Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [35320-35340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
34654νωχέλειανω-χέ-λει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ραθυμία, νωθρότητα: καλοκαιρινή/πνευματική ~. Ρέμβη και ~. Πβ. βραδύτητα, οκνηρία, τεμπελιά, (απο)χαύνωση. ΣΥΝ. νωχελικότητα [< μτγν. νωχέλεια]
34655νωχελικός, ή, ό νω-χε-λι-κός επίθ. (λόγ.) & (αρχαιοπρ.) νωχελής, ής, ές: ράθυμος, νωθρός: ~ή: ατμόσφαιρα/διάθεση. ~ό: βλέμμα (= αποχαυνωμένο, νυσταλέο). ~ές: κινήσεις/μελωδίες.|| (για πρόσ.) ~ό: άτομο (= οκνηρός, τεμπέλης). ● επίρρ.: νωχελικά [< αρχ. νωχελής]
58757νωχελικότητανω-χε-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του νωχελικού, η κατάσταση της νωθρότητας: ~ και ραθυμία κυριαρχούσε το μεσημέρι στο νησί. Τον διακρίνει ~ στις αποφάσεις του. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. νωχέλεια
34656ξ1. (πρόφ. ξι) το δέκατο τέταρτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τον συμφωνικό φθόγγο [ks]: ~ κεφαλαίο (Ξ). ~ μικρό (ξ). Πβ. ξι. Βλ. σύμφωνο. 2. (πρόφ. ξι) εξηκοστός σε μια σειρά χρονική, ιεραρχική ή αξιολογική: (συνήθ. με τόνο ξ΄/Ξ΄) Κεφάλαιο/εδάφιο ΞΔ΄(= εξηκοστό τέταρτο). 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Ξ ή ,ξ) εξήντα χιλιάδες. [< αρχ. Ξ, μεσν. ξ]
34657ξάγνανταξά-γνα-ντα επίρρ. (λαϊκό-λογοτ.): πέρα μακριά, απέναντι. ΣΥΝ. αντίκρυ
34659ξαγρυπνάωβλ. ξαγρυπνώ
34660ξαγρύπνιαξα-γρύ-πνια ουσ. (θηλ.): αγρυπνία, αϋπνία. Πβ. ξενύχτι.
34661ξάγρυπνος, η, ο ξά-γρυ-πνος επίθ.: που ξαγρυπνά, άγρυπνος: Έμεινε ~ όλο το βράδυ. Πβ. άυπνος, ξενυχτισμένος.|| (κατ' επέκτ.) ~ες: νύχτες. [< μεσν. ξάγρυπνος]
34662ξαγρυπνώ[ξαγρυπνῶ] ξα-γρυ-πνώ ρ. (αμτβ.) {-ά κ. -άει ... | ξαγρύπν-ησα, -ισμένος, -ώντας} & ξαγρυπνάω: μένω ξύπνιος κατά τη διάρκεια της νύχτας, εκούσια ή επειδή δεν με παίρνει ο ύπνος· αγρυπνώ: ~ά στο προσκεφάλι του αρρώστου. ~ησα όλο το βράδυ από τη στενοχώρια. Πβ. δεν κλείνω μάτι, δεν μου κολλάει ύπνος, ξημερώνω.|| (μτφ.) Η ψυχή ~ά (: είναι σε εγρήγορση). ΣΥΝ. ξενυχτώ (1)
34663ξαδέρφι & ξαδέλφιξα-δέρ-φι ουσ. (ουδ.) {ξαδερφ-ιού | συνήθ. στον πληθ.} (προφ.) 1. ξάδερφος ή ξαδέρφη: Είμαστε πρώτα/δεύτερα/τρίτα/μακρινά ~ια. 2. (σπάν.-μτφ.) για να δηλωθεί κάποια μορφή συγγένειας: Οι λαγοί και τα κουνέλια είναι ~ια. ● Υποκ.: ξαδερφάκι (το)
34664ξάδερφος, ξαδέρφηξά-δερ-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {ξαδέρφ-ου | ξαδέρφια (τα) κ. ξάδερφοι (οι)} & (λόγ.) ξάδελφος, ξαδέλφη: ο γιος ή η κόρη της θείας ή του θείου κάποιου: πρώτος (: το παιδί αδελφού, πρωτοξάδελφος)/δεύτερος (: το παιδί πρώτου ξαδέλφου)/τρίτος (: το παιδί δεύτερου ξαδέλφου) ~. ● Υποκ.: ξαδερφούλης, ξαδερφούλα & ξαδελφούλης, ξαδελφούλα (ο/η) [< μτγν. ἐξάδελφος ‘ανιψιός, πρώτος εξάδελφος’, ἐξαδέλφη]
34665ξαίνωξαί-νω ρ. (μτβ.) {έξαν-ε, ξά-νει, -στηκε, -στεί, -σμένος} 1. κατεργάζομαι μαλλί ή βαμβάκι, ώστε να γίνει κατάλληλο για γνέσιμο. Πβ. χτενίζω. ΣΥΝ. λαναρίζω 2. (προφ.) χτενίζω τα μαλλιά με αντίθετη φορά, ώστε να φουντώσουν. ΣΥΝ. κρεπάρω (1) [< αρχ. ξαίνω]
34666ξακουσμένος, η, ο ξα-κου-σμέ-νος επίθ.: ξακουστός. [< μεσν. εξακουστός]
34667ξακουστός, ή, ό ξα-κου-στός επίθ.: πολύ γνωστός, φημισμένος, ονομαστός: (για πρόσ.) ~ός: συγγραφέας.|| ~ή: γέφυρα/εκκλησία/σχολή. ~ό: θέρετρο/μουσείο/πανηγύρι. Πόλη ~ή για το καρναβάλι της. Πβ. περιλάλητος, περίφημος. Βλ. δια-, περι-βόητος. ΣΥΝ. ακουστός (2), ξακουσμένος [< μεσν. ξακουστός]
34668ξακρίδιξα-κρί-δι ουσ. (ουδ.) 1. άκρο κορμού δέντρου που πριονίστηκε. Βλ. πριονίδι. 2. (μτφ.) κατάλοιπο από τα άκρα μεγάλου κομματιού και κατ' επέκτ. υπόλειμμα. Πβ. απομεινάρι. Βλ. -ίδι.
