Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [3520-3540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2575αμέτι-μουχαμέτι[ἀμέτι-μουχαμέτι] α-μέ-τι μου-χα-μέ-τι επίρρ. (προφ.): οπωσδήποτε, σώνει και καλά: Έχει βάλει ~ ~ (= στόχο) να ... Μ' έχει πρήξει, ~ ~ (= σώνει και καλά) να πάμε! [< τουρκ. amet muhabbet]
2576αμέτοχος, η, ο [ἀμέτοχος] α-μέ-το-χος επίθ. (λόγ.): που κρατά ουδέτερη στάση, δεν παίρνει μέρος ή δεν συμμετέχει σε κάτι: ~ος: θεατής (= παθητικός)/παρατηρητής (= ουδέτερος). ~ο: κοινό. Είμαι/(παρα)μένω ~ σε κάτι (ΑΝΤ. ανακατεμένος). Παρακολουθεί ~, απαθής και αδιάφορος τις εξελίξεις.|| (λόγ.) ~ του εγκλήματος (ΑΝΤ. συμμέτοχος). ΑΝΤ. αναμεμειγμένος (1) ● επίρρ.: αμέτοχα [< μτγν. ἀμέτοχος]
2578αμετροέπεια[ἀμετροέπεια] α-με-τρο-έ-πει-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): λόγια χωρίς μέτρο, ουσία, ποιότητα ή σκοπό· φλυαρία: πολιτική ~. ~ και κομπορρημοσύνη. ~ στην απόδοση χαρακτηρισμών. Υπερβολές και ~ες. Πβ. λογοδιάρροια, μεγαλοστομία, πάρλα, περιττο-, πολυ-λογία. ΑΝΤ. λακωνικότητα [< μτγν. ἀμετροεπία]
2579αμετροεπής, ής, ές [ἀμετροεπής] α-με-τρο-ε-πής επίθ. {αμετροεπ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν έχει όρια και μέτρο στον λόγο· (συνήθ. για πρόσ.) φλύαρος, μεγαλόστομος ή θρασύς: ~είς: δηλώσεις.|| ~ και αλαζόνας/εμπαθής/επηρμένος/υπερφίαλος. Πβ. πολυλογάς, φαφλατάς. ΑΝΤ. λακωνικός (1) ● επίρρ.: αμετροεπώς [-ῶς] [< αρχ. ἀμετροεπής]
2580άμετρος, η, ο [ἄμετρος] ά-με-τρος επίθ. (λόγ.): που ξεπερνά κάθε μέτρο, αμέτρητος, υπερβολικός: ~ος: σεβασμός. ~η: αγάπη/αισιοδοξία/θλίψη/φιλοδοξία/χαρά. ~ο: θράσος/πάθος (= έντονο). Πβ. υπερβολικός, υπέρμετρος. Βλ. εγκρατής, -μετρος. ● επίρρ.: άμετρα [< αρχ. ἄμετρος]
2581αμετρωπία[ἀμετρωπία] α-με-τρω-πί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. γενική ονομασία οφθαλμικών παθήσεων (π.χ. αστιγματισμός, μυωπία, υπερμετρωπία, πρεσβυωπία) που χαρακτηρίζονται από ελαττωματική εστίαση των εικόνων στον αμφιβληστροειδή με αποτέλεσμα τη μείωση της οπτικής οξύτητας. ΣΥΝ. διαθλαστική ανωμαλία ΑΝΤ. εμμετρωπία [< γαλλ. amétropie, αγγλ. ametropia]
2582αμήβλ. αμέ
