Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [35380-35400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
34714ξανακούωξα-να-κού-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ξανακού-ς ... | ξανάκου-σε, -στηκε, -στεί, ξανακούγ-οντας}: ακούω ή πληροφορούμαι ξανά: Τις έχω ~σει αυτές τις δικαιολογίες, δεν με πείθουν πια.|| Δεν ~σαμε τίποτε γι' αυτόν. ● ΦΡ.: κάπου το έχω ξανακούσει αυτό: για λόγο ή συμβάν που δίνει την αίσθηση του γνωστού, του προβλέψιμου., πού (ξαν)ακούστηκε/πού έχει ακουστεί ...; βλ. ακούω
34715ξανακρίνωξα-να-κρί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παρατ. κ. αόρ. ξαναέκρι-να, ξανακρί-θηκε, -θεί} 1. κρίνω, εκφέρω γνώμη ξανά: (για πολιτικό) Ο λαός τον έκρινε και όταν χρειαστεί, θα τον ~ει. 2. εκδίδω επίσημη απόφαση εκ νέου: Η επιτροπή θα ~ει την υπόθεση με βάση τα νέα στοιχεία. [< μεσν. ξανακρίνω]
34716ξανακτίζωβλ. ξαναχτίζω
34717ξανακτυπώβλ. ξαναχτυπώ
34718ξανακυκλοφορώ[ξανακυκλοφορῶ] ξα-να-κυ-κλο-φο-ρώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {-είς ... | ξανακυκλοφόρ-ησε, -ήσει, -ώντας} 1. επανακυκλοφορώ: Το βιβλίο εξαντλήθηκε και ~εί.|| Το συγκρότημα θα ~ήσει παλιές του επιτυχίες. 2. μετακινούμαι ξανά: Δεν ~ στο κέντρο της Αθήνας μεσημέρι.ξανακυκλοφορεί 1. διαδίδεται πάλι: ~ησαν οι φήμες ότι χώρισαν. 2. (για υγρό ή αέριο) ρέει εκ νέου: Μούδιασαν τα πόδια μου και πρέπει να ~ήσει το αίμα.
34719ξανακυλάωξα-να-κυ-λά-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {-άει κ. -ά ... | ξανακύλ-ησε, -ήσει} (προφ.) & ξανακυλώ: υποτροπιάζω: ~ησε στο ποτό (βλ. κατρακυλώ). Ο ασθενής είχε αναρρώσει, αλλά ~ησε.ξανακυλάει: ρέει, κυλά ξανά: Δάκρυα ~ησαν στο πρόσωπό της.|| (μτφ.) Μετά τη διακοπή, το ματς ~ησε κανονικά. [< μεσν. ξανακυλώ]
34720ξαναλέω

ξα-να-λέ-ω ρ. (μτβ.) {ξαναλέ-ς ... | ξανάλεγα κ. ξανα-έλεγα, ξανάπα κ. ξανα-είπα, ξανα-πεί, ξανα-ειπώθηκε κ. -λέχθηκε, ξανα-ειπωθεί κ. -λεχθεί, προστ. ξανα-πές, -ειπωμένος, ξαναλέγ-οντας}: επαναλαμβάνω αυτό που έχω πει μία ή πολλές φορές: Τα 'παμε, μην τα ~με. Τους ρώτησα και μου ~είπαν όχι. Μη με ~πείς "αγάπη σου"! ~πέστα πιο καθαρά και δυνατά! Όπως έχω ~πεί ... Κάτι τέτοιο δεν έχει ~ειπωθεί (: πρώτη φορά το ακούω). Αφού στο έχω ~πεί, δεν μ’ ενδιαφέρει το θέμα. (επιτατ., για κάτι προσβλητικό ή δυσάρεστο) Αυτό να μην το ~πείς! ● ΦΡ.: (εμείς) θα τα ξαναπούμε! (απειλητ.): θα μου το πληρώσεις: Δεν τελειώσαμε· εμείς οι δυο ~ ~!, αυτό ξαναπές το! (εμφατ.): για αποδοχή και εκδήλωση συμφωνίας με τα λόγια κάποιου: -Ό,τι δεν σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό. -~ ~! Πβ. συμφωνώ/εγκρίνω/επικροτώ και επαυξάνω., τα ξαναλέμε/θα τα ξαναπούμε: θα μιλήσουμε ξανά, θα συναντηθούμε πάλι: ~ ~ από/το φθινόπωρο. ~ ~ αργότερα/σύντομα. Πβ. τα λέμε., το λέω και το ξαναλέω & το είπα και το ξαναείπα (εμφατ.): για δήλωση επιμονής ως προς ένα θέμα: ~ ~: χωρίς εκείνον δεν κάνουμε τίποτα. [< μεσν. ξαναλέγω]

34721ξαναμετρώ[ξαναμετρῶ] ξα-να-με-τρώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {-ά κ. -άει ... | ξαναμέτρ-ησε, -ήσει, -ήθηκε, -ηθεί, -ώντας} & ξαναμετράω: μετρώ, υπολογίζω εκ νέου: ~ησε προσεκτικά τα ψηφοδέλτια μήπως είχε κάνει κάποιο σφάλμα.|| Μετράει και ~άει, αλλά δεν του φτάνουν τα χρήματα.
