| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 34674 | ξαμολώ | [ξαμολῶ] ξα-μο-λώ ρ. (μτβ.) {-ά κ. -άει ... | ξαμόλ-ησε, -ιέται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} & ξαμολάω (προφ.): αφήνω ελεύθερο, αμολώ· στέλνω κάποιον (κατ)επειγόντως συνήθ. για συγκεκριμένο σκοπό: ~ησε τα σκυλιά καταπάνω τους (βλ. εξαπολύω).|| Τους ~ησαν να κάνουν ελέγχους στα μαγαζιά. ● Παθ.: ξαμολιέμαι: ορμώ, ξεχύνομαι: ~ήθηκαν στην παραλία για λίγη δροσιά. | |
| 34675 | ξαμώνω | ξα-μώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξάμω-σα} (ιδιωμ.-λογοτ.) 1. ορμώ εναντίον κάποιου, συνήθ. με απειλητική διάθεση: ~σε το χέρι του καταπάνω μας. Πβ. επιτίθεμαι. 2. σημαδεύω. Πβ. σκοπεύω. [< μεσν. εξαμώνω] | |
| 34676 | ξανά | ξα-νά επίρρ. 1. πάλι, μια ακόμη φορά: ~ απ' την αρχή (βλ. ξαναρχίζω)/μαζί. ~ στα θρανία/στις κάλπες/στο προσκήνιο. Ποτέ ~ (= ποτέ πια). Ανοίγει ~ η συζήτηση για ... Γύρισε (: ξαναγύρισε)/παντρεύεται (: ξαναπαντρεύεται) ~. Η ομάδα βρίσκεται ~ στην κορυφή. Θα βρεθούμε/θα τον δω/θα του μιλήσω ~ (: θα ξαναβρεθούμε/ξαναδώ/ξαναμιλήσω). Έχουμε συναντηθεί ~ (= στο παρελθόν). Βάλ' το ~ (= πίσω) στη θέση του. Πβ. εκ νέου. 2. (ως επιφών.) παράγγελμα, προτροπή για επανάληψη: Το κοινό χειροκροτούσε και φώναζε: ~! ~! ~! ● ΦΡ.: ξανά (μανά) τα ίδια: εκδήλωση δυσφορίας συνήθ. για κακή συμπεριφορά, σφάλμα που επαναλαμβάνεται: ~ ~; Δεν μου υποσχέθηκες πως δεν θα το ξανακάνεις;, ξανά και ξανά (επιτατ.-προφ.): πολλές φορές, επανειλημμένα: Του το είπα ~ ~ μέχρι να το καταλάβει. Κάνει τα ίδια λάθη ~ ~., ξανά μανά (προφ.): για κάτι που επαναλαμβάνεται, συνήθ. άσκοπα, με αποτέλεσμα να προκαλεί ενόχληση: Άντε ~ ~ από την αρχή., και ξανά προς τη δόξα τραβά βλ. δόξα [< μεσν. ξανά] | |
| 34677 | ξανα- & ξανά- & ξαν- | : πολύ συχνά εμφανιζόμενο α' συνθετικό ρημάτων και σπανιότ. ουσιαστικών που παράγονται από αυτά· δηλώνει επανάληψη προηγούμενης ενέργειας ή του αποτελέσματός της: ~γεμίζω/~γράφω/~δοκιμάζω/~τυπώνω (πβ. ανα-, επαν-εκτυπώνω). Δεν το ξανα-κάνω (πβ. ματα-). Ξανά-ρχομαι.|| Ξανα-ζέσταμα. Ξανα-γύρισμα (βλ. πισω-).|| ξαν-αρχίζω. | |
| 34678 | ξαναβάζω | ξα-να-βά-ζω ρ. (μτβ.) {ξανάβα-λα κ. ξαναέβα-λα, ξαναβά-λω, ξαναβάζ-οντας}: βάζω πάλι: ~ει υποψηφιότητα για ... Έχει ~λει (= ξαναφορέσει) αυτά τα ρούχα. Έκοψα το τσιγάρο και δεν το ~λα στο στόμα μου (: δεν κάπνισα ποτέ πια). | |
| 34679 | ξαναβγάζω | ξα-να-βγά-ζω ρ. (μτβ.) {ξανάβγα-λα κ. ξαναέβγα-λα, ξαναβγά-λω, ξαναβγάζ-οντας} (προφ.): βγάζω πάλι: Τον ~λαν πρόεδρο (: τον εξέλεξαν πάλι). Θα ~λουν την εκπομπή (ενν. στον αέρα, θα ξαναπροβληθεί)/το περιοδικό (: θα επανεκδοθεί). Πρέπει να ~λω διαβατήριο, γιατί έληξε. | |
| 34680 | ξαναβγαίνω | ξα-να-βγαί-νω ρ. (αμτβ.) {ξανάβγαι-νε κ. ξαναέβγαι-νε, ξανα-βγήκε, ξανα-βγεί, ξαναβγαίν-οντας} (προφ.): βγαίνω πάλι: Στις εκλογές ~βγήκε δήμαρχος (= εξελέγη πάλι) ο ... Το ξεχασμένο θέμα ~βγήκε στην επιφάνεια. Το βιβλίο εξαντλήθηκε, αλλά θα ~βγεί (: θα ξανακυκλοφορήσει). Τα χειροκροτήματα ανάγκασαν το γκρουπ να ~βγεί στη σκηνή. [< μεσν. ξαναβγαίνω] | |
