Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [3520-3540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2584αμηνόρροια[ἀμηνόρροια] α-μη-νόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική απουσία ή διακοπή της περιόδου κατά την αναπαραγωγική ηλικία της γυναίκας: αθλητική ~. Πρωτοπαθής (: μη έναρξη της εμμηνόρροιας κατά την εφηβεία)/δευτεροπαθής (: πρόωρη διακοπή) ~. Η ~ ως σύμπτωμα της νευρικής ανορεξίας. Βλ. αραιο-, δυσ-μηνόρροια, -ρροια. ΑΝΤ. εμμηνόρροια [< γαλλ. aménorrhée, αγγλ. amenorrhea]
2585αμητός[ἀμητός] α-μη-τός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): συγκομιδή: (μτφ.) ~ γνώσεων (= θησαυρός, αποθησαύριση)/σοφίας. [< μτγν. ἀμητός]
2586αμηχανία[ἀμηχανία] α-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): δύσκολη θέση ή κατάσταση, κατά την οποία κάποιος δεν ξέρει πώς να αντιδράσει ή να συμπεριφερθεί· το αντίστοιχο αίσθημα: κλίμα/στιγμές/χαμόγελα ~ας. Προκαλώ ~ σε κάποιον. Βρίσκομαι σε/νιώθω/περιέρχομαι σε ~. Μας βάζει/φέρνει σε ~. Με κοίταζε με ~. Κάνει λάθη/τρώει τα νύχια της/χάνει τα λόγια της από ~. Πάνω στην ~ τους καταφεύγουν σε ψέματα. Βλ. αμφιβολία, διστακτικότητα. [< αρχ. ἀμηχανία 'ένδεια', γερμ. Verlegenheit, γαλλ. embarras]
2587αμήχανος, η, ο [ἀμήχανος] α-μή-χα-νος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από αμηχανία: ~η: αντίδραση/σιωπή/συμπεριφορά. ~ο: βλέμμα. ~ες: στιγμές. ~α: γέλια. Κοιτάζω/παρακολουθώ ~ (κάποιον/κάτι). Δείχνουν ~οι και μουδιασμένοι/νευρικοί. Στέκονται ~οι μπροστά στις εξελίξεις. Βλ. απορημένος. ● επίρρ.: αμήχανα [< αρχ. ἀμήχανος, γερμ. verlegen, γαλλ. embarrassé]
2588αμίαντο[ἀμίαντο] α-μί-α-ντο ουσ. (ουδ.) {αμιάντου} 1. (προφ.) αμίαντος και κατ' επέκτ. προϊόντα κατασκευασμένα από αμίαντο. 2. ΤΕΧΝΟΛ. πλέγμα από τεχνητό αμίαντο (συνήθ. βαμβάκι εμποτισμένο με ειδική χημική διάλυση) που τοποθετείται σε λάμπα συνήθ. αερίου, για να προσδίδει λευκότητα και ένταση στο φως της: ~α φωτισμού. [< μτγν. ἀμίαντον]
2589αμίαντος, η, ο [ἀμίαντος] α-μί-α-ντος επίθ. (σπάν.-λόγ.): που δεν έχει μολυνθεί, αμόλυντος, αγνός: ~η: καρδιά/(ΘΕΟΛ.) σύλληψη (πβ. άμωμος). ΑΝΤ. μιαρός [< αρχ. ἀμίαντος]
2590αμίαντος[ἀμίαντος] α-μί-α-ντος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άντου}: ΟΡΥΚΤ. περιληπτ. ονομασ. επιβλαβών για την υγεία, άφλεκτων, ινωδών ορυκτών με ευρεία χρήση (παλαιότ.) σε δομικά υλικά και άλλα προϊόντα: απόβλητα/ίνες/πλάκες/σκόνη/στολές (βλ. πυράντοχος)/φύλλα ~ου. Η καρκινογόνος δράση του ~ου. Μπλε ~ (= κροκιδόλιθος). [< μτγν. ἀμίαντος (λίθος), γαλλ. amiante, αγγλ. amiantus]
2591αμιαντοτσιμέντο[ἀμιαντοτσιμέντο] α-μι-α-ντο-τσι-μέ-ντο ουσ. (ουδ.): τσιμέντο με ενσωματωμένες ίνες αμιάντου: αγωγοί/στέγες/σωλήνες/φύλλα από ~. Βλ. ελενίτ. [< γαλλ. amiante-ciment]
2592αμιάντωση[ἀμιάντωση] α-μι-ά-ντω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επαγγελματική νόσος που προσβάλλει τους πνεύμονες και οφείλεται στην εισπνοή σκόνης αμιάντου. Βλ. πνευμονοκονίαση. [< αγγλ. asbestosis, 1927]
2593αμιγής, ής, ές [ἀμιγής] α-μι-γής επίθ. {αμιγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν έχει αναμειχθεί με ξένα, αλλότρια στοιχεία: ~ής: πληθυσμός. ~ής: επιχείρηση/ομάδα/ουσία. ~ές: περιβάλλον/τμήμα. ~ή: σχολεία. Πβ. ακραιφνής, ανόθευτος, καθαρός. ΑΝΤ. μικτός (1), συμμιγής ● επίρρ.: αμιγώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αμιγές δάσος βλ. δάσος ● ΦΡ.: ουδέν κακόν αμιγές καλού (παροιμ.): κάθε δυσάρεστη κατάσταση έχει και θετικές πλευρές: Δεν πήγα διακοπές, αλλά διάβασα και πέρασα τα μαθήματα: ~ ~. [< αρχ. ἀμιγής]
2594αμίδια[ἀμίδια] α-μί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΧΗΜ. περιληπτική ονομασία οργανικών ενώσεων που περιέχουν στο μόριό τους μια ομάδα άνθρακα και οξυγόνου ενωμένη με ένα άτομο αζώτου. Τα ~ είναι συστατικά των πρωτεϊνών και των πεπτιδίων. Βλ. νικοτιν-, πολυ-αμίδιο. [< γαλλ.-αγγλ. amide]
2595αμιδικός, ή, ό [ἀμιδικός] α-μι-δι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με τα αμίδια ή ανήκει σε αυτά: ~ή: μορφή. Τοπικά αναισθητικά ~ού δεσμού/τύπου (βλ. αρτικαΐνη).