2583αμήν[ἀμήν] α-μήν επιφών.: (στο τέλος προσευχής, θρησκευτικού ύμνου ή ψαλμού, με ευχετική σημασία και γενικότ. ευχή για την πραγματοποίηση επιθυμίας που μόλις εκφράστηκε) μακάρι: (ΕΚΚΛΗΣ.) Εις τον αιώνα των αιώνων. ~.|| ~, από το στόμα σου και στου Θεού τ' αυτί! Πβ. γένοιτο, είθε. ● Ουσ.: αμήν (το) {άκλ.}: το ακρότατο σημείο, όριο, τέλος: Η υπομονή του ξεπέρασε το ~. ● ΦΡ.: αμήν και πότε! (προφ.-εμφατ.): (σε απάντηση) δηλώνει ανυπομονησία για την πραγματοποίηση ευχής που μόλις διατυπώθηκε: -Με το καλό να γυρίσεις! -~ ~!, αμήν Παναγία/Παναγιά μου! (προφ.-εμφατ.): μακάρι: -Θα βρεθεί λύση/όλα καλά θα πάνε, μην ανησυχείς. -~ ~!, στο αμήν (προφ.) 1. & (σπανιότ.) μέχρι το αμήν: σε οριακό σημείο (αντοχής, απελπισίας, δυνατοτήτων, υπομονής), στο απροχώρητο: Φέρνω/φτάνω κάποιον ~ ~. Βρίσκομαι/έρχομαι ~ ~. ΣΥΝ. στο μη παρέκει/περαιτέρω, στο νυν και αεί 2. (+ να) παρά λίγο: Έφτασε ~ ~ να παραιτηθεί/να φύγει. Είμαι ~ ~ να τα παρατήσω. Πβ. στο παρά πέντε., ώσπου να πεις αμήν (προφ.): σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, στη στιγμή: Δεν θα καθυστερήσω, θα τελειώσω ~ ~! ΣΥΝ. αμέσως, μέχρι/ώσπου/όσο να πεις κύμινο/κρεμμύδι, στο άψε σβήσε, στο πι και φι ΑΝΤ. αργά (1) [< μτγν. ἀμήν]
2584αμηνόρροια[ἀμηνόρροια] α-μη-νόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική απουσία ή διακοπή της περιόδου κατά την αναπαραγωγική ηλικία της γυναίκας: αθλητική ~. Πρωτοπαθής (: μη έναρξη της εμμηνόρροιας κατά την εφηβεία)/δευτεροπαθής (: πρόωρη διακοπή) ~. Η ~ ως σύμπτωμα της νευρικής ανορεξίας. Βλ. αραιο-, δυσ-μηνόρροια, -ρροια. ΑΝΤ. εμμηνόρροια [< γαλλ. aménorrhée, αγγλ. amenorrhea]
2585αμητός[ἀμητός] α-μη-τός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): συγκομιδή: (μτφ.) ~ γνώσεων (= θησαυρός, αποθησαύριση)/σοφίας. [< μτγν. ἀμητός]
2586αμηχανία[ἀμηχανία] α-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): δύσκολη θέση ή κατάσταση, κατά την οποία κάποιος δεν ξέρει πώς να αντιδράσει ή να συμπεριφερθεί· το αντίστοιχο αίσθημα: κλίμα/στιγμές/χαμόγελα ~ας. Προκαλώ ~ σε κάποιον. Βρίσκομαι σε/νιώθω/περιέρχομαι σε ~. Μας βάζει/φέρνει σε ~. Με κοίταζε με ~. Κάνει λάθη/τρώει τα νύχια της/χάνει τα λόγια της από ~. Πάνω στην ~ τους καταφεύγουν σε ψέματα. Βλ. αμφιβολία, διστακτικότητα. [< αρχ. ἀμηχανία 'ένδεια', γερμ. Verlegenheit, γαλλ. embarras]
2587αμήχανος, η, ο [ἀμήχανος] α-μή-χα-νος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από αμηχανία: ~η: αντίδραση/σιωπή/συμπεριφορά. ~ο: βλέμμα. ~ες: στιγμές. ~α: γέλια. Κοιτάζω/παρακολουθώ ~ (κάποιον/κάτι). Δείχνουν ~οι και μουδιασμένοι/νευρικοί. Στέκονται ~οι μπροστά στις εξελίξεις. Βλ. απορημένος. ● επίρρ.: αμήχανα [< αρχ. ἀμήχανος, γερμ. verlegen, γαλλ. embarrassé]
