Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [35360-35380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
34694ξαναδίνωξα-να-δί-νω ρ. (μτβ.) {ξανάδωσε κ. ξαναέδω-σε, ξαναδώ-σει, ξαναδό-θηκε, ξαναδο-θεί, ξαναδίν-οντας} 1. δίνω πάλι: Πάρε το μολύβι, αλλά να μου το ~σεις (: ξαναφέρεις, φέρεις πίσω). Με το γκολ ~σε το προβάδισμα στην ομάδα του. Μην του ~σεις αφορμή για καβγάδες.|| Τα δέντρα που θα φυτευτούν θα ~σουν ζωή στο δάσος. 2. εξετάζομαι ξανά: ~σε εξετάσεις και πέρασε. [< μεσν. ξαναδίδω]
34695ξαναέρχομαι & ξανάρχομαιξα-να-έρ-χο-μαι ρ. (αμτβ.) {ξανα-ήρθε (επίσ.) -ήλθε (προφ.) ξανάρθε, -έρθει (επίσ.) -έλθει (προφ.) ξανά-ρθει κ. -ρθεί, προστ. -έλα}: έρχομαι πάλι, επιστρέφω: Το ρεύμα κόπηκε και ~ήρθε. Μου ξανάρθε στο μυαλό (: θυμήθηκα) ... Το θέμα ~ήρθε στην επικαιρότητα/στο προσκήνιο. Θα ~ρθω (= ξαναπεράσω) σε λίγο.|| (απειλητ.-προφ.) Να φύγεις και μην ~ρθεις (= ξαναγυρίσεις)!|| (προτροπή κατά την αναχώρηση επισκεπτών:) Να μας ~ρθετε! ΣΥΝ. επανέρχομαι (1) ΑΝΤ. ξαναφεύγω [< μεσν. ξαναέρχομαι]
34696ξαναζεσταίνωξα-να-ζε-σταί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξαναζέστ-ανε, -άνει, -άθηκε, -αμένος, ξαναζεσταίν-οντας} ΣΥΝ. αναθερμαίνω 1. ζεσταίνω ξανά. 2. (μτφ.) ανανεώνω, αναζωογονώ, αναζωπυρώνω: Προσπαθούν να ~άνουν τη σχέση τους. Πβ. ξαναζωντανεύω. ● ΦΡ.: ξαναζεσταμένο/χθεσινό φαγητό/φαΐ & ξαναζεσταμένη σούπα (μτφ.): για θέμα που επαναλαμβάνεται ή προβάλλεται ως επίκαιρο, ενώ δεν έχει πλέον ενδιαφέρον: Αποκαλύψεις που αποδείχθηκαν ~ ~. Πβ. περσινά ξινά σταφύλια. Βλ. μία από τα ίδια. [< μεσν. (ε)ξαναζεσταίνω]
34697ξαναζέσταμαξα-να-ζέ-στα-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξαναζεσταίνω. Πβ. αναθέρμανση.
34698ξαναζητώ[ξαναζητῶ] ξα-να-ζη-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {-ά κ. -άει ... | ξαναζήτ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ώντας} & ξαναζητάω: ζητώ πάλι: Μου ~ησε συγγνώμη για την καθυστέρησή του. Ήρθε να μου ~ήσει χάρη.|| Αν με ~ήσουν (βλ. αναζητώ) στο τηλέφωνο, πες ότι λείπω. [< μεσν. ξαναζητώ]
34699ξαναζώ[ξαναζῶ] ξα-να-ζώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {-είς ... | ξανάζησα κ. ξαναέζ-ησα, -ήσει}: ζω εμπειρία ξανά· {στο γ’ πρόσ.} αναβιώνει: Ελπίζω να μην ~ήσω εκείνη τη μέρα. Αυτή τη σκηνή σαν να την έχω ~ήσει (βλ. ντεζαβού).|| Ο εφιάλτης/θρύλος ~εί. Πβ. ξαναζωντανεύω. [< μεσν. ξαναζώ]
34700ξαναζωντάνεμαξα-να-ζω-ντά-νε-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξαναζωντανεύω. Πβ. αναβίωση.