34669ξακρίζωξα-κρί-ζω ρ. (μτβ.) {ξάκρι-σα, -σμένος, ξακρίζ-οντας} 1. κόβω, αφαιρώ τις περιττές άκρες από κάτι: ~ει τις σελίδες του βιβλίου. Πβ. κουρεύω, ψαλιδίζω. 2. (σπάν.) παραμερίζω ή ξεμοναχιάζω. ● ξακρίζει: βγαίνει από το περιθώριο, εξέχει: Φόντο που ~ δεξιά και αριστερά.
34670ξάκρισμαξά-κρι-σμα ουσ. (ουδ.): κοπή των περιττών άκρων, ψαλίδισμα· ειδικότ. αφαίρεση περιθωρίου και συνεκδ. αυτό που αποκόπτεται: φρέζα ~ίσματος. Πβ. τριμάρισμα.|| (ΤΥΠΟΓΡ.) ~ εικόνας/εντύπου/φωτογραφίας.
34671ξαλάφρωμαξα-λά-φρω-μα ουσ. (ουδ.) {ξαλαφρώμ-ατος} & ξελάφρωμα & (σπάν.) ξαλάφρωση (η) (προφ.) 1. (μτφ.) ψυχική ή σωματική ανακούφιση: ~ (= απαλλαγή) από τους πόνους/τα προβλήματα/τις τύψεις. Βλ. κάθαρση.|| (κατ' επέκτ.) ~ (= απομάκρυνση) της έντασης. ΣΥΝ. ανασασμός (3) 2. (κυριολ. κ. μτφ.) μείωση, αφαίρεση βάρους, φορτίου, πυκνότητας: ~ από τη δουλειά/το χρέος. Το μαλλί του χρειάζεται ~. 3. (μτφ.) αφόδευση ή σπανιότ. ούρηση. 4. κλέψιμο, κλοπή. Πβ. ξάφρισμα.
34672ξαλαφρώνωξα-λα-φρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξαλάφρω-σα, ξαλαφρώ-σω, -μένος, ξαλαφρών-οντας} & ξελαφρώνω (προφ.) 1. απαλλάσσω από βάρος, φορτίο· ξεκουράζω, ελαφρύνω: Να σε ~σω από τις σακούλες που κουβαλάς; ΑΝΤ. επιβαρύνω. 2. (μτφ.) ανακουφίζομαι από συναισθηματικό ή ψυχικό βάρος ή από σωματικό πόνο: ~σε από το άγχος/τις ενοχές/την κούραση. Τα είπα και ~σα. Θέλω να κλάψω, (για) να ~σω. Πβ. αναπνέω, (ξαν)ασαίνω.|| Το φάρμακο θα σε ~σει από τους πόνους. 3. (μτφ.) αφοδεύω ή σπανιότ. ουρώ. 4. κλέβω, ξαφρίζω: Τον ~σαν από το πορτοφόλι του. [< μεσν. ξαλαφρώνω]
34673ξαλμυρίζωξαλ-μυ-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {ξαλμύρι-σα, ξαλμυρί-σω, -σμένος, ξαλμυρίζ-οντας} & ξαρμυρίζω (προφ.): αφαιρώ την άλμη ή το αλάτι: Έβαλε τον μπακαλιάρο σε νερό να ~σει. ~σμένη: κάππαρη. ~σμένο: ψάρι (βλ. παστό). ~σμένες: ελιές. Βλ. αφαλατώνω. [< γαλλ. dessaler]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.