34722ξάναμμαξά-ναμ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): αναψοκοκκίνισμα, έξαψη: ερωτικό ~. ~ από την ένταση/τον θυμό/την ντροπή. Πβ. άναμμα, φλόγισμα, φούντωμα. [< μεσν. ξάναμμα]
34723ξαναμμένος, η, ο ξα-ναμ-μέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει έξαψη, διέγερση· αναψοκοκκινισμένος: ~ο: πρόσωπο. ~α: μάγουλα (= αναμμένα, κατακόκκινα, φλογισμένα, φουντωμένα). Ήταν ~ από οργή/το τρέξιμο. ● βλ. ξανάβω
34724ξαναμοιράζωξα-να-μοι-ρά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξαναμοίρα-σα, -σω, -στηκε}: μοιράζω ξανά. ● ΦΡ.: ξαναμοιράζω την πίτα (μτφ.): αναδιανέμω ρόλους, κυρ. στην πολιτική και οικονομική σκηνή: Μετά τις εκλογές η πίτα της εξουσίας ~στηκε., ανακατεύω την τράπουλα/τα χαρτιά βλ. ανακατεύω
34725ξαναμοίρασμαξα-να-μοί-ρα-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ανακατανομή. Πβ. αναδιανομή.
34726ξαναμπαίνωξα-να-μπαί-νω ρ. (αμτβ.) {ξανα-μπήκα, -μπώ, προστ. -μπές, -μπείτε, ξαναμπαίν-οντας} 1. μπαίνω ξανά σε χώρο, περιοχή: Βγήκε και αμέσως ~μπήκε στο σπίτι τουρτουρίζοντας. 2. (μτφ.) εισέρχομαι σε μια κατάσταση ξανά ή συμμετέχω εκ νέου: Ο δορυφόρος θα ~μπεί σε τροχιά. ~μπήκε σε περιπέτειες.|| ~μπήκε στη συζήτηση. 3. συνδέομαι ξανά: Θα ~μπώ στο δίκτυο/στην ιστοσελίδα.ξαναμπαίνει 1. (για περίοδο, εποχή) ξεκινά πάλι: ~μπήκε το καλοκαίρι (= ξαναήρθε). 2. τοποθετείται, χωράει, εφαρμόζει, εισχωρεί πάλι: Βγήκε το συρτάρι και δεν ~.|| Μου ~μπήκε αγκάθι στο πόδι. 3. (σε αθλητική αναμέτρηση) σημειώνεται εκ νέου γκολ ή καλάθι: ~μπήκε τρίποντο. [< μεσν. ξαναμπαίνω]
34727ξανανεβαίνωξα-να-νε-βαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξαν-ανέβηκε, ξαν-ανέβει κ. ξαν-ανεβεί} & ξαναανεβαίνω 1. ανεβαίνω ξανά· επιβιβάζομαι σε μεταφορικό μέσο πάλι: ~ανέβηκα στο σπίτι, γιατί ξέχασα τα κλειδιά στην πόρτα.|| Δεν ~ σε αεροπλάνο. 2. (μτφ.-προφ.) νιώθω για άλλη μια φορά ευδιάθετος: Είχε πέσει ψυχολογικά, αλλά ~ανέβηκε.ξανανεβαίνει 1. αυξάνεται εκ νέου: ~ανέβηκε η τιμή του πετρελαίου. 2. (για θεατρικό έργο) παρουσιάζεται πάλι στο κοινό: Η επιτυχημένη παράσταση ~ για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά στο θέατρο ... [< μεσν. ξανανεβαίνω]
34728ξανανθίζειξα-ναν-θί-ζει ρ. (αμτβ.) {ξανάνθι-σε, ξανανθί-σει} 1. ανθίζει ξανά, πάλι: Ήρθε η άνοιξη και ~σαν τα λουλούδια. 2. (μτφ.) εμφανίζεται ξανά ή αναγεννιέται: ~σε η ελπίδα στην ψυχή μου.