34701ξαναζωντανεύωξα-να-ζω-ντα-νεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξαναζωντάν-εψα, -έψει, -εμένος, ξαναζωντανεύ-οντας} 1. φέρνω ή έρχομαι πάλι στη ζωή: (μτφ.) Οι σταγόνες της βροχής ~εψαν την ξερή γη.|| Ο νεκρός ~εψε (: νεκραναστήθηκε). 2. (μτφ.) ξαναφέρνω ή ξαναέρχομαι στον νου· {στο γ’ πρόσ.} αναβιώνει: ~εψαν μέσα μου μνήμες και εικόνες από ... Πβ. αναθυμάμαι.|| ~εψε ο θρύλος. 3. (μτφ.) ξαναβρίσκω τη ζωντάνια μου· αναζωπυρώνομαι, αναθερμαίνομαι: ~εψα μόλις άκουσα τη φωνή του. Πβ. αναζωογονώ, ανανεώνω, ξανανιώνω.|| ~εψαν οι ελπίδες. Ένας παιδικός έρωτας ~ει.
34702ξαναθυμάμαι[ξαναθυμᾶμαι] ξα-να-θυ-μά-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξαναθυμήθ-ηκα, -ηθώ}: θυμάμαι πάλι: Αυτές τις μέρες, σε ~ηκα με αφορμή ... Έλα να ~ηθούμε τα παλιά. Πβ. ξεσκονίζω. [< μεσν. ξαναθυμούμαι]
34703ξαναθυμίζωξα-να-θυ-μί-ζω ρ. (μτβ.) {ξαναθύμι-σα, ξαναθυμί-σω, ξαναθυμίζ-οντας} (επιτατ.): θυμίζω πάλι: Σου ~ (= υπενθυμίζω) ότι ... [< μεσν. ξαναθυμίζω]
34704ξανακάθομαιξα-να-κά-θο-μαι ρ. (αμτβ.) {ξανακάθ-ισα κ. -ησα (προφ.) ξανάκατσα κ. ξαναέκατσα, ξανακαθ-ίσω (προφ.) ξανακάτσω}: κάθομαι πάλι, επιστρέφω για να καθίσω: Άλλη φορά δεν ~ δίπλα του. Γύρισε και ~ισε στη θέση του. ● ΦΡ.: ξανακάθομαι/ξαναγυρίζω/επιστρέφω στα θρανία βλ. θρανίο
34705ξανακαίωξα-να-καί-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {-αίς ... | ξανάκαψε κ. ξαναέκα-ψε, ξανακά-ηκε, -εί}: καίω πάλι: (από φωτιά:) Το βουνό ~ηκε για τρίτη φορά.|| (από υπερθέρμανση:) Κάηκε η ασφάλεια, την άλλαξα και ~ηκε.|| (από τον ήλιο:) Βάζω αντηλιακό, για να μην ~αώ.
34706ξανακαλώ[ξανακαλῶ] ξα-να-κα-λώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {-είς ... | ξανακάλ-εσα, -έσω, ξανακλή-θηκε, -θεί, ξανακαλ-ώντας} 1. (προσ)καλώ πάλι: Από τότε που μαλώσαμε, δεν με ~εσε σπίτι του.|| Τον ~εσαν στον στρατό (ως έφεδρο). Με ~εσαν για δεύτερη κατάθεση. 2. επιχειρώ ξανά να τηλεφωνήσω: Παρακαλώ ~έστε αργότερα. [< 2: αγγλ. redial]
34707ξανακάνωξα-να-κά-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξανάκανα κ. ξανα-έκανα, -κάνει (λαϊκό) -κάμει, ξανακάν-οντας} 1. κάνω ξανά, επαναλαμβάνω: ~έκανε το ίδιο λάθος. Δεν θα το ~, στο υπόσχομαι.|| (απειλητ.) Να μην το ~εις! 2. δημιουργώ ξανά: ~έκανε δίδυμα. Αποφάσισε να μην ~ει ταινία. 3. μετατρέπω, μεταβάλλω ξανά σε: Το σέρβις θα ~κάνει καινούργιο το αμάξι. 4. υποβάλλομαι ξανά σε: Θα ~κάνει εγχείρηση. 5. εμφανίζω ξανά: Μέσα σ' έναν μήνα μετά τη δίαιτα ~έκανε κοιλιά.ξανακάνει: (για καιρικές συνθήκες) έχει, επικρατεί πάλι: ~ παγωνιά. [< μεσν. ξανακάμνω]
