | νωπότητα | νω-πό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του νωπού, του φρέσκου: η ~ του αβγού/των αλιευμάτων. Έλεγχος/κατηγορίες ~ας προϊόντων. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. φρεσκότητα | |
| 34650 | νωρίς | νω-ρίς επίρρ. {νωρίτερα} & (λόγ.) ενωρίς ΑΝΤ. αργά 1. πριν από τον καθορισμένο ή αναμενόμενο χρόνο· κατ' επέκτ. έγκαιρα: Επέστρεψε ~ στο σπίτι. Είναι ακόμη πολύ ~ για συμπεράσματα. Ήρθε πιο ~/νωρίτερα απ' ό,τι περιμέναμε. Όσο νωρίτερα, τόσο καλύτερα! Πώς και τόσο ~; (μτφ.) Έφυγε ~ (= πέθανε πρόωρα).|| Πηγαίνετε ~, για να βρείτε θέση! Φτάσαμε ~. 2. στην αρχή μιας χρονικής περιόδου, διαδικασίας ή ακολουθίας γεγονότων: Γύρισε ~ το βράδυ (= το βραδάκι)/το μεσημέρι/τα ξημερώματα/το πρωί. Κοιμάται και ξυπνάει ~. (εμφατ.) Έπιασε δουλειά ~ ~. ● ΦΡ.: από (πολύ) νωρίς & (πολύ) νωρίς: από μικρός: ~ ~ στα βάσανα. Εμφανίστηκε (πολύ) ~ στο θέατρο., όσο είναι (ακόμα) νωρίς (συνήθ. με προστ.): όσο υπάρχει ακόμα (αρκετός) χρόνος: Σταμάτα/φύγε ~ ~!, το νωρίτερο & το πιο νωρίς: όσο το δυνατόν γρηγορότερα: Αποφασίστε ~ ~ (που μπορείτε)! ΑΝΤ. το αργότερο [< μεσν. νωρίς] | |
| 34651 | νώτα | [νῶτα] νώ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) 1. πλάτη, ράχη. 2. ΣΤΡΑΤ. τα μετόπισθεν: Χτύπησαν τα ~ του εχθρού. Πβ. οπισθοφυλακή. Βλ. μέτωπο. ● ΦΡ.: φυλάω/καλύπτω τα νώτα μου: είμαι επιφυλακτικός, προσεκτικός, λαμβάνω τα μέτρα μου για κάθε ενδεχόμενο. Πβ. κρατάω πισινή., γυρίζω/στρέφω/δείχνω την πλάτη/τα νώτα μου σε κάποιον/κάτι βλ. πλάτη [< αρχ. νῶτα] | |
| 55731 | νωτα | φυ-λά-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {-άς, -άει κ. -ά ...} & φυλώ & φυλάγω & (λόγ.) φυλάσσω & φυλάττω {φύλα-ξα, φυλά-χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -χτεί (λόγ.) -χθεί, -σσόμενος, -γμένος, -σσοντας κ. -γοντας} 1. (περι)φρουρώ, επιτηρώ: ~ τον δρόμο/τους κρατούμενους/ένα σπίτι/τα σύνορα της χώρας. Το κτίριο φυλάσσεται από ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις. Καλά ~σσόμενος χώρος. Βλ. παρα~.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~άει σκοπιά (= ~άει σκοπός).|| ~άει μικρά παιδιά (πβ. επιβλέπω). Πβ. προσέχω. 2. αποθηκεύω, διατηρώ κάτι, το φροντίζω ώστε να μην αλλοιωθεί, καταστραφεί ή χαθεί: ~άει πάντα τις οδηγίες χρήσης. ~άμε το μείγμα στο ψυγείο μέχρι να πήξει. Να ~άτε τα φάρμακα μακριά από παιδιά. Έχει περισσέψει φαγητό, να σου ~ξω; Έχετε ~ξει την απόδειξη; Φύλαξε τα χρήματά σου (πβ. αποταμιεύω). Η εικόνα φυλάσσεται στη Μονή ... Φύλαξέ μου για λίγο την τσάντα.