34729ξανανιώθωξα-να-νιώ-θω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξανάνιωσα κ. ξαναένιω-σα, ξανανιώ-σει}: νιώθω ξανά, πάλι: Δεν έχω ~σει αυτή την αγωνία/τόση κούραση.
34730ξανάνιωμαξα-νά-νιω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): αναγέννηση, αναζωογόνηση: βιολογικό ~. ~ της φύσης. Πβ. ανανέωση. Βλ. -ωμα.
34731ξανανιώνωξα-να-νιώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ξανάνιω-σα, -σει, -μένος, ξανανιών-οντας}: αναζωογονούμαι, ανανεώνομαι: Η μουσική τον ~ει.|| Παντρεύτηκε και ~σε (πβ. ξανα-γεννιέμαι, -ζωντανεύω). [< μεσν. ξανανιώνω]
34733ξαναπαθαίνωξα-να-πα-θαί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ξανάπαθα κ. ξανα-έπαθα, ξανα-πάθω}: μου συμβαίνει ξανά, πάλι: ~έπαθα θλάση. ● ΦΡ.: (δεν) την ξαναπαθαίνω: (δεν) ξανακάνω το ίδιο λάθος: Μια φορά την έπαθα, δεν ~ ~. ΣΥΝ. (δεν) την ξαναπατάω
34734ξαναπαίρνωξα-να-παίρ-νω ρ. (μτβ.) {ξανάπαιρνε κ. ξαναέπαιρν-ε, ξανα-πήρε, -πάρει, -πάρθηκε, -παρθεί, ξαναπαίρν-οντας} 1. παίρνω ξανά: ~πήρε το μωρό στην αγκαλιά της.|| Να ~πάρω λίγο το στιλό σου;|| Μου ~πήραν το πορτοφόλι (: μου το έκλεψαν πάλι).|| ~πήραν το πρωτάθλημα (= το ξανακέρδισαν) μετά από ... χρόνια.|| (για μεταφορικό μέσο:) Δεν ~ το αυτοκίνητο για να πάω στο κέντρο.|| Μπορείς να ~πάρεις το μάθημα (: το επιλέξεις πάλι), αφού δεν το πέρασες. 2. παίρνω πάλι κάτι που είχα, ξαναποκτώ: ~πήρε πίσω την περιουσία που είχε χάσει στα χαρτιά.|| ~πήρε τα κιλά που έχασε με τη δίαιτα. ΣΥΝ. ανακτώ (1) 3. (προφ.) τηλεφωνώ ξανά: (επιτατ.) Μη με ~πάρεις ποτέ (ενν. τηλέφωνο)! 4. σε φράσεις που φανερώνουν εκ νέου ξεκίνημα δραστηριότητας, κατάστασης: Το αυτοκίνητο δεν ~πήρε μπρος. Ξύπνησα χαράματα και δεν με ~πήρε ο ύπνος (: δεν ξανακοιμήθηκα). [< μεσν. ξαναπαίρνω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.