34708ξανακατεβάζωξα-να-κα-τε-βά-ζω ρ. (μτβ.) {ξανακατέβα-σα, -σει} 1. κατεβάζω πάλι: Σήκωσε για λίγο το κεφάλι του και μετά το ~σε. 2. (μτφ.) παρακινώ ξανά κάποιον να κάνει κάτι: Είναι το θέμα το οποίο κατέβασε τον κόσμο στους δρόμους και θα τον ~σει. 3. ΠΛΗΡΟΦ. μεταφέρω ξανά δεδομένα από κεντρικό σε περιφερειακό σύστημα: Εγκατέστησα το πρόγραμμα, αλλά δεν δούλεψε και το ~σα. 4. (μτφ.) παρουσιάζω εκ νέου σε κοινό: Θα ~σει την πρόταση στην επιτροπή βελτιωμένη. [< 1: μεσν. ξανακατεβάζω]
34709ξανακερδίζωξα-να-κερ-δί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξανακέρδ-ισα, -ίσω, -ήθηκε, -ηθεί, -ισμένος, ξανακερδίζ-οντας} 1. υπερισχύω ξανά: ~σαν την αντίπαλη ομάδα στην έδρα της. 2. (μτφ.) κατακτώ ξανά: ~σε την εμπιστοσύνη/εύνοιά της. Τον εγκατέλειψε, αλλά αυτός ελπίζει να την ~σει. ● ΦΡ.: καλύπτω/ανακτώ/(ξανα)κερδίζω το χαμένο έδαφος βλ. έδαφος
34710ξανακινώ[ξανακινῶ] ξα-να-κι-νώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {-είς ... | ξανακίν-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε} 1. (λαϊκό) (ξε)κινώ πάλι: Ας ~ήσουμε, προτού σκοτεινιάσει εντελώς.|| Δόθηκαν κίνητρα για να ~θεί η αγορά. 2. κουνώ, μετακινώ ξανά: Δεν πρόκειται να ~ήσω το αμάξι από τη θέση του. 3. προκαλώ ξανά: Του άρθρο του μού ~ησε το ενδιαφέρον για ... [< μεσν. ξανακινώ]
34711ξανακλείνωξα-να-κλεί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξανάκλεισα κ. ξαναέκλει-σα, ξανακλεί-σει, -στηκε, -στεί, ξανακλείν-οντας} 1. κλείνω ή φράζω ξανά: ~σε το ντουλάπι/τον φάκελο.|| ~σε ο δρόμος μετά από νέα κατολίσθηση.|| Πρόσεξε, γιατί θα ~σει ο λαιμός σου. 2. περιορίζω εκ νέου: Με τον ερχομό και του δεύτερου παιδιού ~στήκαμε στο σπίτι. 3. διακόπτω ξανά την παροχή ή τη λειτουργία: ~σε τον υπολογιστή λίγα λεπτά μετά την επανεκκίνηση.|| Το εργοστάσιο ~σε (: έπαψε να λειτουργεί) δύο μήνες μετά την επαναλειτουργία του. 4. (+ άρνηση) (επιτατ.) κάνω ξανά κράτηση: Δεν ~ τραπέζι σε αυτό το μαγαζί. 5. διακόπτω πάλι μια διαδικασία ή ρυθμίζω ξανά μια υπόθεση: Ξανάκλεισε το θέμα.
34712ξανακοιμάμαιξα-να-κοι-μά-μαι ρ. (αμτβ.) {-άσαι ...| ξανακοιμ-ήθηκα, -ηθώ}: κοιμάμαι ξανά· (μτφ.) αδρανώ πάλι: Ξύπνησε στη μέση της νύχτας και δεν μπόρεσε να ~ηθεί.|| Η άμυνα ~ήθηκε και η ομάδα δέχτηκε δεύτερο γκολ.
34713ξανακοιτάζωξα-να-κοι-τά-ζω ρ. (αμτβ. κ μτβ.) {ξανακοίτα-ζα, -ξα, ξανακοιτά-ξω, -χτηκε, -γμένος, ξανακοιτάζ-οντας} & ξανακοιτώ & ξανακοιτάω {-άς ...} 1. κοιτάζω πάλι: Την ~ξε για μια τελευταία φορά κι έφυγε. Κοίταζε και ~ζε έξω από το παράθυρο ανήσυχη. 2. προσέχω, φροντίζω ξανά: Μπορείς να ~ξεις (: ψάξεις πάλι) για εισιτήρια; 3. ελέγχω εκ νέου: ~ξε τον λογαριασμό για τυχόν λάθη. Βλ. επανέλεγχος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.