2596αμίλητος, η, ο [ἀμίλητος] α-μί-λη-τος επίθ.: που μιλά πολύ λίγο ή καθόλου: Αγέλαστος/σκυθρωπός και ~. Έμεινε/κοίταζε/παρακολουθούσε/πλησίασε/στεκόταν ~η. Κάθονταν ~οι και σκεφτικοί. Πβ. άναυδος, άφωνος, βουβός, σιωπηλός. ΑΝΤ. ομιλητικός (1) ● ΣΥΜΠΛ.: (το) αμίλητο νερό: ΛΑΟΓΡ. το νερό που μετέφεραν οι ανύπαντρες κοπέλες, χωρίς να μιλούν, για τον κλήδονα. ● ΦΡ.: ήπιε το αμίλητο νερό (μτφ.): για να δηλωθεί η πεισματική άρνηση κάποιου να μιλήσει., αγαλματάκια/στρατιωτάκια ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα βλ. ακούνητος [< μεσν. αμίλητος]
2597άμιλλα[ἅμιλλα] ά-μιλ-λα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αγώνας για διάκριση, νίκη, υπεροχή, χωρίς αντιπαλότητα ή χρήση αθέμιτων μέσων: αθλητική ~. Καλλιέργεια κλίματος/πνεύματος ~ας ανάμεσα στους μαθητές. Πβ. συναγωνισμός. Βλ. ανταγωνισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: ευγενής άμιλλα: προσπάθεια για διάκριση με σεβασμό στον αντίπαλο: Αθλητικά ιδεώδη και ~ ~. [< γαλλ. noble émulation] [< αρχ. ἅμιλλα]
2598αμιλλώμαι[ἁμιλλῶμαι] α-μιλ-λώ-μαι ρ. (αμτβ.) {αμιλλ-άται, -ώνται∙ μόνο σε ενεστ. κ. (σπάν.) παρατ., συνήθ. στο γ' πρόσ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): αγωνίζομαι για διάκριση, νίκη, υπεροχή χωρίς αντιπαλότητα ή αθέμιτα μέσα: ~άται για την πρωτοκαθεδρία. Επιχειρήσεις που ~ώνται σε έργα ανάπτυξης και προόδου. Πβ. συναγωνίζομαι. Βλ. ανταγωνίζομαι, παραβγαίνω. [< αρχ. ἁμιλλῶμαι]
2599αμίμητος, η, ο [ἀμίμητος] α-μί-μη-τος επίθ.: που είναι αδύνατο να τον μιμηθεί κάποιος και κατ' επέκτ. να τον φτάσει ή να τον ξεπεράσει, γιατί είναι τόσο διαφορετικός, ξεχωριστός, πετυχημένος έναντι των άλλων: ~η: απάντηση/δεξιοτεχνία/έκφραση/τέχνη/φωνή (= εκπληκτική, μοναδική). ~ο: ύφος/χιούμορ. ~ες: ατάκες. Πβ. ανεπανάληπτος, ανυπέρβλητος, ασυναγώνιστος, άφθαστος. ● Ουσ.: αμίμητο (το) (προφ.): λόγια ή σπανιότ. πράξεις μοναδικές, αξεπέραστες: Είπε/πέταξε το ~ ... Έκλεισε την ομιλία του με το εξής ~ ... [< μτγν. ἀμίμητος]
2600αμίνη[ἀμίνη] α-μί-νη ουσ. (θηλ.) {αμιν-ών, συνηθέστ. στον πληθ.}: ΧΗΜ. κάθε ένωση που παράγεται από την αμμωνία, με αντικατάσταση ενός ή περισσοτέρων ατόμων υδρογόνου από μονοσθενείς ρίζες υδρογονάνθρακα: αρωματικές/βιογενείς/καρκινογόνες ~ες. ~ εξουδετέρωσης. Άλατα/αντιδράσεις ~ών. Βλ. -ίνη, μεθαμφετ~, μονο~. [< γαλλ. amine]
2601αμινικός, ή, ό [ἀμινικός] α-μι-νι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που αναφέρεται στις αμίνες: ~ή: αλκοόλη. ~ές: ενώσεις/ρητίνες. ● ΣΥΜΠΛ.: αμινική ομάδα: περιληπτ. ονομασ. οργανικών ενώσεων που περιέχουν άζωτο και βρίσκονται κυρ. στις πρωτεΐνες. [< γαλλ. aminé]
2602αμινοξέα[ἀμινοξέα] α-μι-νο-ξέ-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. αμινοξύ}: ΒΙΟΧ. οργανικές ενώσεις απαραίτητες για τη σύνθεση των πρωτεϊνών: βασικά ~. Προϊόν πλούσιο σε ~. Θειούχο ~ύ. Βλ. γλουταμίνη, σερίνη. [< γαλλ. acides aminés, amino-acides, 1903]
2603αμινοξικός, ή, ό [ἀμινοξικός] α-μι-νο-ξι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που αναφέρεται στα αμινοξέα: ~ή: ακολουθία πρωτεΐνης. ~ά: κατάλοιπα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.