| 34681 | ξαναβλέπω | ξα-να-βλέ-πω ρ. (μτβ.) {ξανά-βλεπα κ. ξανα-έβλεπα, ξανα-είδα (προφ.) ξανάδα, ξανα-δώ, ξαναϊδω-θεί, ξαναβλέπ-οντας} 1. βλέπω, συναντώ, παρακολουθώ ή βιώνω για μία ακόμη φορά: Αν με ~δείς, γράψε μου (: δεν πρόκειται να συμβεί). Χαίρομαι που σε ~ (πβ. ξαναβρίσκω).|| Την έχω ~δεί την ταινία.|| Εύχομαι να μην ~δούμε (= ξαναζήσουμε) τέτοια περιστατικά. 2. (μτφ.) εξετάζω εκ νέου: Θα ~δώ (: σκεφτώ δεύτερη φορά) την υπόθεση πιο ήρεμος και θα αποφασίσω. Θα ήθελα να ~δούμε (: ελέγξουμε) μαζί το κείμενο για τυχόν λάθη. 3. αποκαθίσταται και πάλι η όρασή μου. ● ΦΡ.: (αυτό) το έργο το έχω δει/ξαναδεί βλ. έργο, δεν θέλω να ξαναδώ κάποιον (στα μάτια μου/μπροστά μου)/δεν θέλω ούτε να ξέρω/να βλέπω κάποιον βλ. θέλω [< μεσν. ξαναβλέπω] | |
| 34682 | ξαναβρίσκω | ξα-να-βρί-σκω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξανα-βρήκα (προφ.) ξανάβρα, ξανα-βρώ, ξαναβρέ-θηκα, ξαναβρε-θώ, ξαναβρίσκ-οντας} 1. βρίσκω κάτι που είχα χάσει ή συναντώ ξανά: Ελπίζω να ~βρώ τα κοσμήματά μου. Το πλοίο ~βρήκε την πορεία του.|| ~θηκε με τους παλιούς του φίλους (: τους ξαναείδε, ξανάσμιξαν). 2. αποκτώ ξανά: ~βρήκε τις αισθήσεις/την ευτυχία/την ισορροπία/τη μνήμη/την όρεξή του. Πβ. (επ)ανακτώ, ξαναποκτώ. ● ΦΡ.: τα ξαναβρίσκω: συμφιλιώνομαι με κάποιον. ΣΥΝ. τα ξαναφτιάχνω, (ξανα)βρίσκω τον εαυτό μου βλ. εαυτός, (ξανα)βρίσκω/θυμάμαι τον (παλιό) καλό εαυτό μου βλ. εαυτός | |
| 34683 | ξανάβω | ξα-νά-βω ρ. (αμτβ.) {ξάνα-ψα, -ψει, -μμένος} (προφ.): αναψοκοκκινίζω· διεγείρομαι, ερεθίζομαι, φουντώνω: ~ψε από το τρέξιμο.|| ~ει ο πόθος του για κείνη.|| ~ψε το μίσος ανάμεσά τους. ● βλ. ξαναμμένος [< αρχ. ἐξανάπτω] | |
| 34684 | ξαναγεμίζω | ξα-να-γε-μί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξαναγέμι-σα, -σμένος, ξαναγεμίζ-οντας}: γεμίζω πάλι: ~σε το ποτήρι με νερό.|| Η πλατεία είχε αδειάσει και ~σε κόσμο.|| (μτφ.) Το χωριό ~ει ζωή, όταν έρχεται καλοκαίρι. [< μεσν. ξαναγεμίζω] | |
| 34685 | ξαναγέμισμα | ξα-να-γέ-μι-σμα ουσ. (ουδ.): γέμισμα εκ νέου: ~ μελανιών/μπαταριών/όπλου. Πβ. αναγόμωση. | |
| 34686 | ξαναγεννώ | [ξαναγεννῶ] ξα-να-γεν-νώ ρ. (μτβ.) {-ά κ. -άει ... | ξαναγένν-ησε, -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} & ξαναγεννάω: γεννώ πάλι· αναγεννώ, ξαναζωντανεύω: Πουλιά που ~ούν τα αβγά τους στο ίδιο μέρος.|| (μτφ.) ~ήθηκε η ελπίδα. Οι εικόνες αυτές μου ~ούν συναισθήματα χαράς. ● Παθ.: ξαναγεννιέμαι (μτφ.): αισθάνομαι ανανεωμένος, αναζωογονούμαι: Νιώθω να ~ με τη μουσική (: αισθάνομαι μεγάλη ευφορία). Πβ. ξανανιώνω.|| Η ομάδα ~ήθηκε από τις στάχτες της (: ανέκτησε τις δυνάμεις της). ● ΦΡ.: αναγεννάται/ξαναγεννιέται από την τέφρα του/τις στάχτες του βλ. τέφρα [< μεσν. ξαναγεννώ] | |