2588αμίαντο[ἀμίαντο] α-μί-α-ντο ουσ. (ουδ.) {αμιάντου} 1. (προφ.) αμίαντος και κατ' επέκτ. προϊόντα κατασκευασμένα από αμίαντο. 2. ΤΕΧΝΟΛ. πλέγμα από τεχνητό αμίαντο (συνήθ. βαμβάκι εμποτισμένο με ειδική χημική διάλυση) που τοποθετείται σε λάμπα συνήθ. αερίου, για να προσδίδει λευκότητα και ένταση στο φως της: ~α φωτισμού. [< μτγν. ἀμίαντον]
2589αμίαντος, η, ο [ἀμίαντος] α-μί-α-ντος επίθ. (σπάν.-λόγ.): που δεν έχει μολυνθεί, αμόλυντος, αγνός: ~η: καρδιά/(ΘΕΟΛ.) σύλληψη (πβ. άμωμος). ΑΝΤ. μιαρός [< αρχ. ἀμίαντος]
2590αμίαντος[ἀμίαντος] α-μί-α-ντος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άντου}: ΟΡΥΚΤ. περιληπτ. ονομασ. επιβλαβών για την υγεία, άφλεκτων, ινωδών ορυκτών με ευρεία χρήση (παλαιότ.) σε δομικά υλικά και άλλα προϊόντα: απόβλητα/ίνες/πλάκες/σκόνη/στολές (βλ. πυράντοχος)/φύλλα ~ου. Η καρκινογόνος δράση του ~ου. Μπλε ~ (= κροκιδόλιθος). [< μτγν. ἀμίαντος (λίθος), γαλλ. amiante, αγγλ. amiantus]
2591αμιαντοτσιμέντο[ἀμιαντοτσιμέντο] α-μι-α-ντο-τσι-μέ-ντο ουσ. (ουδ.): τσιμέντο με ενσωματωμένες ίνες αμιάντου: αγωγοί/στέγες/σωλήνες/φύλλα από ~. Βλ. ελενίτ. [< γαλλ. amiante-ciment]
2592αμιάντωση[ἀμιάντωση] α-μι-ά-ντω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επαγγελματική νόσος που προσβάλλει τους πνεύμονες και οφείλεται στην εισπνοή σκόνης αμιάντου. Βλ. πνευμονοκονίαση. [< αγγλ. asbestosis, 1927]
2593αμιγής, ής, ές [ἀμιγής] α-μι-γής επίθ. {αμιγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν έχει αναμειχθεί με ξένα, αλλότρια στοιχεία: ~ής: πληθυσμός. ~ής: επιχείρηση/ομάδα/ουσία. ~ές: περιβάλλον/τμήμα. ~ή: σχολεία. Πβ. ακραιφνής, ανόθευτος, καθαρός. ΑΝΤ. μικτός (1), συμμιγής ● επίρρ.: αμιγώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αμιγές δάσος βλ. δάσος ● ΦΡ.: ουδέν κακόν αμιγές καλού (παροιμ.): κάθε δυσάρεστη κατάσταση έχει και θετικές πλευρές: Δεν πήγα διακοπές, αλλά διάβασα και πέρασα τα μαθήματα: ~ ~. [< αρχ. ἀμιγής]
2594αμίδια[ἀμίδια] α-μί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΧΗΜ. περιληπτική ονομασία οργανικών ενώσεων που περιέχουν στο μόριό τους μια ομάδα άνθρακα και οξυγόνου ενωμένη με ένα άτομο αζώτου. Τα ~ είναι συστατικά των πρωτεϊνών και των πεπτιδίων. Βλ. νικοτιν-, πολυ-αμίδιο. [< γαλλ.-αγγλ. amide]
2595αμιδικός, ή, ό [ἀμιδικός] α-μι-δι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με τα αμίδια ή ανήκει σε αυτά: ~ή: μορφή. Τοπικά αναισθητικά ~ού δεσμού/τύπου (βλ. αρτικαΐνη).

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.