|| (μτφ.) ~ τις παιδικές μου αναμνήσεις. Σας ~ μια έκπληξη (πβ. επιφυλάσσω). ~ξα το καλύτερο για το τέλος. Αν φτάσω νωρίτερα, θα σου ~ξω μια θέση. Έχουμε χρέος να ~ξουμε την ιστορία μας (πβ. διαφυλάσσω). Καλά ~γμένο μυστικό. Πβ. κρατώ.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ το αρχείο/την (ηλεκτρονική) διεύθυνση. Πβ. σώζω. 3. προφυλάσσω: Φόρα το (ενν. το φυλαχτό), για να σε ~άει. Πβ. προστατεύω. 4. τηρώ: ~ την εντολή/τον όρκο. Πβ. κρατώ, σέβομαι. ● Παθ.: φυλάγομαι 1. προστατεύομαι, προσέχω: Δεν ξέρεις πια από πού να ~χτείς (πβ. προφυλάσσομαι). Δεν ~εται και όλο αρρωσταίνει. Φυλάξου απ' τις κακοτοπιές. 2. (ειδικότ.) λαμβάνω αντισυλληπτικά μέτρα. ● ΦΡ.: Θε(έ)/Παναγιά/Xριστέ μου φύλαγε: ως απευχή ή επίκληση για θεϊκή προστασία: Θα βγεις μαζί του; Θεέ μου ~!|| ~ ~ τους γονείς μου!, τα φυλάω: (στο κρυφτό) κλείνω τα μάτια μου και μετρώ συνήθ. ως το εκατό, για να προλάβουν να κρυφτούν οι συμπαίκτες μου. Βλ. φτου και βγαίνω., τη φυλάω/την έχω φυλαγμένη (σε κάποιον): περιμένω την κατάλληλη ευκαιρία, στιγμή, για να τον εκδικηθώ: Μας τη φύλαγαν εδώ και καιρό. Τους την έχει φυλαγμένη από τότε., βάλανε/έβαλαν τον λύκο να φυλά τα πρόβατα βλ. λύκος, Θεός φυλάξοι! βλ. θεός, κρατάω/φυλάω τσίλιες βλ. τσίλια, ο Θεός να (σε/μας) φυλάει βλ. θεός, ο φόβος φυλάει τα έρημα/έρμα βλ. έρημος, στήνω/φυλάω καραούλι βλ. καραούλι, το κρατάω/φυλάω (μανιάτικο) βλ. κρατώ, φύλαγε τα ρούχα σου να έχεις τα μισά/όποιος φυλάει τα ρούχα του, έχει τα μισά βλ. ρούχο, φυλάττω/φυλάσσω Θερμοπύλες βλ. Θερμοπύλες, φυλάω/καλύπτω τα νώτα μου βλ. νώτα [< μεσν. φυλάγω < αρχ. φυλάσσω, φυλάττω] | |
| 34652 | νωτιαίος | , α, ο [νωτιαῖος] νω-τι-αί-ος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη σπονδυλική στήλη ή με τον νωτιαίο μυελό: ~ος: σάκος/σωλήνας. ~α: αρτηρία. ~α: γάγγλια/νεύρα. Πβ. ραχιαίος, σπονδυλικός. Βλ. -ιαίος, οσφυο~. ● ΣΥΜΠΛ.: νωτιαία χορδή βλ. χορδή, νωτιαίος μυελός βλ. μυελός [< αρχ. νωτιαῖος, γαλλ. spinal] | |
| 34653 | νωτοχορδή | νω-το-χορ-δή ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. ραχιαίος ερειστικός σχηματισμός που εμφανίζεται κατά την ανάπτυξη των χορδωτών και αποτελεί το πρώιμο στάδιο του σκελετικού άξονα των σπονδυλωτών ζώων, που αργότερα αντικαθίσταται από τη σπονδυλική στήλη. ΣΥΝ. νωτιαία χορδή [< γαλλ. notocorde, αγγλ. notochord] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