| 34687 | ξαναγίνομαι | ξα-να-γί-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {ξανά-γινα κ. ξανα-έγινα, -γίνει} 1. γίνομαι όπως πριν: Θα ~γίνουν όλα όπως παλιά. Η ντίσκο μουσική ~γινε μόδα. 2. επαναλαμβάνομαι: Ο αγώνας θα ~γίνει. Δεν ήταν καθόλου αστείο, να μην ~γίνει (= ξανασυμβεί), παρακαλώ. Πβ. ξανακάνω. 3. αναδημιουργούμαι, ξαναφτιάχνομαι: Η αναπαλαίωση θα ~γίνει από την αρχή. 4. (μτφ.) αναγεννιέμαι, ξανανιώνω: Με τα παραμύθια ~όμαστε νέοι. Πβ. ανανεώνομαι. ● ΦΡ.: δεν ξανάγινε! (προφ.-επιτατ.): είναι πρωτάκουστο, αδιανόητο, απίστευτο: Μεγαλύτερη προσφορά/τέτοια καταστροφή/τόσο χιόνι ~ ~! Τέτοιο ρεζιλίκι ~ ~! Πβ. πού (ξαν)ακούστηκε/πού έχει ακουστεί ...;, ξαναγίνομαι παιδί βλ. παιδί [< μεσν. ξαναγίνομαι] | |
| 34688 | ξαναγράφω | ξα-να-γρά-φω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξανάγραψα κ. ξαναέγρα-ψα, ξαναγρά-ψω, -φ(τ)ηκε, -φ(τ)εί, -μμένος, ξαναγράφ-οντας} 1. γράφω πάλι: Μου ~ψε (: ενν. γράμμα). Είχε λάθη η έκθεσή του, γι' αυτό την ~ψε απ' την αρχή (βλ. ανασυντάσσω). (επιτατ.) Έχουν γραφτεί και ~φτεί δεκάδες ρεπορτάζ για ...|| (κάνω ξανά εγγραφή:) Εάν έχετε διαγραφεί, πρέπει να ~φτείτε στο φόρουμ. 2. αναδιαμορφώνω, επαναπροσδιορίζω: Η ιστορία πρέπει να ~φτεί. [< μεσν. ξαναγράφω, πβ. γαλλ. récrire] | |
| 34689 | ξαναγυρίζω | ξα-να-γυ-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξαναγύρι-σα, ξαναγυρί-στηκε, ξαναγυρίζ-οντας} & ξαναγυρνώ & -άω {-άς ..., -ώντας} 1. επιστρέφω: Θα ~σει κοντά σου (= θα γυρίσει πίσω). Ένα πρωί έφυγε και δεν ~σε.|| (απειλητ.-επιτατ.) Να φύγεις και να μην ~σεις (: να μην ξανάρθεις)!|| (μτφ.) Πήγε στην κόλαση και ~σε (: πέρασε μεγάλη λαχτάρα, περιπέτεια). Ο κόσμος ~ει στα θέατρα (: παρακολουθεί ξανά παραστάσεις). ~σαν (= επανήλθαν) στα παλιά τους λημέρια. Το έργο μάς ~ά δεκαετίες πίσω (βλ. αναπολώ). 2. γυρίζω κάτι στην αρχική θέση: ~σε το σεντόνι από την καλή. Βλ. αναποδογυρίζω, αντιστρέφω. 3. (περι)στρέφω ξανά: ~σε τον διακόπτη. 4. κινηματογραφώ εκ νέου: Η ταινία ~στηκε με νέους πρωταγωνιστές. Βλ. ριμέικ. ● ΦΡ.: ξανακάθομαι/ξαναγυρίζω/επιστρέφω στα θρανία βλ. θρανίο [< μεσν. ξαναγυρίζω] | |
| 34690 | ξαναγύρισμα | ξα-να-γύ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξαναγυρίζω. | |
| 34691 | ξαναγυρνώ | & ξαναγυρνάω βλ. ξαναγυρίζω | |
| 34692 | ξαναδείχνω | ξα-να-δεί-χνω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξανάδειξα κ. ξαναέδει-ξα, ξαναδείχν-οντας} 1. δείχνω, παρουσιάζω ξανά: Μόλις ~ξε το τρέιλερ της ταινίας.|| (μτφ.) Ο καιρός ~ει τα δόντια του. 2. καθοδηγώ, υποδεικνύω ξανά: Μπορώ να σου το ~ξω. [< μεσν. ξαναδείχνω] | |
| 34693 | ξαναδιαβάζω | ξα-να-δια-βά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξαναδιάβα-σα, ξαναδιαβά-στηκε, ξαναδιαβάζ-οντας} 1. διαβάζω πάλι: ~σε το κείμενο πιο προσεκτικά. Αυτό δεν το 'χω ~σει και είναι πολύ ενδιαφέρον.|| ~ για να ξαναδώσω πανελλήνιες. 2. (μτφ.) ερμηνεύω διαφορετικά: ~ει την ιστορία με τα μάτια του σήμερα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